Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου για τη Διεθνή Προστασία



Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε από χθές η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, υπό τον τίτλο: «Περί Διεθνούς Προστασίας, Διατάξεις για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, ενοποίηση διατάξεων για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, τη διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αναδιάρθρωση δικαστικής προστασίας αιτούντων άσυλο και άλλες διατάξεις.».

Η διαβούλευση θα ολοκληρωθεί τη Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019 και ώρα 16.00.

Δείτε το σχέδιο νόμου

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

ΔΠρΠειρ 65/2019: Απουσία αλλοδαπού απο την Ελλάδα για διάστημα άνω των έξι μηνών ετησίως κατά τη διάρκεια της άδειας διαμονής



8. Επειδή, η απόφαση απόρριψης της αίτησης θεραπείας της αιτούσας στηρίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση ότι αυτή απουσίαζε από τη Χώρα για διαστήματα άνω των έξι μηνών ετησίως κατά τη διάρκεια της τελευταίας άδειας διαμονής της, όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Αλλοδαπών Αθηνών περί αφιξοαναχωρήσεων. Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, δεν είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, καθώς από κανένα σημείο της δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση, κατά την ανάκληση και την απόρριψη της αίτησης περί ανανέωσης της άδειας διαμονής της αιτούσας, έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε το χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών της, τη μακρόχρονη διαμονή στη Χώρα τόσο της ίδιας όσο και των μελών της οικογένειάς της, την ύπαρξη ή μη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών της με τη χώρα καταγωγής της και το συμφέρον των τριών (3) ανήλικων τέκνων της, όπως τα στοιχεία αυτά συνάγονται από τα έγγραφα που προσκομίζει η τελευταία στο Δικαστήριο και είχε (ή πάντως μπορούσε να έχει) στη διάθεσή της η Διοίκηση (δηλαδή, μεταξύ άλλων, τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τελευταίου τέκνου της στην Ελλάδα, την άδεια διαμονής αορίστου διάρκειας του συζύγου της, το μισθωτήριο κατοικίας στο όνομα του συζύγου της, βεβαιώσεις φοίτησης των τέκνων της σε ελληνικό σχολείο κ.λπ.), εκφέροντας προς τούτο σχετική εξατομικευμένη κρίση, όπως όφειλε να πράξει κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 74 παρ. 4 και του άρθρου 71 παρ. 2 του ν. 4251/2014. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, από την αιτιολογία της οποίας δεν προκύπτει ότι εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν τα προαναφερθέντα δεδομένα και στοιχεία, δεν παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την αιτούσα, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων που προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση ακύρωσης. Δοθέντος, δε, ότι η ανάκληση και η απόρριψη της αίτησης ανανέωσης της άδειας διαμονής της αιτούσας παρίσταται μη νόμιμη και ακυρωτέα, το επιβληθέν, σε βάρος της τελευταίας, μέτρο της επιστροφής χάνει, πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 4251/2014 και το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 3907/2011, το νόμιμο έρεισμά του. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία έχουν ενσωματωθεί, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 2 της παρούσας, τόσο η ανάκληση και η απόρριψη της αίτησης της αιτούσας περί ανανέωσης της άδειας διαμονής της όσο και η επιβολή, σε βάρος της, του μέτρου της επιστροφής, πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου η τελευταία να προβεί α) σε νόμιμη και ουσιαστική περαιτέρω εξέταση του αιτήματος της αιτούσας, καθόσον αφορά στις λοιπές εκ του νόμου προϋποθέσεις για την ανανέωση ή μη σε αυτήν της αιτηθείσας άδειας διαμονής και β) στην έκδοση απόφασης με επαρκώς θεμελιωμένη αιτιολογία, τουλάχιστον ως προς τις κρίσιμες και συνεκτιμητέες για το προκείμενο ζήτημα παραμέτρους. Ειδικότερα, θα πρέπει η Διοίκηση να αποφανθεί αιτιολογημένα (με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία και ενδεχομένως κατόπιν νέας κλήτευσης της αιτούσας) για το αν συντρέχουν ή όχι οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την ανανέωση της κατεχόμενης από την αιτούσα άδειας για οικογενειακή επανένωση (άρθρο 69 επ. του ν.4251/2014), αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων πολιτών τρίτων χωρών για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος με βάση το δίκαιο της ΕΕ



Μια ενδιαφέρουσα απόφαση αναφορικά με τη δυνατότητα επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων υπηκόων τρίτης χώρας από τις αρχές κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για “επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος”, εξέδωσε το Δικαστήριο της ΕΕ πριν από λίγες ημέρες (υπόθεση C-70/18).

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορά σε προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ολλανδίας σχετικά με την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων Τούρκων υπηκόων στο πλαίσιο της πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

Το ιστορικό της υπόθεσης 

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, Τούρκοι υπήκοοι άσκησαν διοικητική προσφυγή κατά αποφάσεων του Ολλανδού υφυπουργού, κατά το μέρος που αυτές τους υποχρέωναν να συνεργαστούν κατά τη λήψη των βιομετρικών δεδομένων τους προκειμένου να λάβουν άδεια προσωρινής διαμονής στη χώρα.

Οι διοικητικές προσφυγές απορρίφθηκαν, με τους Τούρκους υπηκόους να ασκούν εκ νέου προσφυγές, αυτή τη φορά κατά των απορριπτικών αποφάσεων, ενώπιον του Πρωτοδικείου της Χάγης. Το Δικαστήριο έκρινε βάσιμες τις εν λόγω προσφυγές, σημειώνοντας ότι η σχετική ρύθμιση για την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων συνιστούσε «νέο περιορισμό», ο οποίος δεν ήταν ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό, ήτοι την πρόληψη και καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

Ο υφυπουργός άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ολλανδίας, με το Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα προς το Δικαστήριο της ΕΕ.

Τα ερωτήματα προς το ΔΕΕ

Το αρχικό ερώτημα αφορούσε στο κατά πόσον η λήψη, καταχώριση και διατήρηση βιομετρικών δεδομένων σε κεντρικό αρχείο συνιστά «νέο περιορισμό» κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας[1]. Στη συμφωνία αυτή προβλέπεται ρήτρα standstill η οποία απαγορεύει, εν γένει, τη λήψη οποιουδήποτε νέου εσωτερικού μέτρου από κράτος-μέλος που θα είχε ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να υπόκειται η εκ μέρους Τούρκου υπηκόου άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στην εθνική επικράτεια σε όρους πιο περιοριστικούς από εκείνους που ίσχυαν ως προς αυτόν κατά τον χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ οι εν λόγω αποφάσεις όσον αφορά το οικείο κράτος μέλος (απόφαση Yön, C 123/17, σκέψη 39).

Περαιτέρω, σε περίπτωση που κριθεί ότι όντως η επεξεργασία αυτή δεδομένων συνιστά πράγματι «νέο περιορισμό», το Δικαστήριο της ΕΕ ερωτάται κατά πόσον ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, και συγκεκριμένα την πρόληψη και καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

Και οι απαντήσεις

Αρχικά, το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι εθνική ρύθμιση, όπως η συγκεκριμένη, σύμφωνα με την οποία η χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής σε υπηκόους τρίτων κρατών, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων υπηκόων, τελεί υπό την προϋπόθεση της λήψης, καταχώρισης και διατήρησης των βιομετρικών δεδομένων τους σε κεντρικό αρχείο, συνιστά «νέο περιορισμό». Ωστόσο, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από τον σκοπό, ο οποίος εν προκειμένω συνίσταται στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

Στην ουσία, το Δικαστήριο, αφού έκανε δεκτό ότι η επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων αποτελεί πράγματι νέο περιορισμό σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόσβασης των Τούρκων υπηκόων στην απασχόληση, προέβη σε μία στάθμιση αναφορικά με το αν ο περιορισμός αυτός είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρόληψη και καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα). Κατά τη στάθμιση αυτή, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη μίας σειρά από παραμέτρους αναφορικά με την αναλογικότητα, την καταλληλότητα και την αναγκαιότητα του μέτρου.

Όσον αφορά το ζήτημα αν ο σκοπός της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα, μπορεί να αποτελέσει επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος το Δικαστήριο υπενθυμίζει πως έχει κριθεί ότι ο σκοπός της αποτροπής της παράνομης εισόδου και της παράνομης διαμονής συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος (απόφαση Demir, C-225/12, σκέψη 41).

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι η λήψη και η διατήρηση δακτυλικών αποτυπωμάτων στο πλαίσιο της χορήγησης διαβατηρίων, με σκοπό την πρόληψη της πλαστογράφησης και της δόλιας χρήσης τους, επιδιώκουν σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από την ΕΕ, ήτοι την αποτροπή της παράνομης εισόδου προσώπων στο έδαφός της (απόφαση Schwarz, C-291/12, σκέψεις 36 έως 38). Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει τη σημασία που προσδίδει ο ενωσιακός νομοθέτης της στην καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα.

Σε σχέση με την καταλληλότητα της επίμαχης ρύθμισης στο πλαίσιο της επίτευξης του σκοπού, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η λήψη, η καταχώριση και η διατήρηση των δακτυλικών αποτυπωμάτων και της εικόνας προσώπου των υπηκόων τρίτων κρατών σε κεντρικό αρχείο καθιστούν δυνατό τον ακριβή προσδιορισμό του προσώπου περί του οποίου πρόκειται και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα, μέσω της σύγκρισης των βιομετρικών δεδομένων του αιτούντος τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής με εκείνα που περιέχονται στο εν λόγω αρχείο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάθμιση του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της αναλογικότητας της εν λόγω ρύθμισης προς το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μεταξύ άλλων το Δικαστήριο διατυπώνει επιχειρήματα σχετικά με:

  1. Τη νομιμότητα της επεξεργασίας και τον περιορισμό του σκοπού: Το Δικαστήριο αναφέρει αρχικά ότι για την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξακριβώνουν τα στοιχεία της ταυτότητας τα οποία δήλωσε ο αιτών άδεια προσωρινής διαμονής. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, ο σκοπός αυτός απαιτεί να διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτών δεν υπέβαλε, πριν από την εν λόγω αίτηση, άλλη αίτηση με διαφορετική ταυτότητα, μέσω της αντιπαραβολής των δακτυλικών αποτυπωμάτων του με εκείνα που περιέχονται σε κεντρικό αρχείο.
  2. Ελαχιστοποίηση δεδομένων: Όπως επισημαίνει το ΔΕΕ, τα δεδομένα τα οποία αφορά η επίμαχη ρύθμιση περιορίζονται σε δέκα δακτυλικά αποτυπώματα και σε μία εικόνα προσώπου. Η λήψη των δεδομένων αυτών, πέραν του ότι καθιστά δυνατή την εξακρίβωση με αξιόπιστο τρόπο της ταυτότητας του ενδιαφερομένου, δεν είναι πράξη αυστηρώς ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν είναι ιδιαίτερα δυσάρεστη σωματικά ή ψυχολογικά για τον ενδιαφερόμενο (απόφαση Schwarz, C-291/12 σκέψη 48).[2]
  3. Ασφάλεια επεξεργασίας: Σύμφωνα με το ΔΕΕ, η πρόσβαση και η χρήση των βιομετρικών δεδομένων που περιέχονται στο κεντρικό αρχείο επιτρέπεται μόνο σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους, προκειμένου να εξακριβώσουν ή να επαληθεύσουν την ταυτότητα των υπηκόων τρίτων κρατών στον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
  4. Περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης: Όσον αφορά τη διάρκεια της διατήρησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η επίμαχη εθνική ρύθμιση προβλέπει ότι τα βιομετρικά δεδομένα διατηρούνται στο κεντρικό αρχείο για πέντε έτη μετά την απόρριψη της αίτησης για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής, την αναχώρηση του ενδιαφερομένου μετά τη λήξη νόμιμης διαμονής ή τη λήξη της ισχύος απαγόρευσης εισόδου ή κήρυξης προσώπου ως ανεπιθύμητου. Τα βιομετρικά δεδομένα καταστρέφονται αμέσως σε περίπτωση πολιτογράφησης του υπηκόου τρίτου κράτους κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ολλανδία.
Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παραπάνω παράγοντες, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν ξεπερνά το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

Η απόφαση παρέχει ορισμένα σαφή κριτήρια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την κρίση περί αναλογικότητας αντίστοιχων περιορισμών που προβλέπονται στο δίκαιο κρατών-μελών στο όνομα “επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος”. Σε κάθε περίπτωση, η νομιμότητα μίας τέτοιας επεξεργασίας δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αρχές προστασίας δεδομένων, τα δικαιώματα των υποκειμένων και ο υποχρεώσεις των υπευθύνων επεξεργασίας πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα και με βάση το σχετικό νομικό πλαίσιο[3].

Η απόφαση είναι διαθέσιμη στο http://curia.europa.eu

Βασίλης Καρκατζούνης, Δικηγόρος, LLM, CIPP/E, Μέλος της Διαρκούς Επιστημονικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στο δικαστικό σύστημα





[1] Η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από την Τουρκική Δημοκρατία, αφενός, και από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και την Κοινότητα, αφετέρου, και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως.
[2]  Εξάλλου, ο ίδιος ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο του κανονισμού 767/2008, την υποχρέωση των αιτούντων θεώρηση να παρέχουν τα δέκα δακτυλικά αποτυπώματά τους και εικόνα του προσώπου τους.
[3] Τόσο των σχετικών διατάξεων του ΧΘΔΕΕ και του ΓΚΠΔ, όσο και ειδικότερων κανόνων που προβλέπονται στην Οδηγία LED

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

ΔΕφΠειρ 300/2019: Μη νομίμως η Επιτροπή Προσφυγών δεν απάντησε στο σχετικό αίτημα της αιτούσας για χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους



4. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 67 του ν.4375/2016, “Στην περίπτωση που αίτηση διεθνούς προστασίας αλλοδαπού….έχει απορριφθεί τελεσίδικα και οι αρμόδιες Αρχές Απόφασης πιθανολογούν ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, παραπέμπουν την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 19Α (στ) του ν.4251/2014 (Α΄80) όπως ισχύει, οι οποίες αποφασίζουν σχετικά με τη χορήγηση της εν λόγω άδειας…..”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19A του Ν.4251/2014, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για την χορήγηση της εν λόγω άδειας διαμονής «....λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αντικειμενική αδυναμία απομάκρυνσης ή επιστροφής του στη χώρα καταγωγής ή συνήθους διαμονής του για λόγους ανωτέρας βίας, όπως σοβαροί λόγοι υγείας του για λόγους ανωτέρας βίας, όπως σοβαροί λόγοι υγείας του ίδιου ή μέλους της οικογενείας του, αποκλεισμός της χώρας του, ή συνδρομή στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου της ρήτρας μη επαναπροώθησης άρθρου 3 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. δ/τος 53/1974 (Α' 256) ή του άρθρου 3 της Σύμβασης της Ν. Υόρκης Δεκεμβρίου 1984 κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης η οποία κυρώθηκε με το ν. 1782/1988 (Α ' 116)...». [...]

6. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως, όπως τους λόγους αυτής συμπληρώνει με το νομίμως υποβληθέν υπόμνημα, η αιτούσα προβάλλει ακυρότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι, παρότι το Γραφείο Ασύλου έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ότι τελεί σε λοχεία και επομένως συνιστά, με το ανήλικο τέκνο της, μονογονεϊκή οικογένεια και για το λόγο αυτό ανακάλεσε την πρώτη απόφασή του και παρέπεμψε την αιτούσα στην κανονική διαδικασία εξετάσεως του αιτήματός της για διεθνή προστασία, εν τούτοις, η Επιτροπή Προσφυγών παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος για χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Ηδη, κατά τους ισχυρισμούς της, η ίδια και το τέκνο της, έχουν οργανώσει τη ζωή τους στην Αθήνα. Προσκομίζονται σχετικά, μεταξύ άλλων, αντίγραφα: α)ληξιαρχικής πράξεως του ληξιαρχείου ... γεννήσεως του τέκνου της, β) ιατρικών βεβαιώσεων του Γ.Ν. Μυτιλήνης, από τις οποίες προκύπτει ότι η αιτούσα πάσχει από «αθηρωματικές αλλοιώσεις στις αρτηρίες των κάτω άκρων», γ) δηλώσεως προς την ΑΑΔΕ περί μισθώσεως κατοικίας από την αιτούσα στη διεύθυνση ..., Αθήνα, καθώς και σχετικά αντίγραφα λογαριασμών ΔΕΚΟ, δ) φορολογικής δηλώσεως της αιτούσας φορ. έτους 2017 και εκκαθαριστικού σημειώματος και ε) βεβαιώσεων και δελτίων ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.

7. Επειδή, οι ισχυρισμοί που προέβαλε η αιτούσα, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος επικλήσεως (ΣτΕ 2347, 2348/2017), και τα στοιχεία που προσκόμισε, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως ότι συνιστά μονογονεϊκή οικογένεια και ότι το τέκνο της αντιμετωπίζει σοβαρούς λόγους υγείας, θα δικαιολογούσαν την παραπομπή αυτής και του τέκνου της στην αρμόδια Αρχή του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για την εξέταση του αιτήματός της για χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 4 για τη διαδικασία παραπομπής των αιτημάτων για χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, μη νομίμως η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη πράξη δεν απάντησε στο σχετικό αίτημα της ήδη αιτούσας. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, και η υπόθεση να αναπεμφθεί στην Επιτροπή Προσφυγών για νέα νόμιμη κρίση.

Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την υπ’ αρίθμ... απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών.
Αναπέμπει την υπόθεση στην 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή της Αρχής Προσφυγών για νέα νόμιμη κρίση, κατά το σκεπτικό.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

ΕΔΔΑ: Η απαγόρευση σε δημοσιογράφο να λάβει συνεντεύξεις και να φωτογραφήσει κέντρο υποδοχής αιτούντων άσυλο, παραβίασε την ελευθερία έκφρασης



Με την απόφασή του της 8.10.2019 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Szurovecz κατά Ουγγαρίας (αριθ. 15428/16) διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λόγω της απαγόρευσης σε δημοσιογράφο να λάβει συνεντεύξεις και να φωτογραφήσει κέντρο υποδοχής αιτούντων άσυλο.

Ο προσφεύγων Illés Szurovecz, είναι υπήκοος της Ουγγαρίας που γεννήθηκε το 1993 και ζει στο Mezőberény της Ουγγαρίας.

Όσο εργάζονταν ως δημοσιογράφος για το abcug.hu, ένα διαδικτυακό ειδησεογραφικό site, υπέβαλε αίτημα στις μεταναστευτικές αρχές τον Σεπτέμβριο του 2015 για να αποκτήσει πρόσβαση στο κέντρο υποδοχής του Debrecen, προκειμένου να συντάξει έκθεση σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο. Διευκρίνισε ότι θα τραβούσε φωτογραφίες μόνο εκείνων που θα έδιναν την προηγούμενη συγκατάθεση και θα λάμβανε και γραπτή εξουσιοδότηση από αυτούς, εάν χρειάζονταν.
Ωστόσο, το αίτημά του απορρίφθηκε με αιτιολογία  που αφορά την ιδιωτική ζωή και την ασφάλεια των αιτούντων άσυλο. Συγκεκριμένα, πολλοί από αυτούς στα κέντρα υποδοχής διέφυγαν από κάποια μορφή δίωξης και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο εάν εκθέτονταν  στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Ο προσφεύγων άσκησε ένδικα μέσα κατά της απόφασης χωρίς επιτυχία. Το διοικητικό δικαστήριο κήρυξε το ασκηθέν ένδικο μέσο απαράδεκτο, διότι η άρνηση δεν αποτελούσε διοικητική απόφαση βάσει του σχετικού εσωτερικού δικαίου και επομένως δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα σημαντικό μέρος της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου εξασφαλίζει την ικανότητα των δημοσιογράφων να διεξάγουν έρευνες. Η δημιουργία εμποδίων στην πρόσβαση των δημοσιογράφων στην πληροφορία θα μπορούσε να αποθαρρύνει ή ακόμη και να τους εμποδίσει να παράσχουν ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες στο κοινό και κατά συνέπεια να διαδραματίσουν τον ζωτικό ρόλο τους ως «δημόσιοι φύλακες».

Αυτή ήταν η κατάσταση του προσφεύγοντος όταν δεν του δόθηκε η δυνατότητα να πάρει συνεντεύξεις και να τραβήξει φωτογραφίες μέσα στο Κέντρο Υποδοχής, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει πληροφορίες από πρώτο χέρι και να ελέγξει τις συνθήκες κράτησης των αιτούντων άσυλο όπως αναφέρθηκαν από άλλες πηγές. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτό συνιστούσε παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης του.

Η παρέμβαση ήταν νόμιμη, καθώς στηρίχθηκε στο τμήμα 2 του διατάγματος αριθ. 52/2007 (XII.11) του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς και ο σκοπός της προστασίας της ιδιωτικής ζωής των αιτούντων άσυλο ήταν νόμιμος.

Εντούτοις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν για έναν τέτοιο περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης του προσφεύγοντος, αν και σχετικοί, δεν ήταν επαρκείς.

Πρώτον, όσον αφορά την ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής των αιτούντων άσυλο, οι αρχές μετανάστευσης δεν είχαν προφανώς λάβει γνώση του ισχυρισμού του προσφεύγοντος ότι θα τραβούσε φωτογραφίες με προηγούμενη και ενδεχομένως γραπτή συγκατάθεση. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης στο κέντρο, αν και αφορούσε απαραιτήτως την ιδιωτική ζωή των αιτούντων άσυλο, δεν είχε επιδιώξει να ευαισθητοποιήσει, αλλά να αναφερθεί σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος.

Δεύτερον, ούτε οι εγχώριες αρχές ούτε η κυβέρνηση είχαν υποδείξει πως ακριβώς θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια των αιτούντων άσυλο, ειδικά εάν η έρευνα πραγματοποιούνταν με τη συγκατάθεσή τους.

Τρίτον, το Δικαστήριο διαφώνησε με την κυβέρνηση ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε εξίσου εύκολα να τραβήξει φωτογραφίες και να πραγματοποιήσει συνεντεύξεις εκτός του κέντρου υποδοχής και να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που δημοσίευσαν διεθνείς οργανισμοί ή / και ΜΚΟ. Αυτές οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσουν τις συζητήσεις πρόσωπο με πρόσωπο και τις εντυπώσεις από πρώτο χέρι από τις συνθήκες διαβίωσης. Πράγματι, στα μάτια του κοινού, τα δεδομένα από δεύτερο χέρι  δεν θα μπορούσαν να είχε το ίδιο βάρος ή να φαινόταν το ίδιο αξιόπιστες.

Τέλος, τα δικαστήρια δεν μπόρεσαν να προβούν σε εξισορρόπηση των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων, δεδομένου ότι η απόφαση άρνησης πρόσβασης δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που έχει σε μια δημοκρατική κοινωνία η αναφορά σε θέμα σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της προσφυγικής κρίσης στην Ουγγαρία, η απόφαση των αρχών να αρνηθούν την πρόσβαση δεν έλαβε καθόλου υπόψη το συμφέρον του προσφεύγοντος ως δημοσιογράφου ή το ενδιαφέρον του κοινού για τη λήψη τέτοιων πληροφοριών.

Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10

Πηγή: echrcaselaw.com, 9.10.2019


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

ΔΠρΑθ 931/2019: Ελάχιστος αριθμός ημερών ασφάλισης για ανανέωση αρχικής άδειας διαμονής κατ’ άρθρο 91 παρ. 11 ν.3386/05



8. Επειδή, περαιτέρω, η αιτούσα προβάλλει ότι μη νομίμως και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας η Διοίκηση εφάρμοσε την υπ΄αρ.160/2006 ΚΥΑ, η οποία θέτει ως προϋπόθεση τον αριθμό των 100 ημερών ασφάλισης για την ανανέωση άδειων διαμονής βάσει των διατάξεων του άρθρου 91 παρ. 11 του ν.3386/2005 για εξαρτημένη εργασία, αντί να εφαρμόσει με βάση το χρόνο έκδοσης της προηγούμενης άδειας διαμονής της (30.3.2009) και την υποβολή της αίτησης της για ανανέωση (4.6.2009) τη νεότερη υπ΄αρ.1356/2009 ΚΥΑ, στην οποία προβλέπεται ότι κάτοχοι αδειών διαμονής υπό το νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 18 παρ. 4 του ν.3536/2007, το οποίο, κατά την αιτούσα, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 91 παρ. 11 του ν.3386/2005, δεν υποχρεούνται να έχουν πραγματοποιήσει ελάχιστο αριθμό ημερών ασφάλισης, προκειμένου να ανανεώσουν τις άδειες διαμονής τους για εξαρτημένη εργασία. Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, εν προκειμένω έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις της υπ’ αρ.1356/2009 ΚΥΑ ως ευμενέστερες. Ο λόγος περί του ότι κατά το νόμο εφαρμοστέα διάταξη είναι αυτή του κεφαλαίου Β της 1356/2009 ΚΥΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι την περίπτωση της αιτούσας ως κατόχου άδειας διαμονής βάσει των διατάξεων του άρθρου 91 παρ. 11 του ν.3386/2005, που επιθυμεί να ανανεώσει την άδεια της για εξαρτημένη εργασία, ρυθμίζει ρητά η ΚΥΑ 160/2006, απαιτώντας την πραγματοποίηση ελάχιστου αριθμού εργασίας, και όχι η μεταγενέστερη ΚΥΑ 1356/2009, η οποία ρυθμίζει τις περιπτώσεις των αλλοδαπών κατόχων αδειών διαμονής βάσει των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 4 του ν.3536/2007, οι οποίοι, ομοίως, επιθυμούν να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους για εξαρτημένη εργασία. Εξάλλου, ενόψει του ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των απαιτούμενων από το άρθρο 15 του ν.3386/2005 και την σχετική 160/2006 ΚΥΑ, ημερών εργασίας, είναι το προγενέστερο της αίτησης για ανανέωση διάστημα και όχι ο χρόνος υποβολής της ή τυχόν μεταγενέστερος χρόνος έκδοσης της άδειας που έχει ήδη λήξει, νομίμως η Διοίκηση εφάρμοσε εν προκειμένω την 160/2006 ΚΥΑ και όχι την μεταγενέστερη 1356/2009 ΚΥΑ, η οποία αφορά τους ήδη έχοντες άδεια διαμονής κατά τη διαδικασία του άρθρου 18 παρ.4 του ν.3536/2007. Περαιτέρω, ως προς τις αιτιάσεις της αιτούσας που αφορούν στην παραβίαση της αρχής της ισότητας κατά το σκέλος της άνισης μεταχείρισης που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 91 παρ. 11 του ν.3386/2005 και της αντίστοιχης ΚΥΑ, και όχι εκείνης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν.3536/2007, αυτές παρίστανται αβάσιμες, διότι, εν προκειμένω οι αλλοδαποί, οι οποίοι ήταν κάτοχοι άδειας διαμονής βάσει των διατάξεων της παραγράφου 91 παρ. 11 και επιθυμούσαν να ανανεώσουν την άδειά τους για εξαρτημένη εργασία, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με εκείνους που ήταν κάτοχοι άδειας διαμονής με βάση το άρθρο 18 παρ. 4 και επιθυμούσαν, ομοίως, να ανανεώσουν την άδειά τους για εξαρτημένη εργασία. Και τούτο, διότι ναι μεν και στις δυο περιπτώσεις των ως άνω εξαιρετικών διατάξεων ο κοινός νομοθέτης επεδίωξε την οριστική καταγραφή του συνόλου των υπηκόων τρίτων χωρών που βεβαιωμένα διαβιούσαν παράνομα στη χώρα και την οριστική εκκαθάριση του χρόνιου σχετικού προβλήματος, όμως με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.4 του ν.3536/2007 εξειδικεύθηκαν αλλά και εμπλουτίστηκαν τα δυνάμενα να θεμελιώσουν την κρίση της Διοίκησης, κατά περίπτωση, περί απόδειξης της διαμονής των αλλοδαπών στη χώρα προ της 31.12.2004, στοιχεία, ιδίως δε, αναφορικώς με τα μέλη της οικογένειας των αιτούντων (βλ. ΣΤΕ 101-3, 623-6 επταμ. 1506, 1830, 3913/2013, 290 επταμ. 1112, 1973-5 επταμ. 2112, 2625, 2909, 2980-2, 3313/2012 κ.α.). Σε κάθε περίπτωση, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται από την ανωτέρω αρχή να θεσπίζει ειδικές προϋποθέσεις χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής για τους αλλοδαπούς αποβλέποντας σε θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως την κυριαρχικώς ασκούμενη μεταναστευτική πολιτική (βλ. ΣΤΕ 5029, 2107/2012), χωρίς να δεσμεύεται, κατ΄αρχήν, η Διοίκηση να εφαρμόσει τυχόν μεταγενέστερες, έστω επιεικέστερες νομοθετικές διατάξεις.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

ΔΠρΑθ 1016/2019 (Προεδρ.Διαδ): Αντιρρήσεις κατά κράτησης τελούντος υπό επιστροφή αλλοδαπού που υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας



2. [...] Από τις διατάξεις αυτές (άρ. 46 ν.4375/2016) συνάγεται ότι σε περίπτωση που αλλοδαπός ή ανιθαγενής κρατείται βάσει των σχετικών διατάξεων των ν. 3386/2005 και 3907/2011 και υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, η συνέχιση ή μη της κράτησής του αποφασίζεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή ή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών, εάν πρόκειται για κράτηση στην περιφέρεια των Γενικών Διευθύνσεων Αττικής ή Θεσσαλονίκης. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται υπό τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου. Κατά συνέπεια, με την έκδοση της απόφασης αυτής αντικαθίσταται και παύει να ισχύει η προγενέστερη απόφαση κράτησης.

3.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στις 12.6.2019 ο αντιλέγων υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας, ακολούθως δε εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 του ν. 4375/2016, η υπ’ αριθμόν ... /18.6.2019 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, με την οποία αποφασίστηκε η κράτηση του αντιλέγοντος, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην 1η σκέψη. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 2η σκέψη, μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής έπαυσε η ισχύς της προσβαλλόμενης. Ενόψει των προεκτεθέντων, οι κρινόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον στρέφονται κατά αποφάσεως που είχε ήδη παύσει να ισχύει πριν την υποβολή τους.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2019

ΔEφΘεσ 513/2019: Εξάμηνη προθεσμία για την υλοποίηση μεταφοράς βάσει Κανονισμού Δουβλίνου και ένδικα μέσα


9. Επειδή, μεταξύ των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, περιλαμβάνεται το με αριθμ. πρωτ. .../5-4-2019 έγγραφο της αναπληρώτριας προϊσταμένης του Τμήματος Εθνικής Μονάδας Δουβλίνου του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, στο οποίο αναφέρεται ότι η προαναφερόμενη υπηρεσία δεν προέβη σε εκτέλεση μεταφοράς του αιτούντος στη Βουλγαρία δυνάμει της προσβαλλόμενης απόφασης της 8ης Επιτροπής Προσφυγών, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν την 10-8-2017, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του Κανονισμού ΕΕ 604/2013 η μεταφορά αιτούντος στο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι αρμόδιο για την εξέταση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας είναι δυνατή μόνον εφόσον εκδοθεί οριστική απόφαση επί ενδίκου μέσου.

10. Επειδή, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ (Κανονισμός ΕΕ 604/2013) η μεταφορά του αιτούντος πραγματοποιείται μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατό και, το αργότερο, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος αναδοχής ή ανάληψης από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου βοηθήματος ή αίτησης επανεξέτασης, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μεταφοράς εν αναμονή της έκβασης του ένδικου βοηθήματος ή της επανεξέτασης. Εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε, με την 21/2018 απόφαση του (δικάσαντος σε συμβούλιο) Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του αιτούντος άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως δεν συνεπάγεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, την εκκίνηση της επίμαχης προθεσμίας από την έκδοση σχετικής οριστικής απόφασης. Εξάλλου, μετά την έκδοση και κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης και σε κάθε περίπτωση και μετά την απόρριψη της προαναφερόμενης αίτησης αναστολής και πριν τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως παρήλθε η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 29 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού, δεν συντρέχει δε, με βάση το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη έγγραφο της Διοίκησης, περίπτωση παράτασης της εν λόγω προθεσμίας κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ευθύνη εξέτασης της αίτησης περί χορήγησης διεθνούς προστασίας του αιτούντος μεταβιβάστηκε, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του πιο πάνω Κανονισμού, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτοδίκαια στην Ελλάδα και αποστερεί επιγενομένως την προσβαλλόμενη πράξη του αιτιολογικού ερείσματός της, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του υποβληθέντος πρόσθετου λόγου, των λοιπών μη εξεταζομένων διότι η εξέτασή τους παρέλκει ως αλυσιτελής.

11. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου η αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτών.


Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

ΔΠρΑθ 504/2019: Η πραγματοποίηση εκατό κατ’ ελάχιστο πραγματικών ημερών ασφάλισης ως προυπόθεση για την προσμέτρηση ημερών τεκμηριωμένης αποχής αλλοδαπού από την εργασία



[...] Ο λόγος δε ακύρωσης ότι, ο αριθμός των εκατό κατ’ ελάχιστο πραγματικών ημερών ασφάλισης, που τίθεται από την ανωτέρω Κ.Υ.Α. ως όριο κάτω από το οποίο δεν είναι δυνατή η προσμέτρηση ημερών τεκμηριωμένης αποχής της αιτούσας από την εργασία για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου αριθμού ημερών ασφάλισής της, κατά τη διάρκεια ισχύος της τελευταίας διετούς άδειας διαμονής της, αντίκειται στο συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμά της για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς της (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), δοθέντος ότι ο εν λόγω αριθμός ημερών ασφάλισης (100) είναι ιδιαίτερα υψηλός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίζει ειδικές προϋποθέσεις χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής για τους υπηκόους τρίτης χώρας, αποβλέποντας σε θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Εν προκειμένω, το ως άνω όριο των εκατό ημερών ασφάλισης σε συνδυασμό με τις λοιπές ρυθμίσεις του νόμου για την ανανέωση αυτού του τύπου άδειας διαμονής στη Χώρα (εξαρτημένη εργασία), αποβλέπει σε θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στο κυριαρχικό δικαίωμα της Ελληνικής Πολιτείας, στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής της, να διασφαλίσει την παραμονή στη χώρα, με άδεια διαμονής εξαρτημένης εργασίας, μόνο των οικονομικά ενεργών μεταναστών και να καταπολεμήσει την αδήλωτη εργασία προς όφελος και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (πρβλ. ΣτΕ 1803/2016). Περαιτέρω δε, η ανωτέρω ρύθμιση, με την οποία τίθεται το εν λόγω εύλογο όριο των εκατό ημερών πραγματικής ασφάλισης, προκειμένου να είναι δυνατή η προσμέτρηση ημερών τεκμηριωμένης αποχής του υπηκόου τρίτης χώρας από την εργασία για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου αριθμού ημερών ασφάλισης για την ανανέωση της άδειας διαμονής του στη Χώρα για εξαρτημένη εργασία, δεν αποτελεί μέτρο καταφανώς απρόσφορο, ούτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1803/2016).

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *