Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Η διαδικασία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε 2ο βαθμό για τους ασυνόδευτους ανηλίκους


Το παρόν κείμενο αποτελεί σύντομη εισήγησή, που έλαβε χώρα στην ημερίδα με θέμα "Ασυνόδευτοι ανήλικοι θύματα διακίνησης και εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Ζητήματα προστασίας" που διοργανώθηκε από την ΑΡΣΙΣ - Μη Κυβερνητική Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων στις 13 Ιουνίου 2018 στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Ως εκ τούτου διατηρήθηκε το ύφος του προφορικού λόγου


Καλημέρα! Κατ’αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω την «ΆΡΣΙΣ» για τη σημερινή πρόσκληση, καθώς και εσάς που βρεθήκατε σήμερα εδώ για αυτή την καθ’ολα ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία που θα αποτελέσει, θεωρώ, σημείο εκκίνησης ανταλλαγής απόψεων και εποικοδομητικής συζήτησης. Μέσω της παρουσίασης μου προσωπικά ευελπιστώ, έχοντας υπόψιν τα προβλήματα που στο παρελθόν είχα αντιμετωπίσει και έχοντας, μέσω της τωρινής μου θέσης, αποκτήσει μια λίγο πιο διαφορετική θεώρηση, να θέσω κάποια σημεία για περαιτέρω προβληματισμό.
Ας δούμε, λοιπόν, εν συντομία το νομικό πλαίσιο που αφορά στους ασυνόδευτους ανηλίκους των οποίων, όπως όλοι ξέρουμε, οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας, για μεγαλύτερα διαδικαστικά εχέγγυα, εξαιρούνται από την ταχύρρυθμη διαδικασία και τις συντετμημένες προθεσμίες αυτής. Επιτρέψτε μου απλά να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στις παραγράφους 8 και 9 του αρ.14 καθώς και τις διατάξεις των αρ.43  και 45, βάσει των οποίων, εν ολίγοις, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ανήκουν αποτελούν μία από τις ευάλωτες ομάδες και μάλιστα, σε περίπτωση που σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανακύψει αμφιβολία σχετικά με την ανηλικότητα κάποιου αιτούντος, διατάσσεται από τον αρμόδιο Διοικητή η παραπομπή  του για τη διαπίστωση της ηλικίας του, ενώ σε κάθε περίπτωση, μέχρι την έκδοση πορίσματος περί της ηλικίας του, το πρόσωπο θεωρείται ανήλικο και τυγχάνει αντίστοιχης μεταχείρισης, καθώς το βέλτιστο συμφέρον αυτού αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, κάτι που αναφέρεται σαφώς στο αρ.21 του πρόσφατου νόμου 4540/2018. Μάλιστα, βάσει αυτού, οι προστατευτικές διατάξεις υποδοχής εφαρμόζονται σε όλους τους ασυνόδευτους μετά την ταυτοποίηση τους, ασχέτως του αν υπέβαλαν αίτηση ασύλου, ενώ αρμόδια αρχή για την προστασία των ασυνοδεύτων και των χωρισμένων ανηλίκων, ορίζεται η Γεν. Δ/ση Κοιν.Αλληλεγγυης του Υπ.Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής αλληλεγγύης.
Επίσης, η παρ. 5 του άρθρου 4 του π.δ.141/2013 αποτελεί μια διάταξη-ορόσημο, κατ’εμε, για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, καθώς σε αυτή γίνεται μνεία της εφαρμογής του ευεργετήματος της αμφιβολίας σε περιπτώσεις που ενώ τα δηλωθέντα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, ο αιτών έχει, μεταξύ άλλων, καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του και έχει υποβάλει όλα τα συναφή στοιχεία που διαθέτει, δίνοντας ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων.

Εξίσου δε σημαντική είναι η ΥΠ’ΑΡ.1982/15-02-2016 Κ.Υ.Α.,  στο άρθρο 2 της οποίας, ορίζεται ότι εάν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο εκάστοτε αρμόδιος υπάλληλος αμφιβάλλει σχετικά με την ανηλικότητα αιτούντος διεθνή προστασία, οφείλει να ενημερώσει τον Προϊστάμενο του ΠΓΑ, ο οποίος με σχετική απόφαση του, παραπέμπει τον αιτούντα σε αρμόδια δομή του δημοσίου συστήματος υγείας ή σε εποπτευόμενο φορέα του Υπουργείου Υγείας εντός της τοπικής αρμοδιότητας του ΠΓΑ στα οποία απασχολείται παιδίατρος, ψυχολόγος και λειτουργεί κοινωνική υπηρεσία. Σημειωτέον ότι στο τέλος της παρουσίασης παραθέτω τις αποφάσεις περί των εν λόγω δημόσιων δομών καθώς ενα λινκ για το policy brief που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2016 από τους Γιατρούς του Κόσμου, που εμπεριέχει ενδιαφέρουσες σκέψεις και προτάσεις.

Έχοντας αυτά υπόψιν, λοιπόν, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε μια σχετική απόφαση της 7ης Αν.Επιτροπής. Αρχικά, ας πούμε κάποια λόγια για το πραγματικό αυτής.

Ο προσφεύγων, υπέβαλε τον Ιανουάριο του 2017 στο Π.Γ.Α. Σάμου, αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας κατά την οποία καταγράφηκε ως ημερ/νία γεννησης του η 11η Οκτωβρίου 1998. Ήδη, όμως, από τον Νοέμβριο του 2016, είχε εκδοθεί απόφαση του Διοικητή του Κέντρου Πρώτης Υποδοχής με την οποία προσδιορίσθηκε η ηλικία του προσφεύγοντος στα δεκαοκτώ (18) έτη, δίχως, πάντως, να προέκυπτε ότι ο προσφεύγων έλαβε σχετική γνώση καθ'όσον, μεταξύ των στοιχείων του φακέλου, δεν υφίστατο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως. Η ως άνω αίτηση διεθνούς προστασίας, εξετασθείσα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 60 παρ. 4 του ν. 4375/2016 ταχύρρυθμη διαδικασία, απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το Π.Γ.Α. Σάμου λόγω μη πλήρωσης του αντικειμενικού στοιχείου του φόβου, κατά την έννοια των διατάξεων της Συμβάσεως της Γενεύης και επιδόθηκε νομίμως στον προσφεύγοντα, ο οποίος, όμως, μέσω της πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατέθεσε υπόμνημα επ’αυτής, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι τόσο κατά τη διάρκεια της  καταγραφής του αιτήματος του για διεθνή προστασία, όσο και κατά τη συνέντευξη του από την EASO, είχε δηλώσει ότι η ημερομηνία γέννησης του είχε εσφαλμένως καταγραφεί  και ζητώντας τη διόρθωση αυτής στην 1η Σεπεμβρίου του 1999, προσκομίζοντας το μοναδικό, κατά τους ισχυρισμούς του, αντίγραφο που μπορούσε να κατέχει ως άτομο κάτω των 18 ετών,  ήτοι  μια βεβαίωση φοίτησης του σε σχολείο του Πακιστάν κατά το 2015. Περαιτέρω, ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση του σε α βαθμό, είχε καταθέσει και σχετική αίτηση προς το Π.Γ.Α. Σάμου και κάθε άλλη αρμόδια αρχή,  ζητώντας αρχικά, την εν λόγω διόρθωση της ημερομηνίας γέννησης του και επικουρικώς, την παραπομπή του στην κατά το νόμο αρμόδια αρχή για προσδιορισμό της ηλικίας του βάσει της υπ’αρ.1982/2016 Κ.Υ.Α.

Σε ό,τι αφορά την  κρίση της εν λόγω Επιτροπής τονίζεται ότι sτην αρχική απόφαση (υπ’αρ.πρωτοκ. 12140/04-08-2017) κάναμε μνεία των ως άνω διατάξεων και αναβάλαμε την έκδοση τελεσίδικης απόφασης προκειμένου να παραπέμψουμε τον προσφεύγοντα στην αρμόδια δομή του δημόσιου συστήματος υγείας  για τη διαπίστωση της ηλικίας του, σύμφωνα με την εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία.

Δυστυχώς, όμως, μετά την πάροδο ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος και κατόπιν συνεχούς προσωπικής επικοινωνίας μας με το αρμόδιο Π.Γ.Α., διαπιστώθηκε ότι δεν του είχε παρασχεθεί πρόσβαση στις υπηρεσίες του Νοσοκομείου Σάμου ούτε έχει εξετασθεί από το αρμόδιο ιατρικό προσωπικό, για λόγους αναγομένους  εξ ολοκλήρου στην ανεπαρκή διαχείριση των εμπλεκόμενων φορέων, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω να εξακολουθούσε να διαβιεί στο Κ.Υ.Τ. Σάμου, όπου οι συνθήκες ήταν τελείως ακατάλληλες για τον ίδιο, λαμβανομένων υπόψιν του νεαρού της ηλικίας του και της ευάλωτης κατάστασης του.   

Έτσι, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψιν ΑΦΕΝΟΣ ΜΕΝ όλες τις διατάξεις που παρέθεσα καθώς και το ότι ο προσφεύγων, τόσο κατά την αρχική καταγραφή του αιτήματος του, όσο και κατά την προφορική του συνέντευξη, δήλωσε ότι είναι ανήλικος ΜΕ έτος γεννήσεως ΤΟ 1999, χωρίς να καταστεί δυνατή η διαπίστωση της ηλικίας του, ΓΙΑ λόγους, πάντως, μη οφειλομένους σε υπαιτιότητα του ιδίου, παρέπεμψε την υπόθεση του στην κανονική διαδικασία προς εξασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του προσφεύγοντος που, σε κάθε περίπτωση, ΉΓΑΓΕ τη μετεφηβική του ηλικία. Οπότε, παρά το ότι είχε ενηλικιωθεί, δεχθήκαμε την προσφυγή και τον παραπέμψαμε στην κανονική διαδικασία.

Στο σημείο αυτό, άρα, θα ήθελα να επισημάνω το πόσο σημαντική είναι η συνεχής παρακολούθηση της υπόθεσης, τόσο από την πλευρά τη δική σας, ως δικηγόροι, που στην ουσία μετατρέπεστε σε case managers όσο και από τη δική μας για την προστασία του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων αιτούντων διεθνούς προστασίας. Για μένα δε, είναι πολύ σημαντικό να είμαστε όσο πιο ευέλικτοι και ελαστικοί γίνεται ως προς την εφαρμογή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο, σε διαφορετική περίπτωση, καθίσταται κενό νοήματος, αν και εφόσονόσοι δεν είναι προδήλως ανήλικοι και δεν έχουν πρωτότυπα σχετικά έγγραφα προς επίρρωσιν της ανηλικότητας τους, μεταχειρίζονται πάντοτε ως ενήλικοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η ανηλικότητα ως έμφυτο χαρακτηριστικό μαζί με κάποιο άλλο στοιχείο, όπως για παράδειγμα, ελλείψει και ύπαρξης υποστηρικτικού δικτύου, την καταγωγή από χώρα όπου γίνεται στρατολόγηση ανηλίκων συγκεκριμένων ηλικιών ή τα προσωπικά βιώματα (π.χ. γυναικεία κλειτοριδεκτομή, αναγκαστικός γάμος) και το υπό κρίση πραγματικό (π.χ.  καταναγκαστική εργασία, πορνεία, συστηματική ενδοοικογενειακή βία) συνηγορούν υπέρ της χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος λόγω δίωξης ενόψει είτε ένταξης σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είτε της συνδρομής συσσωρευμένων λόγων, αν και, εξ ιδίων αλλά και από άλλους συναδελφους που εχω μιλησει, στο δεύτερο βαθμό, δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Θα δούμε στη συνεχεια όσα  στατιστικά στοιχεία κατάφερα να συγκεντρώσω από την αρχή προσφυγών. Σε ο,τι αφορά παντως το προσφυγικό καθεστώς, ας δώσω το παράδειγμα μιας απόφασης πρώτου βαθμού που αφορά σε έναν ασυνόδευτο ανήλικο, υπήκοο Πακιστάν, γεννηθέντα το 2000, στον οποίο χορηγήθηκε προσφυγικό καθεστώς λόγω του ότι εν ολίγοις, επρόκειτο για θύμα ενδοοικογενειακής βίας, ο οποίος, ακομη και αν αποκοπεί από το οικογενειακό του περιβάλλον σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, με δεδομένη την ανηλικότητα του, θα εκτεθεί σε συνθήκες, άλλως αναπότρεπτες, που εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης, με φορείς δίωξης τόσο τον πατέρα του όσο και πάσης φύσεως ιδιωτικούς φορείς, που δύνανται να κακοποιήσουν το παιδί, να το καταστήσουν θύμα εμπορίας, να το εξαναγκάσουν σε εργασία ή σε άλλη μορφή εκμετάλλευσης, συνέπεια της ανηλικότητάς του.    

Όπως βλέπετε στη διαφάνεια αυτή, παραθέτω και άλλες τρεις αποφάσεις πρώτου βαθμού, με τη μία να χορηγεί προσφυγικό καθεστώς σε έναν ασυνόδευτο ανήλικο υπήκοο Γουινέας, γεννηθέντα το 2000, του οποίου η μητέρα και πατριός είχαν δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια των φυλετικο-πολιτικών ταραχών που ξέσπασαν το 2013 με αποτέλεσμα ο αδερφός του πατριού του που ήταν στρατιωτικός , να ανέλαβε την επιμέλεια του, να τον κακομεταχειριζόταν και να τον εξέθετε αναγκαστικά σε ανθυγιεινή εργασία. Η πρωτοβάθμια αρχή λοιπον, έκρινε, παρα τις γενικες αναφορες του αιτούντος, ευλογη τη πιθανοτητα σε περιπτωση επιστροφης του να συνεχίσει να εκτιθεται στις ως ανω συνθηκες, λαμβανομενων υποψιν αφενος της επι μακρον κ κατ εξακολουθηση προσβολης θεμελιωδων δικαιωματων του και αφετερου της ανηλικοτητας του και της ελλειψης υποστηρικτικου δικτύου και ετσι, χορηγησε σ αυτον προσφυγικο καθεστως λογω ενταξης του στην ιδιαιτ κοιν ομαδα ορφανου ανηλικου χωρις υποστηρ περιβαλλον. Παρομοιως η αλλη αποφαση του ΑΚΑ Κω αφορα σε εναν ασυνοδευτο ανηλικο, υπηκοο Πακισταν, γεννηθεντα το 1999, ο οποιος εφυγε λογω κτηματικων διαφορων με τον ξαδερφο του  καθως και λογω του οτι οι γονεις του ήταν θυματα καταναγκαστικης εργασιας/ειλωτείας απο τα ξαδερφια του, ενω μάλιστα δεν μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι ο ιδιος θα μπορούσε να αποκοπεί την οικογενεια του ωστε να αποφυγει παρομοιες συνθηκες καταναγκαστικης εργασίας. Ετσι κρινοντας οτι ο εν λογω αιτων ανηκει στην κοιν ομαδα των απορων ανηλικων χωρις υποστηρικτικο δικτυο που εχουν ηδη εκτεθει σε συνθηκες εξαναγκαστικης εργασιας/ειλωτειας, χορηγησε σε αυτον προσφυγικο καθεστως. Στην τελευταία δε απόφαση, η Επιτροπή προσφυγών του Βύρωνα χορήγησε προσφυγικό καθεστώς σε μια προσφεύγουσα, υπήκοο Αιθιοπίας (εκ του πατέρα της), που είχε εκτεθεί σε συνθήκες εξαναγκαστικής παιδικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης και βάσει του προφίλ της (αναλφάβητη κοπέλα, δίχως οικογενειακό δίκτυο, θύμα εμπορίας και διακίνησης, που δεν κατείχε έγγραφα ιθαγένειας) και των συνθηκών στη χώρα καταγωγής (δηλαδή, ανισότητα αντιμετώπισης μόνων γυναικών, αδυναμία ενσωμάτωσης αυτών στην κοινωνία), θεώρησε ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα αυτή να υποστεί ως μέλος της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας των μόνων γυναικών στην Αιθιοπία να στιγματιστεί, αδυνατώντας να ενσωματωθεί στην κοινωνία της χώρας καταγωγής και να απολαύσει τα νόμιμα δικαιώματα της.

Εν τούτοις, καλώς ή κακώς, δεν χρήζουν όλοι οι ανήλικοι προστασίας υπό την έννοια της σύμβασης της Γενεύης ή των διατάξεων της επικουρικής προστασίας ή με άλλα λόγια (des slide), η ανηλικότητα άνευ άλλου τινός δεν χορηγεί στον ασυνόδευτο προσφεύγοντα καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Και για να είμαι σαφής, ας επισημάνω τα εξης για τις υποθέσεις που έρχονται ενώπιον μας. Αν μπορούσαμε λοιπον να κανουμε μια προχειρη κατηγοριοποίηση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη μία πλευρά δεχόμαστε προσφυγές ασυνόδευτων ανηλικων που εξακολουθούν να είναι ανήλικοι κατά τη διάρκεια της συνεδριασης και από την άλλη πλευρά, έχουμε υποθέσεις ασυνοδευτων ανηλικων που ενηλικιώθηκαν. 

Σε ό,τι αφορά τους προσφεύγοντες που εξακολουθούν να είναι ανήλικοι, όταν η υπόθεση φτάνει ενώπιον ημών, τα πράγματα ήταν, τουλάχιστον μέχρι τώρα, πιο ξεκάθαρα, καθώς πρακτικά, κοιτούσαμε αν, ενόψει της ένταξης του εν λόγω προσφεύγοντος σε ευάλωτη ομάδα, οι αρμόδιες αρχές ασύλου, δυνάμει της παραγρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 220/2007 έλαβαν αμέσως τα κατάλληλα μέτρα, για να εξασφαλιστεί η αναγκαία εκπροσώπηση του και ενημέρωσαν τον Εισαγγελέα Ανηλίκων (ή κατά περίπτωση, τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών) ώστε να ενεργήσει ως προσωρινός επίτροπος και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό μόνιμου επιτρόπου του ανηλίκου, ο οποίος,  συνήθως είναι κοινωνικός λειτουργός  και εν ολίγοις, εκπροσωπεί τον ανήλικο και μεριμνά για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου.

Αν, λοιπόν, δούμε ότι η αρμόδια υπηρεσία ασύλου ουδέποτε προέβη σε αυτες τις ενεργειες καθιστώντας πλημμελή τη διαδικασία, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι εγγυήσεις που προβλέπονται από το νόμο για την προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του υπό κρίση ασυνόδευτου ανηλίκου, τότε, κατά κύριο λόγο, δεχόμαστε την υπό κρίση προσφυγή, ακυρώνουμε την εν λόγω απόφαση και μέσω αναπομπής διατάσσαμε τις αρμόδιες αρχές να προβούν σε όλες τις νόμιμες ενέργειες, Παράδειγμα τέτοιας απόφασης αποτελεί η υπ’αρ.14791/19-09-2017 απόφαση της 4ης Αν.Επιτρ.Προσφυγών. Βέβαια, η πρακτική αυτή, με την τροποποίηση του 4375.2016 μεσω του 4540/2018, άλλαξε καθως επιτρεπεται πλεον η αναπομπη στον α βαθμο μονο στις περιπτωσεις των αιτησεων συνεχισης της διαδικασιας, οπότε, μένει στην πορεια του χρονου, να δούμε πώς μπορούμε εμείς σε δεύτερο βαθμό να πράττουμε προς διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος των ασυνοδεύτων.

Ως προς τους προσφεύγοντες, τώραπου ήταν μεν ανήλικοι όταν κατέθεσαν την προσφυγή, αλλά την ημ/νια της συνεδρίασης είχαν ενηλικιωθεί και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι η διαδικασία θεωρητικά έχει τηρηθεί υπό την έννοια της αποστολής των σχετικών εγγράφων από το αρμόδιο ΠΓΑ προς τις αρμόδιες αρχές (ήτοι, Εισαγγελέα και ΕΚΚΑ), αλλά, στην πράξη, είτε ο Εισαγγελέας δεν όρισε μόνιμο επίτροπο ή ο ίδιος δεν παρέστη στη συνέντευξη είτε δεν παραπέμφθηκε σε δομή φιλοξενίας (βάσει αρ.8Α και 11 Ν. 3907/2011), τα πράγματα περιπλέκονται κάπως και, έγκειται στη διακριτική ευχέρεια της κάθε Επιτροπής το πώς θα λειτουργήσει.

Με άλλα λόγια, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει μία εξ ολοκλήρου κοινή πρακτική μεταξύ των Επιτροπών αλλά σε κάθε περίπτωση μερικές από τις λύσεις που έχουν υιοθετηθεί είναι η εξής. Δεν αποκλείεται λοιπόν η Επιτροπή να ακυρώσει την πρωτοβάθμια απόφαση και αναπέμψει στον α βαθμό για την τήρηση της δεουσας διαδικασιας, αν και εδω καταλαβαίνετε οτι υπάρχει αρκετή καθυστέρηση με τον αιτούντα να είναι ήδη ενήλικος και πρακτικά το αποτέλεσμα να μην διαφοροποιείται, απλά τηρείται η ορθή διαδικασία.  Απο την αλλη πλευρά, ανεξαρτήτως του αν αυτο θεωρείται σωστό ή όχι, υπάρχουν Επιτροπες που, αφού λάβουν υπόψιν το χρόνο που θα μεσολαβήσει και εξετάσουν το υπό κρίση πραγματικό και τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά του προσφεύγοντος (πχ το claim του, την ηλικία του, την ωριμότητα του, την υπαρξη υποστηρικτικου δικτύου στη χώρα καταγωγής, την λήψη δωρεαν νομικης συνδρομής κατα το στάδιο της προσφυγής κλπ), αποφαίνονται επί της ουσίας , βασιζόμενοι στην έλλειψη λυσιτέλειας σχετικής ακύρωσης και αναπομπής  κάτι που ίσως και να ωφελεί τον ίδιο τον διοικούμενο -του οποίου η υπόθεση δεν διαιωνίζεται- και συμβάλλει στην γενικότερη αρχή της ασφάλειας του δικαίου.

Επίσης, δεν αποκλείεται, ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση να προκύπτει ότι υπάρχει ειδικότερη δικονομική βλάβη του εν λόγω προσφεύγοντος, αν πχ εχουμε μια κακή συνέντευξη ή ο, ενήλικος πάντως, προσφεύγων, μέσω προσφυγής ή υπομνήματος, να προέβαλε οψιγενεις ισχυρισμούς και ως εκ τούτου, η Επιτροπη, προτού βγάλει σχετική απόφαση επί της ουσίας, να καλέσει αυτον σε προφορική ακρόαση επί τη βάσει του αρ. 62 παρ. 1, εδ. β’, περ. α’-δ΄ του Ν. 4375/2016.

Στο σημειο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στα στατιστικά στοιχεια που ανέφερα πριν. Δυστυχώς δεν υπαρχουν διαθεσιμα στοιχεια απο τα οποία να φαίνεται σε ποσες υποθεσεις ασυνοδευτων ανηλικων ενωπιον ημων διενεργηθηκε καποια συνεντευξη, στην οποια παρεστη ο επιτροπος αυτων.  Πάντως, απ ό,τι βλέπετε, σε αυτό το διάστημα αναφοράς (από 21/07/2016 έως την 31/05/2018) βρίσκονταν ενώπιον της Αρχής Προσφυγών 451 προσφυγές ασυνόδευτων ανηλίκων, ηλικίας 14-18 ετών, εκ των οποιων το 23% περίπου ενηλικιώθηκε ή πρόκειται να ενηλικιωθεί κατά την εξέταση της προσφυγής τους από την εκάστοτε Επιτροπή, ενώ το 11 % αυτών των υποθέσεων αφορά σε υποθέσεις νησιών.  Στο σημείο αυτό, ας επισημάνω ότι ο εν λόγω αριθμός ίσως να ειναι μεγαλύτερος, ίσως κατά 100, καθώς υπάρχουν υποθέσεις των οποίων η ανηλικότητα ή ενηλικότητα δεν έχει «κλειδώσει». Αναφορικά δε με την υπηκοότητα των εν λόγω προσφευγόντων, δέον όπως αναφερθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών (ήτοι, 83,59 %) προέρχεται από το Πακιστάν με ασυνόδευτους προσφεύγοντες από το Μπαγκλαντές (σε ποσοστό ύψους 4,43 %), Αφγανιστάν, Αλβανία, Μαρόκο, Αίγυπτο, Αλγερία και Νιγηρία να ακολουθούν. Επίσης,  από τις ως άνω αναφερόμενες προσφυγές, οι 195 εκκρεμούν ενώπιον ημων (με τις 72 εξ αυτών να αφορούν σε ασυνόδευτους ανηλίκους που πρόκειται να ενηλικιωθούν κατά την ημερομηνία εξέτασης), ενώ έχουν εκδοθεί ήδη 225 αποφάσεις ουσίας (απορριπτικές κατά 93,33 %).

Αναμφίβολα, λοιπόν, από  όλα τα ανωτέρω διαφαίνεται η μεγάλη σημασία που το στοιχείο του χρόνου έχει στην όλη διαδικασία.  Στο σημείο αυτό, επίσης, θεωρώ πολύ σημαντικό να αναφέρω κάτι που τόσο εγώ όσο και συνάδελφοι μου έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει στη Θράκη, όπου δηλαδή εφαρμόζεται η διαδικασία συνόρων. Εκεί, λοιπόν, τα αιτήματα διεθνούς προστασίας ανηλίκων, απορρίπτονται με την προθεσμία των διαδικασιών του άρ.60 παρ.4 του ν.4375/2016 ενόσω εκκρεμεί η εύρεση στέγασης σε δομές φιλοξενίας, κάτι που είναι ιδιαίτερα προβληματικό, κυρίως αν ο ανήλικος δεν προσφύγει εμπροθέσμως κατά της εν λόγω απορριπτικής, του αιτήματος του, πρωτοβάθμιας απόφασης.

Σιγουρα, πάντως, θεωρω οτι ο νομος για την επιτροπεια που βρισκεται ακομη στο στάδιο διαβούλευσης  θετει καλές βάσεις μέσω, μεταξύ άλλων, της  σύστασης Εποπτικού Συμβουλίου Επιτροπείας Ασυνόδευτων Ανηλίκων, της ίδρυσης Διεύθυνσης Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων στο ΕΚΚΑ και δημιουργίας ηλεκτρονικών μητρώων Ασυνόδευτων Ανηλίκων, Επαγγελματιών Επιτρόπων και Δομών Φιλοξενίας.  Απομένει βέβαια να δούμε το πώς όλα αυτά θα εφαρμοσθούν στην πράξη.

Αθηνά ΜπάρτζηΜέλος της 7ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής υποδεικνυόμενο από την Υ.Α του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες*

*Οι θέσεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές και δεν ταυτίζονται κατ΄ ανάγκη με τις απόψεις της Υ.Α του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ή της Αρχής Προσφυγών

Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.


Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Διάσωση ανθρώπων στη θάλασσα και καθορισμός ευθύνης εξέτασης αιτήματος ασύλου κατά τον Κανονισμό «Δουβλίνο»


Εδώ και λίγες μέρες ένα θρίλερ εξελίσσεται στη Μεσόγειο. Οι ιταλικές αρχές απαγόρευσαν στο πλοίο Aquarius των SOSMéditerranée και των Γιατρών χωρίς Σύνορα, που μεταφέρει 629 μετανάστες και πρόσφυγες που διασώθηκαν στη Μεσόγειο, να προσεγγίσει τα ιταλικά λιμάνια. Μια απόφαση που η νέα κυβέρνηση Κόντε δικαιολογεί, ουσιαστικά, με το ότι η Μάλτα αρνείται, σχεδόν συστηματικά, να δεχθεί πλοία στα οποία επιβαίνουν μετανάστες και πρόσφυγες.

Η κυβέρνηση της Μάλτας, από τη δική της μεριά υποστήριξε ότι η επιχείρηση διάσωσης των μεταναστών έγινε σε διεθνή χωρικά ύδατα και γι' αυτό το «Aquarius» θα πρέπει να δέσει στο κοντινότερο λιμάνι, που είναι η Λαμπεντούζα.

Την λύση στην περιπέτεια των 629 προσφύγων και μεταναστών που επιβαίνουν στο Aquarius και το οποίο βρίσκεται από το Σάββατο σε αναμονή ανοικτά των ακτών της Μάλτας και της Ιταλίας, έδωσε τελικά η Ισπανία. Το γραφείο του Ισπανού πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, ανακοίνωσε το μεσημέρι της Δευτέρας πως η Ισπανία θα δεχθεί το πλοίο Aquarius.

Δυστυχώς, ολοένα και συχνότερα, οι διαρκώς υιοθετούμενες σκληρές πολιτικές για την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης θέτουν σε αμφισβήτηση παραδοσιακές εγγυήσεις και αρχές, ακόμα και αυτήν της μακράς ναυτικής παράδοσης της διάσωσης στη θάλασσα.

Πέρα, όμως, από κεντρικό αυτό ζήτημα, το συγκεκριμένο περιστατικό δίνει την αφορμή να μιλήσουμε και για ένα άλλο –φαινομενικά τεχνικό πλην όμως ουσιαστικό ζήτημα που δεν έχει τύχει μέχρι σήμερα της δέουσας προσοχής. Τον καθορισμό της ευθύνης εξέτασης αιτήματος ασύλου κατά τον Κανονισμό «Δουβλίνο» στην περίπτωση διάσωσης ανθρώπων στην θάλασσα.

Ως γνωστόν, με τον εν λόγω Κανονισμό[1], καθιερώθηκε στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα του ασύλου η αρχή της πρώτης χώρας υποβολής αίτησης ασύλου, σύμφωνα με την οποία μία Πολιτεία μπορεί να αρνηθεί να εξετάσει μια αίτηση ασύλου εάν διαπιστωθεί ότι ο αιτών άσυλο έπρεπε να είχε υποβάλει την αίτηση αυτή στην προηγούμενη χώρα ή στην αρχική χώρα της Ε.Ε. από την οποία είχε εισέλθει το πρώτον[2]. Ο Κανονισμός αυτός αποβλέπει στο να περιορισθεί το φαινόμενο «των προσφύγων σε τροχιά» (refugees in orbit) ώστε να αποφευχθεί η συγκέντρωση του μεγάλου όγκου των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών σε λίγες μόνο χώρες της Ε.Ε., αλλά να μοιράζεται η ευθύνη, ενώ παράλληλα με την ανθρωπιστική ρήτρα (άρ. 16) και τη ρήτρα περί διακριτικής ευχέρειας (άρ. 17), προνοεί για την επανένωση των μελών της αυτής οικογένειας και των εξαρτώμενων συγγενών τους για ανθρωπιστικούς λόγους, δίδοντας το δικαίωμα να εξετάζονται ευνοϊκά σχετικά αιτήματα που υποβάλλονται σε κράτος μέλος της Ε.Ε. από αιτούντες άσυλο αλλοδαπούς[3] 

Κομβική θέση στο σύστημα του «Δουβλίνο» καταλαμβάνει, όπως προελέχθη, το κριτήριο της χώρας «πρώτης εισόδου». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1 του ως άνω Κανονισμού, όταν διαπιστώνεται, βάσει αποδεικτικών στοιχείων ή των έμμεσων αποδείξεων, όπως περιγράφεται στους δύο καταλόγους που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 603/2013, ότι ο αιτών διέβη παρανόμως, οδικώς, διά θαλάσσης ή δι’ αέρος, τα σύνορα κράτους μέλους προερχόμενος από τρίτη χώρα, αυτό το κράτος μέλος στο οποίο εισήλθε παρανόμως είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.

Μέχρι σήμερα φαίνεται να επικρατεί η σιωπηρή παραδοχή ότι κάθε εν δυνάμει αιτών διεθνή προστασία ο οποίος εισέρχεται στο έδαφος κράτους μέλους κατόπιν επιτυχούς διάπλου έχει κατ’ ανάγκην διαβεί τα εξωτερικά σύνορα του οικείου κράτους μέλους «παρανόμως» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

Είναι όμως πάντα έτσι; Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στην περίπτωση προσώπου το οποίο, μετά από θαλάσσιο ταξίδι, αποβιβάζεται με ασφάλεια και χωρίς να εντοπιστεί και ακολούθως, σε μεταγενέστερο στάδιο, παρουσιάζεται ενώπιον των αρχών, το συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό διέβη «παρανόμως» τα σύνορα του πρώτου κράτους μέλους πράγματι ευσταθεί. Όταν όμως κάποιος διασώζεται στην ανοικτή θάλασσα και οδηγείται στο πλαίσιο επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης σε έναν «ασφαλή τόπο»[4], η νομική κατάσταση είναι πιο περίπλοκη[5]. Μπορούμε αλήθεια να θεωρήσουμε ότι ο αλλοδαπός εισήλθε «παρανόμως» στο έδαφος ενός κράτους, όταν οι ίδιες οι αρχές του κράτους αυτού «ουσιαστικά» τον μετέφεραν στη χώρα αυτή από τα διεθνή ύδατα στο πλαίσιο επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης, τηρώντας τις σχετικές τους διεθνείς υποχρεώσεις κατά το δίκαιο της θάλασσας; Πολλώ δε μάλλον, όταν ουσιαστικά ο τόπος αποβίβασής καθορίζεται από το ίδιο το συντονιστικό κέντρο θαλασσίων διασώσεων; Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σύνθετα όταν ένα άλλο κράτος - και όχι το παράκτιο αποφασίζει να επιτρέψει την αποβίβαση των μεταναστών στα λιμάνια του, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση με τους 629 μετανάστες και πρόσφυγες του Aquarius. Πως μπορεί, λοιπόν, να δεχθούμε ότι τα πρόσωπα αυτά εισήλθαν «παρανόμως» στο ισπανικό έδαφος κατά το ενωσιακό δίκαιο;

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ο λεγόμενος Κώδικας Συνόρων Σένγκεν[6], παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν από μία ή περισσότερες προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ίδιας πράξης (όπως η κατοχή έγκυρης θεώρησης) για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγω των διεθνών τους υποχρεώσεων, επιτρέποντας στους υπηκόους τρίτων χωρών την είσοδο στο έδαφός τους[7].

Το ζήτημα επεσήμανε πρώτη η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Sharpston στο περιθώριο της υπόθεσης Mengesteab[8]. Όπως σημείωσε στις προτάσεις της η Γενική Εισαγγελέας από τις σχετικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου (υπό τη μορφή της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) και του δικαίου της Ένωσης (βλ. ιδίως τον Κανονισμό 2016/1624 για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή[9] και τον Κανονισμό  56/2014 περί κανόνων επιτηρήσεως των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων[10]) δεν δίνεται άμεση και σαφή απάντηση στο ερώτημα αν πρόσωπα τα οποία διασώζονται κατά τον διάπλου της Μεσογείου και αποβιβάζονται σε παράκτιο κράτος μέλος της Ένωσης πρέπει να θεωρείται ότι διέβησαν «παρανόμως» τα σύνορα του εν λόγω κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III[11].

Μήπως, λοιπόν, η απόφαση των αρχών ενός κράτους μέλους να επιτρέψει την αποβίβαση των ανθρώπων αυτών στα λιμάνια του ισοδυναμεί τελικά με «έκδοση θεώρησης» κατά τον Κώδικα Συνόρων Σένγκεν ή εν πάση περιπτώσει καθιστά «νομιμη» την είσοδο στο ευρωπαϊκό έδαφος;  

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσής απάντησε αρνητικά σε ένα παρόμοιο ερώτημα, που αφορούσε τη μαζική διέλευση των χερσαίων συνόρων κατά τη μεταναστευτική κρίση του 2015-2016 στις υποθέσεις A.S. και Jafari της 26ης Ιουλίου 2017.

Στις υποθέσεις εκείνες, το Δικαστήριο κλήθηκε να έχει κληθεί να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με το νόημα της φράσης «[…] διέβη παρανόμως […] τα σύνορα κράτους μέλους» στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, σε συνδυασμό με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν από μία ή περισσότερες προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της ίδιας πράξης (όπως η κατοχή έγκυρης θεώρησης) για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγω των διεθνών τους υποχρεώσεων, επιτρέποντας στους υπηκόους τρίτων χωρών την είσοδο στο έδαφός τους.

Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων έχουν ως εξής: Το 2016, ένας Σύρος υπήκοος και τα μέλη δύο αφγανικών οικογενειών διέβησαν τα σύνορα μεταξύ Κροατίας και Σερβίας, παρότι δεν διέθεταν την κατάλληλη θεώρηση. Οι κροατικές αρχές οργάνωσαν τη μεταφορά των προσώπων αυτών έως τα κροατο-σλοβενικά σύνορα με σκοπό να τα βοηθήσουν να μεταβούν σε άλλα κράτη μέλη προκειμένου να υποβάλουν εκεί αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Ο Σύρος υπήκοος υπέβαλε στη συνέχεια τέτοια αίτηση στη Σλοβενία, ενώ τα μέλη των αφγανικών οικογενειών έπραξαν το ίδιο στην Αυστρία. Εντούτοις, τόσο η Σλοβενία όσο και η Αυστρία έκριναν ότι, στο μέτρο που οι αιτούντες είχαν εισέλθει παράνομα στην Κροατία, κατά τον κανονισμό Δουβλίνο III, αρμόδιες για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας των προσώπων αυτών ήταν οι αρχές του κράτους μέλους αυτού.

Το ΔΕΕ, διαπίστωσε καταρχάς ότι, κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο III, η εισδοχή στην επικράτεια κράτους μέλους ενός υπηκόου χώρας εκτός ΕΕ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί θεώρηση, ακόμη και αν η εισδοχή αυτή οφείλεται στη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων λόγω της μαζικής εισροής εκτοπισμένων προσώπων στην ΕΕ. Τούτο διότι αφενός η έννοια της θεώρησης παραπέμπει σε πράξη που εκδίδεται επισήμως από εθνική διοίκηση και όχι σε απλή ανοχή και, αφετέρου, η θεώρηση δεν συγχέεται με την εισδοχή στην επικράτεια κράτους μέλους, δεδομένου ότι η θεώρηση απαιτείται ακριβώς προκειμένου να επιτραπεί η εισδοχή αυτή.

Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η διάβαση συνόρων κατά παράβαση των προϋποθέσεων που επιβάλλει η εφαρμοστέα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος νομοθεσία πρέπει οπωσδήποτε να θεωρείται «παράνομη» κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο III.

Όσον αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, δυνάμει του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, να επιτρέπουν για ανθρωπιστικούς λόγους σε υπηκόους χωρών εκτός ΕΕ οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου να εισέλθουν στην επικράτειά τους, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η άδεια αυτή ισχύει μόνο για την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και όχι για την επικράτεια των λοιπών κρατών μελών.

Επομένως, δεν μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη εξέτασης του αιτήματος ασύλου το κράτος μέλος που αποφάσισε, για ανθρωπιστικούς λόγους, να επιτρέψει την είσοδο στην επικράτειά του υπηκόου χώρας εκτός ΕΕ ο οποίος δεν διαθέτει θεώρηση και δεν έχει τύχει απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε ότι πολίτης τρίτης χώρας του οποίου η είσοδος έγινε ανεκτή από τις αρχές ενός πρώτου κράτους μέλους, που αντιμετώπισαν την άφιξη εξαιρετικά μεγάλου αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι ζητούσαν να διέλθουν από το κράτος μέλος αυτό προκειμένου να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου που καταρχήν απαιτούνται στο πρώτο αυτό κράτος μέλος, πρέπει να θεωρείται ότι «διέβη παρανόμως» τα σύνορα του εν λόγω πρώτου κράτους μέλους κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

Η κρίση του Δικαστηρίου υπήρξε ατυχής. Αυτό που μάλλον απασχόλησε το ΔΕΕ ήταν η διατήρηση του «συστήματος Δουβλίνο» ακόμα και σε περιπτώσεις μαζικής άφιξης και όχι η ορθή ερμηνεία των κριτηρίων του Κανονισμού. Ακόμα, όμως και έτσι, το ζήτημα, στην περίπτωση των προσφύγων και μεταναστών του Aquarius είναι πιο περίπλοκο και σύνθετο.

Οι ισπανικές αρχές δεν ήσαν αντιμέτωπες με μία απρόβλεπτη και μαζική άφιξη μεταναστών, όπως οι αρχές της Κροατίας το 2015. Ούτε και «ανέχθηκαν» ή «διευκόλυναν» απλώς με ενέργειές τους την είσοδο στο έδαφός τους. Αντιθέτως, ενέκριναν ρητά και με τον πλέον επίσημο τρόπο (μέσω ανακοίνωσής του ίδιου του πρωθυπουργικού γραφείου), την είσοδο στους πρόσφυγες του Aquarius, μετά την άρνηση των αρχών της Ιταλίας και της Μάλτας να επιτρέψουν την αποβίβαση. Ουσιαστικά, οι ισπανικές αρχές εφάρμοσαν την προβλεπόμενη από τον Κώδικα συνόρων του Σένγκεν εξαίρεση, η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος να επιτρέψει σε υπηκόους τρίτων χωρών τη διάβαση των εξωτερικών συνόρων για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων[12]. Άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η υποχρέωση παροχής βοήθειας σε πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα συνιστά μια εκ των παλιότερων και θεμελιωδέστερων στοιχείων του δικαίου της θάλασσας[13].

Επομένως, ακόμα και αν η απόφασή των ισπανικών αρχών δεν ισοδυναμεί με «έκδοση θεώρησης» κατά τον Κώδικα Συνόρων Σένγκεν δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί «παράνομη» κατά την έννοια του κανονισμού «Δουβλίνο». Αντιθέτως, μπορεί να γίνει βάσιμα λόγος για «είσοδο χωρίς υποχρέωση θεώρησης» για τους σκοπούς του κανονισμού Δουβλίνο. Αυτή είναι ουσιαστικά, η μόνη εξαίρεση που προβλέπει ρητώς το δίκαιο της Ένωσης, βάσει της οποίας μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση κατοχής θεωρήσεως ένας πολίτης τρίτης χώρας. Συνεπώς, ως προς τον καθορισμό της ευθύνης εξέτασης αιτήματος ασύλου εφαρμοστέο τυγχάνει το κριτήριο του άρ. 14 του Κανονισμού και όχι εκείνο του άρ. 13 περί παράνομης διάβασης των συνόρων. Το ζήτημα όμως του αν υπάρχει ή όχι «παράνομη διέλευση των εξωτερικών συνόρων» στη διάσωση ανθρώπων στη θάλασσα έχει και ευρύτερες συνέπειες που υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού «Δουβλίνου». Αν, δεν έχουμε «παράνομη διέλευση» τότε μήπως τελικά δεν έχουμε και «παράνομη διαμονή», με αποτέλεσμα τυχόν πράξη επιστροφής-απέλασης σε βάρος τους να καθίσταται μη νόμιμη; 

Η περίπτωση, λοιπόν, των προσφύγων του Aquarius δίνει την κατάλληλη αφορμή για την ανάδειξη του ζητήματος της ορθής ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού Δουβλίνο στο πλαίσιο θαλάσσιου διάπλου. Μέχρι στιγμής, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είχε την ευκαιρία να παράσχει τις απαραίτητες ερμηνευτικές διευκρινήσεις σχετικά με την ερμηνεία του κριτηρίου της «πρώτης χώρας εισόδου» (και αντίστοιχων διατάξεων του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν) στην περίπτωση διάσωσης προσφύγων και μεταναστών στη θάλασσα. Το μόνο που χρειάζεται είναι η αποστολή ενός προδικαστικού ερωτήματος από εθνικό δικαστήριο, όπου να τίθεται ευθέως από το αιτούν δικαστήριο το σχετικό ζήτημα. Περιπτώσεις σαν και αυτής των προσφύγων του Aquarius μπορούν να αποτελέσουν το κατάλληλο «υλικό» για το «χτίσιμο» μιας τέτοιας υπόθεσης.


[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς προσδιορισμού του κράτους μέλους το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που έχει υποβληθεί σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας, ευρύτερα γνωστός ως «Δουβλίνο ΙΙ» και ο οποίος αντικαταστάθηκε από το νεότερο Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013 της 26ης Ιουνίου 2013, ευρύτερα γνωστό ως «Δουβλίνο ΙΙΙ». Τα κράτη που εφαρμόζουν τον Κανονισμό «Δουβλίνο ΙΙΙ» είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Δανία, η Ελβετία, η Εσθονία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία, η Ισλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Κροατία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Νορβηγία, η Ολλανδία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Σουηδία, η Τσεχία και η Φινλανδία (εφεξής κράτη του «Δουβλίνο ΙΙΙ»).
[2] Η συγκεκριμένη αρχή, αρχικώς θεσπίστηκε από τη Σύμβαση του Δουβλίνου που είχαν υπογράψει στις 15 Ιουνίου 1990 τα περισσότερα από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα και η οποία Σύμβαση ίσχυσε στη χώρα μας από 1.9.1997 (Ν. 1996/1991), σύμβαση η οποία πλέον αντικαταστάθηκε, μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, από τον ανωτέρω Κανονισμό 343/2003 του Συμβουλίου.
[3] Βλ. αντί άλλων Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών 3η εκδ. Εκδ.Σάκκουλας 2007, σελ. 184 επ.
[4] Η έννοια δεν ορίζεται στις συμβάσεις SOLAS ή SAR, αλλά στις κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταχείριση προσώπων που διασώζονται στη θάλασσα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (στο εξής: ΙΜΟ), ψήφισμα MSC.167(78), το οποίο υιοθετήθηκε στις 20 Μαΐου 2004. Ειδικότερα, ως «ασφαλής τόπος» νοείται η τοποθεσία εκείνη στην οποία θεωρείται ότι ολοκληρώνονται οι επιχειρήσεις διάσωσης. Είναι επίσης ο τόπος όπου η ζωή του επιζώντος δεν διατρέχει πλέον κίνδυνο και μπορούν να καλυφθούν οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες του (όπως η τροφή, η στέγη και η ιατρική περίθαλψη). Επιπλέον, είναι ο τόπος όπου μπορούν να διευθετηθούν τα ζητήματα μεταφοράς των επιζώντων στον επόμενο ή τον τελικό προορισμό τους. Ο νομοθέτης της Ένωσης υιοθέτησε σχεδόν παρόμοιο ορισμό στο άρθρο 2, παράγραφος 12, του κανονισμού Frontex.
[5] Προτάσεις Γενικής Εισαγγελέως Sharpston της 20ης Ιουνίου 2017 επί της υπόθ. C-670/16 – Mengesteab, σκ. 51.
[6] Κανονισμός (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2006, L 105, σ. 1). Έκτοτε, ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1), τον επονομαζόμενο και Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν».
[7] Άρ. 5 παρ. 4 στοιχ γ΄, του «Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν».
[8] Δεδομένου, όμως, ότι το ζήτημα δεν τέθηκε στο πλαίσιο της αίτησης προδικαστικής απόφασης, με αποτέλεσμα να μην έχουν ενημερωθεί σχετικά τα κράτη μέλη που εμπλέκονται στην εφαρμογή του συστήματος του Δουβλίνου ώστε να υποβάλλουν σχετικές γραπτές παρατηρήσεις, ενώ και από τα πραγματικά περιστατικά δεν προέκυπταν οι ακριβείς συνθήκες εισόδου του Mengesteab, τόσο η Γενικής Εισαγγελέας όσο και το Δικαστήριο δεν προχώρησαν σε περαιτέρω εξέταση του ζητήματος.  
[9] Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 863/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου και της απόφασης 2005/267/ΕΚ του Συμβουλίου
[10] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 656/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί κανόνων επιτηρήσεως των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο νε λόγω κανονισμός ενσωματώθηκε ουσιαστικά στον νεότερο Κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή.
[11] Βλ. σκ. 51-55 των Προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως.
[12] Έτσι mutatis mutandis Προτάσεις Γενικής Εισαγγελέως Sharpston της 8ης Ιουνίου 2017 επί των συνεκδικαζόμενων υποθ. C‑490/16 - A.S. και C‑646/16 - Jafari
[13] V. Moreno-Lax, «Seeking Asylum in the Mediterranean: Against a Fragmentary Reading of EU Member States’ Obligations Accruing at Sea», 23(2), International Journal of Refugee Law, (2011), σ. 174 έως 220, ιδίως σ. 194.



Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

ΔΠρΘεσ 15/2018: Καθυστερημένη έκδοση άδειας παραμονής και χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να συντρέχει η προϋπόθεση πλήρους ασφάλισης ασθενείας για την ανανέωση της άδειας



5. Επειδή, τόσο υπό την ισχύ του ν. 4251/2014 όσο και υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος ν. 3386/2005, η πλήρης ασφάλιση ασθενείας αποτελεί γενική προϋπόθεση του δικαιώματος διαμονής στην Ελλάδα των υπηκόων τρίτων χωρών, της οποίας η συνδρομή πρέπει ν’ αποδεικνύεται, σε περίπτωση ανανέωσης άδειας διαμονής, κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου αιτήματος, οπότε και απαιτείται εκ του νόμου η υποβολή όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών, με εξαίρεση τα ρητώς αναφερόμενα, αρχικά στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3386/2005 και, κατόπιν, στο άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 4251/2014, για τα οποία παρέχεται υπό προϋποθέσεις η ευχέρεια να προσκομιστούν εντός εξαμήνου από την κατάθεση του αιτήματος ανανέωσης και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το απαιτούμενο προς ανανέωση άδειας διαμονής θεωρημένο βιβλιάριο υγείας. Όμως, το ως άνω χρονικό σημείο (κατάθεση της αίτησης) κατά το οποίο πρέπει να συντρέχει η προϋπόθεση της πλήρους ασφάλισης ασθενείας επελέγη από το νομοθέτη υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή υποβάλλεται εντός των χρονικών ορίων που τίθενται αρχικά από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3386/2005 και, κατόπιν, από το άρθρο (εντός των δύο μηνών πριν τη λήξη της προηγούμενης άδειας διαμονής και έως ένα μήνα μετά τη λήξη αυτής), της εν λόγω επιλογής μη καλύπτουσας την περίπτωση που η αίτηση ανανέωσης κατατίθεται παραδεκτώς μεταγενεστέρως, εξαιτίας καθυστερημένης έκδοσης της άδειας διαμονής και επίδοσής της ληγμένης στον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό. Τούτο διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η συνδρομή της ως άνω ουσιαστικής κι άμεσα συνδεόμενης με το σκοπό της ανανέωσης του συγκεκριμένου τύπου άδειας διαμονής προϋπόθεσης θα μετατοπιζόταν από το χρόνο που παγίως προέβλεψε ο εθνικός νομοθέτης στο τυχαίο χρονικό σημείο που δυνήθηκε ο αλλοδαπός ν’ ασκήσει την αίτηση ανανέωσης εξαιτίας της καθυστέρησης της Διοίκησης ν’ ασκήσει την αρμοδιότητά της (πρβλ. ΣτΕ 1386/2012). Συνεπώς, στην περίπτωση έκδοσης ληγμένης άδειας διαμονής μέλους οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας, η αρμόδια για την ανανέωσή της Αρχή οφείλει να ελέγχει εάν συντρέχει η προϋπόθεση ύπαρξης πλήρους ασφάλισης ασθενείας κατά το σταθερό (και όχι τυχαίο) χρονικό σημείο λήξης της.

[…] 9. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην πέμπτη σκέψη, κατά τα οποία, σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ανανέωση ληγμένης άδειας διαμονής μέλους οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας (ήτοι άδειας διαμονής που εκδόθηκε κι επιδόθηκε μετά τη λήξη της), η αρμόδια για την ανανέωσή της Αρχή οφείλει να ελέγξει εάν συντρέχει η προϋπόθεση ύπαρξης πλήρους ασφάλισης ασθενείας κατά το σταθερό χρονικό σημείο της λήξης της και όχι κατά το τυχαίο χρονικό σημείο υποβολής του αιτήματος ανανέωσης. Συνεπώς, εν προκειμένω, που η αιτούσα ζήτησε την ανανέωση της ισχύουσας για το διάστημα 18.3.2010/17.3.2012 άδειας διαμονής της, που εκδόθηκε ληγμένη στις 25-2-2013 και της επιδόθηκε στις 19-3-2013, κρίσιμος χρόνος εξέτασης περί του αν πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης πλήρους ασφάλισης ασθενείας είναι η 17η-3-2012, ημερομηνία κατά την οποία ίσχυε το θεωρημένο για το διάστημα 1.3.2012/28.2.2013 οικογενειακό βιβλιάριο υγείας που η αλλοδαπή προσκόμισε στη Διοίκηση και όχι η ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ανανέωσης (18-4-2013), όπως θεώρησε η Διοίκηση, εφαρμόζοντας κι ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις προαναφερόμενες (στη μείζονα σκέψη) διατάξεις, με συνέπεια την απόρριψη του αιτήματος ανανέωσης της άδειας διαμονής της αιτούσας, με μοναδική αιτιολογία ότι το προσκομισθέν οικογενειακό βιβλιάριο υγείας δεν ίσχυε κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος αυτού. Για τον λόγο τούτο, που εμμέσως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ακύρωσης – ο οποίος, άλλωστε, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενος στην ορθή εφαρμογή του νόμου (πρβλ. ΣτΕ 1247/2004, 2580/2001, 4291/1999) –, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, παρελκομένης ως αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων ακύρωσης, η προσβαλλόμενη πράξη ν’ ακυρωθεί και η υπόθεση ν’ αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να εξετάσει εάν πληρούται οι λοιπές προϋποθέσεις ανανέωσης της άδειας διαμονής της αιτούσας. […] Δέχεται την αίτηση.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Γνωμ Ολ ΝΣΚ 21/2018: Νομιμοποίηση δικηγόρων που φέρονται ότι εκπροσωπούν αλλοδαπούς στις συναλλαγές τους με τη διοίκηση, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση



Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε πλήρη Ολομέλεια γνωμοδότησε κατα πλειοψηφία ότι ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης που να επιβάλλει συγκεκριμένο τύπο για την πληρεξουσιότητα, ισχύει ο γενικός κανόνας περί του άτυπου της παροχής πληρεξουσιότητας από τους εντολείς προς τους δικηγόρους.  

Επομένως, στις διοικητικές υποθέσεις υπηκόων τρίτων χωρών που αναφέρονται στο ερώτημα [ήτοι:

α) αιτήσεις για χορήγηση βεβαίωσης περί του αν υφίσταται σε βάρος τους το μέτρο της απαγορεύσεως εισόδου στη χώρα μας ή στον χώρο Σένγκεν,

β) αιτήσεις για πληροφόρηση σχετικά με τους λόγους, για τους οποίους αυτοί είναι καταχωρημένοι στον Ειδικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.ΑΝ.Α.),

γ) αιτήσεις για τη διαγραφή των μέτρων απαγορεύσεως εισόδου που υφίστανται σε βάρος τους και τους έχουν επιβληθεί από τις ελληνικές αρχές,

δ) κατάθεση διοικητικών προσφυγών σε περιπτώσεις συλλήψεως - κρατήσεως αλλοδαπών, οι οποίοι εισέρχονται ή διαμένουν παράτυπα στη χώρα μας και για τους οποίους κινείται η διαδικασία της διοικητικής απελάσεως ή επιστροφής τους, κατόπιν σχετικής αποφάσεως και

ε) αιτήσεις για παράταση της προθεσμίας προς οικειοθελή αναχώρηση αλλοδαπών που τελούν υπό διοικητική επιστροφή, των οποίων η κράτηση έχει αρθεί],

υποχρεούνται οι αστυνομικές υπηρεσίες να συναλλάσσονται με δικηγόρους που τους εκπροσωπούν, συμμορφούμενες, κατ’ αρχάς, με την ΔΙΣΚΠΟ/Φ.18/ΟΙΚ. 11853 από 6-5-2009 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτ/κών, για την νομιμοποίηση δε του δικηγόρου αρκεί, είτε η υπογραφή με την σφραγίδα του δικηγόρου επί των αιτήσεων ή των διοικητικών προσφυγών, που κατατίθενται αρμοδίως για λογαριασμό του εντολέα του και υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου του τελευταίου, είτε, σε περίπτωση προσωπικής επαφής με τις ως άνω αρχές, για την παρακολούθηση διοικητικής υποθέσεως, η επίδειξη της δικηγορικής ταυτότητάς του (από την οποία προκύπτουν το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός μητρώου του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει), καθώς και η προφορική ή γραπτή δήλωσή του ότι είναι πληρεξούσιος του εντολέα, τον οποίο αφορά η υπόθεση (πλειοψ.).

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Ερωτήσεις και απαντήσεις για το «πάγωμα» της συμφωνίας επανεισδοχής με την Τουρκία



Πριν λίγες ώρες, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών προανήγγειλε την απόφαση της χώρας του να αναστείλει τη συμφωνία επανεισδοχής μεταναστών με την  Ελλάδα, σύμφωνα με όσα μεταδίδει το Reuters, επικαλούμενο δηλώσεις του κ. Τσαβούσογλου στην  Χουριέτ.

Όπως μεταδίδουν τα τουρκικά ΜΜΕ, η απόφαση ελήφθη σε αντίποινα για τους «8» τούρκους αξιωματικούς που η Ελλάδα αρνείται να απελευθερώσει και η Άγκυρα κατηγορεί για ενεργή συμμετοχή στο πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 2016 και οι οποίοι κατέφυγαν στην Ελλάδα ζητώντας άσυλο.

«Υπάρχει μια συμφωνία για το μεταναστευτικό με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουμε και μία διμερή συμφωνία επανεισδοχής με την Ελλάδα. Έχουμε σταματήσει τη συμφωνία επανεισδοχής και θα συνεχίσουμε τη δουλειά μας απέναντι στην Ελλάδα», ανέφερε ο κ. Τσαβούσογλου.

Τι σημαίνει όμως αυτή εξαγγελία του τούρκου Υπουργού Εξωτερικών; Πως επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τους πρόσφυγες και μετανάστες που βρίσκονται στα ελληνικά νησιά; Στις ακόλουθες γραμμές θα επιχειρήσω να δώσω κάποιες σύντομες σχετικές απαντήσεις. Είναι προφανές ότι η προσέγγιση του ζητήματος δεν γίνεται με όρους διεθνών σχέσεων, διπλωματίας ή πολιτικούς αλλά κατά βάση νομικά.

Πρώτα απ’ όλα όμως είναι αναγκαίο να γίνουν ορισμένες νομικές επισημάνσεις αναφορικά με το σχετικό πλαίσιο που διέπει την επανεισδοχή μεταναστών προς την Τουρκία  


Τι είναι η «επανεισδοχή»;

Με τον όρο ««επανεισδοχή» νοείται η διαδικασία που ακολουθείται για την απομάκρυνση, από ένα κράτος προς ένα άλλο,  προσώπων (υπηκόων του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών), τα οποία έχουν συλληφθεί να εισέρχονται παράνομα, να ευρίσκονται παράνομα ή να διαμένουν παράνομα στο αιτούν κράτος.

Για τον σκοπό αυτό μεταξύ των κρατών συνάπτονται ειδικές συμφωνίες επανειδοσχής (διμερείς ή και πολυμερείς). Έτσι, επί παραδείγματι, μέχρι σήμερα η χώρα μας έχει υπογραψει μια σειρά διεθνών συμφωνιών για την επανεισδοχή παρανόμως εισελθέντων ή διαμενόντων στην επικράτεια της, όπως με την Κροατία (ν. 2350/1995), τη Σλοβενία (ν. 2353/1995), την Πολωνία (ν. 2384/1996), τη Βουλγαρία (ν. 2406/1996), με την Ιταλία (ν. 2857/2000), τη Λετονία (ν. 2861/2000), τη Λιθουανία (ν. 2911/2001), με τη Γαλλία (ν. 2917/2001), την Τουρκία (ν. 2926/2001), την Μάλτα (ν. 3125/2003), την Ουγγαρία (ν. 3321/2005), τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (ν. 3547/2007), την Ελβετία (ν. 3726/20080), κ.α.

Αντίστοιχες συμφωνίες έχει υπογράψει για λογαρισμό των κρατών μελών και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τρίτες χώρες, όπως με την Αλβανία (ΕΕ L 124/17.5.2005), τη Ρωσία (ΕΕ L 129/17.5.2007) την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (ΕΕ L 334/19.12.2007), με την Ουκρανία (ΕΕ L 332/18.12.2007), την Μολδαβία (ΕΕ L 334/19.12.2007), με το Πακιστάν (ΕΕ L 287/04.11.2010), με την Γεωργία (ΕΕ L 052/25.2.2011), την Τουρκία (ΕΕ L 134/7.5.2014), ενώ προωθείται και η σύναψη συμφωνιών και με άλλες χώρες, προκειμένου να επιστρέφονται οι παράνομα εισερχόμενοι στην ΕΕ πολίτες τους.

Αυτό, όμως, που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η επανεισδοχή, που προβλέπεται στις ανωτέρω συμφωνίες, δεν συνιστά ιδιαίτερη μορφή απομάκρυνσης, αλλά αφορά στη διαδικασία που ακολουθείται για την απομάκρυνση ή την άρνηση εισόδου παρανόμως εισερχομένων αλλοδαπών, η οποία θα πρέπει πάντοτε να διενεργείται βάσει του εθνικού δικαίου της εκάστοτε συμβαλλόμενης χώρας[1].

Με άλλα λόγια η νομική πράξη βάσει της οποίας απομακρύνεται ένας αλλοδαπός από την Ελλάδα παραμένει πάντα η «απέλαση»[2] ενώ η «επανεισδοχή» είναι η διαδικασία που ακολουθείται για την υλοποίηση της διαταχθείσας απέλασης δια της μεταφοράς του ενδιαφερομένου προς το κράτος της καταγωγής ή προέλευσής. 


Ποιες είναι οι ισχύουσες νομικές πράξεις για την «επανεισδοχή» προσφύγων και μεταναστών προς την Τουρκία;

Σε ό,τι αφορά τις επιστροφές που πραγματοποιούνται από την Ελλάδα στην Τουρκία, ισχύουν οι εξής δύο νομικές συμφωνίες «επανειδοχής»:

α) Το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής το οποίο υπεγράφη στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2001 και κυρώθηκε με το ν.3030/2002 (ΦΕΚ Α΄-163/15-07-2002).

β) Η Συμφωνία Επανεισδοχής Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας η οποία υπεγράφη στις 16 Δεκεμβρίου 2013 στην Άγκυρα και τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2014 για την επανεισδοχή υπηκόων Τουρκίας. Από την 1η Ιουνίου 2016 τέθηκε σε ισχύ και για τους υπηκόους τρίτων χωρών, αντικαθιστώντας το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής.

Παράλληλα, στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η λεγόμενη «Κοινή Δήλωση» της Ε.Ε. και Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016, σύμφωνα με την οποία, από τις 20 Μαρτίου 2016, όλοι οι νεοεισερχόμενοι στα ελληνικά νησιά αλλοδαποί θα επιστρέφονται στην Τουρκία.

Η «συμφωνία αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης και προβληματισμού. Μεταξύ αυτών και το ζήτημα της νομικής της φύσης, αν δηλαδή αποτελεί νομικό κείμενο με την κλασική έννοια του διεθνούς συμβατικού δικαίου[3].

Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόσφατα έκρινε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί των προσφυγών τριών αιτούντων άσυλο κατά της δηλώσεως ΕΕ-Τουρκίας για την επίλυση της μεταναστευτικής κρίσεως. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο δεν είναι σαφές αν υπήρξε πράγματι διεθνής συμφωνία, αλλά ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν πράγματι δυνατή η άτυπη σύναψη διεθνούς συμφωνίας κατά τη συνάντηση της 18ης Μαρτίου 2016, η συμφωνία αυτή συνήφθη από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ένωσης και τον Τούρκο Πρωθυπουργό και όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση[4].

Φυσικά, το ζήτημα δεν είναι δυνατόν να αναλυθεί σε όλη του την έκταση μέσα στο σύντομο αυτό κείμενο. Δεν μπορεί, όμως να παραγνωριστεί ότι εκείνη την ημέρα, στις 18 Μαρτίου 2016 κάτι πράγματι συμφωνήθηκε. Τι ήταν αυτό; Μεταξύ άλλων, η Ελλάδα δεσμεύτηκε ουσιαστικά ότι θα εφαρμόσει στην πράξη την ρήτρα της ασφαλούς τρίτης χώρας ως προς την Τουρκία, εξετάζοντας τις αιτήσεις ασύλου επί του παραδεκτού, η Τουρκία ότι θα δεχθεί επιστροφές από την Ελλάδα, η ΕΕ ότι θα παράσχει υποστήριξη στην εφαρμογή της συμφωνίας και τα κράτη της ΕΕ ότι θα επανεγκαταστήσουν σύριους από την Τουρκία στο έδαφός τους (με βάση τον κανόνα 1:1).

Άρα, επομένως, υπήρξε τελικά συμφωνία. Το αν η συμφωνία αυτή παράγει κανόνες δικαίου, καθώς και αν για την σύναψη ή την επικύρωση της τηρήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου εκάστης χώρας ώστε να αποκτήσει νομική δεσμευτικότητα είναι ένα άλλο θέμα. Έτσι, επί παραδείγματι, αν δεχτούμε ότι δεν ήταν συμφωνία της Ε.Ε. αλλά των κρατών, τότε θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι θα έπρεπε να έχει επικυρωθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο ώστε να αποκτήσει νομική δεσμευτικότητα και στο εσωτερικό της χώρας.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι η «Κοινή Δήλωση» αναπτύσσει τελικά νομική δεσμευτικότητα, δεν αναφέρει τίποτα για το πως ουσιαστικά λαμβάνει χώρα η «επανεισδοχή».

Στην πραγματικότητα, η «επανεισδοχή» μεταναστών από την Ελλάδα προς την Τουρκία δεν ρυθμίζεται από τη λεγόμενη Συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το προσφυγικό της 18ης Μαρτίου του 2016. Αντιθέτως, εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τη συμφωνία επανειδοχής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας της 16ης Δεκεμβρίου 2013 και το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής του 2001, στον βαθμό που οι διατάξεις της εν λόγω πράξης συμβιβάζονται προς τις διατάξεις της συμφωνίας της 16ης Δεκεμβρίου 2013 ή που ρυθμίζουν ζητήματα που δεν προβλέπει η τελευταία αυτή συμφωνία[5].


Τι σημαίνει πρακτικά το πάγωμα της συμφωνίας επανεισδοχής;

Με βάση, λοιπόν, όσα ήδη αναφέραμε, ας δούμε πλέον τι σημαίνει πρακτικά η εξαγγελία για πάγωμα της συμφωνίας επανεισδοχής που εξήγγειλε ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών.

Από τις μέχρι τώρα πληροφορίες φαίνεται ότι ο τούρκος Υπουργός Εξωτερικών αναφέρεται στο διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής του 2001. Την εφαρμογή αυτού λοιπόν του πρωτοκόλλου, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, η Τουρκία φέρεται να προτίθεται να αναστείλει και όχι να καταγγείλει επισήμως, δια της διπλωματικής οδού[6]. Ουσιαστικά, δηλαδή αυτό που προτίθεται να κάνει η Τουρκία είναι να πάψει να δέχεται επιστροφές μεταναστών από την Ελλάδα με βάση το εν λόγω πρωτόκολλο.

Το πρώτο πράγμα, που εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς είναι τι σημασία έχει αυτή η κίνηση από τη στιγμή που ήδη υπάρχει η Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ- Τουρκίας της 16ης Δεκεμβρίου 2013, η οποία όπως αναφέραμε ήδη έχει αντικαταστήσει ουσιαστικά το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής.

Ωστόσο, η εν λόγω συμφωνία της Ε.Ε. με την Τουρκία, προβλέπει μεταξύ άλλων, την κατάρτιση εφαρμοστικών πρωτοκόλλων μεταξύ της χώρας αυτής και ενός εκάστου κράτους μέλους της Ε.Ε. για τη ρύθμιση θεμάτων όπως ο ορισμός των αρμόδιων αρχών, τα σημεία συνοριακής διέλευσης και η ανταλλαγή των σημείων επαφής, η διαδικασία συνεντεύξεων με τους ενδιαφερομένους οι ειδικότεροι όροι επιστροφής υπό συνοδεία, καθώς και άλλες ειδικότερες λεπτομέρειες επανεισδοχής. 

Μέχρι σήμερα η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τις τουρκικές αρχές και εκκρεμεί η υπογραφή σχετικού Εφαρμοστικού Πρωτοκόλλου. Για το λόγο αυτό και για την επανεισδοχή από την Ελλάδα στην Τουρκία έχουν μέχρι σήμερα εφαρμοστεί συμπληρωματικά οι αντίστοιχες ρυθμίσεις του διμερούς πρωτοκόλλου του 2001. Θα μπορούσε, επομένως, να σκεφτεί κανείς, ότι το «πάγωμα» του διμερούς πρωτοκόλλου θα καταστήσει ουσιαστικά δυσχερή έως αδύνατη την πραγματοποίηση επανεισδοχών, στο βαθμό που μεταξύ Ελλάδας (ως μέλους της ΕΕ) και της Τουρκίας δεν έχουν ρυθμιστεί όλες οι ανωτέρω λεπτομέρειες με εφαρμοστικό πρωτόκολλο. Τεχνικά, όμως ακόμα και έτσι, το γεγονός ότι η Τουρκία «παγώνει» την εφαρμογή του διμερούς πρωτοκόλλου, δεν σημαίνει οι ως άνω ρυθμίσεις του παύουν να ισχύουν νομικά.

Ουσιαστικά, η υποχρέωση της Τουρκίας να δεχθεί την επανεισδοχή μεταναστών από την Ελλάδα εξακολουθεί να ισχύει στο έπακρο. Τυχόν άρνησή της Τουρκίας να δεχθεί επανεισδοχές από την Ελλάδα θα παραβιάζει τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Όχι προς την Ελλάδα αλλά προς την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, προς την οποία έχει αναλάβει ήδη από το 2013 τη δέσμευση ότι θα δέχεται «επανεισδοχές». Η άρνηση επομένως να δεχθεί επανεισδοχές από τη χώρα μας δεν είναι εν τέλει ένα διμερές θέμα αλλά μια σαφής παραβίαση της ίδιας της συμφωνίας της με την Ένωση.  Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει στη διάθεση της επιχειρήματα και μέσα για να αντιδράσει.




[1] Ι. Συμεωνίδης, Η διοικητική απέλαση, 2008, σελ. 239, Ε.Πουλαράκης, Η προσωρινή δικαστική προστασία του αλλοδαπού από την πράξη της διοικητικής απέλασης, 2014, σελ.47-48
[2] βλ. άρ. 76 του ν.3386/2005, όπως αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ. Πρβλ. άρ. 17 παρ. 2 ν. 3907/2011, σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις περί «επιστροφής» βάσει της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ δεν εφαρμόζονται σε όσους συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί στη συνέχεια άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στη Χώρα.
[3] Βλ. αντί άλλων Violeta Moreno-Lax, The (Nature and Effects of the) EU-Turkey Deal on Refugee Flows: Ignoring Treaty-Making Rules, Undermining Supranational Democracy, https://www.uaces.org/events/conferences/london/papers/abstract.php?paper_id=777#.WxlydtSFPct
[4] Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της EE της 28ης Φεβρουαρίου 2017 στην υπόθεση T -192/16, NF κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, [Προσφυγή ακυρώσεως – Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016 – Δελτίο Τύπου – Έννοια της «διεθνούς συμφωνίας»], ΕΜΕΔ 2016,192 με παρατ Κ. Καζανά, Μ. Μουρτζάκη.  
[5] βλ. άρ. 21 της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για την επανεισδοχή.
[6] Κατ’ εφαρμογή και των οριζόμενων στο άρθρο 13 αυτού

ΔΠρΑθ 7065/2018: Αστική ευθύνη δημοσίου λόγω παράνομης απόρριψης άδειας διαμονής σε σύζυγο Έλληνα πολίτη



10. … η απόρριψη αιτήματος χορήγησης άδειας παραμονής αλλοδαπής, υπηκόου τρίτης χώρας, ως συζύγου Έλληνα πολίτη, μπορεί να χωρήσει, …, μεταξύ άλλων, και για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εφόσον, όμως, η Διοίκηση αιτιολογεί ειδικώς τη σχετική κρίση της, … στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση δεν επικαλείται συγκεκριμένους και επιτακτικούς λόγους, ικανούς, ενόψει της ιδιότητας της ενάγουσας ως συζύγου ημεδαπού, να δικαιολογήσουν την άρνησή της να χορηγήσει σ’ αυτήν άδεια παραμονής, προκειμένου να διασφαλισθεί η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ενώ, η υφιστάμενη απαγόρευση εισόδου που συνέτρεχε στο πρόσωπό της, με το πατρικό της επώνυμο, από τις 28-5-2004, χωρίς να εξειδικεύεται επί ποιων γεγονότων τούτη ερείδεται και χωρίς να συνδέεται με περιστάσεις διασάλευσης της δημόσιας τάξης ή της κρατικής ασφάλειας, δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, λόγο ικανό να στηρίξει την απόρριψη του σχετικού ως άνω αιτήματος της ενάγουσας, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η …/25-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, παρίσταται ανεπαρκώς αιτιολογημένη και είναι, κατά τούτο, μη νόμιμη και ικανή, κατ’ αρχήν, να θεμελιώσει σε βάρος του εναγομένου αδικοπρακτική ευθύνη (κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ) προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη, από την προαναφερθείσα αιτία, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, ως προς το κονδύλιο της αγωγής που αναφέρεται στη θετική ζημία της ενάγουσας, ποσού 3.000 ευρώ, που αντιστοιχεί, όπως υποστηρίζει, στα έξοδα των δικαστικών ενεργειών, στις οποίες προέβη ένεκα της ανωτέρω παράνομης σε βάρος της πράξης, τούτο τυγχάνει αναπόδεικτο, αφού δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο επ’ αυτού. Περαιτέρω, ως προς την ηθική βλάβη που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) εξαιτίας της έκδοσης της ως άνω μη νόμιμης απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής και ενόψει, αφενός, της κοινωνικής κατάστασης της ενάγουσας, αφετέρου, του δυσμενούς χαρακτήρα της εν λόγω απόφασης και των σοβαρών επιπτώσεων που μπορούσε να επιφέρει στην προσωπική της κατάσταση, τούτη υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, συνιστάμενη στο άγχος και στην ανασφάλεια που βίωσε, υπό το ενδεχόμενο της εξαναγκασμένης απομάκρυνσής της από τη Χώρα και της διάσπασης των οικογενειακών δεσμών της και β) η ανωτέρω βλάβη της ενάγουσας προκλήθηκε αιτιωδώς και αποκλειστικά από την εν λόγω παράνομη πράξη του ανωτέρω οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου και όχι από ενέργειες και παραλείψεις της ενάγουσας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο, δοθέντος ότι η τελευταία παρέστη, όπως της ζητήθηκε, μαζί με τον σύζυγό της, σε συνέντευξη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Μετανάστευσης προς διαπίστωση της υφιστάμενης προσωπικής κατάστασής της, όπου και δήλωσε τα προσωπικά της στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1559/2011), το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη στη συγκεκριμένη περίπτωση από την ανωτέρω παράνομη πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, ως οργάνου του εναγομένου, η οποία προσδιορίζεται στο εύλογο ποσό των 2.000 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του αιτήματος της αγωγής.

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο: Ειδική έκθεση για την ένταξη μεταναστών στην Ευρώπη



Πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου επισημαίνει τις προκλήσεις για την ένταξη μεταναστών, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η έκθεση εντοπίζει τις εξής κυρίως βασικές προκλήσεις:              
  • Καθυστερήσεις στη διοικητική διεκπεραίωση αιτήσεων και την έλλειψη συντονισμού τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο
  • Οι πολιτικές ένταξης διαφέρουν από κράτος σε κράτος και συχνά έχουν ως αποδέκτες ορισμένες μόνο ομάδες αφήνοντας άλλες εκτός πχ νέους μετανάστες ή ανιθαγενείς
  • Οι διακρίσεις και η άνοδος του αντι-μεταναστευτικού κλίματος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Για το λόγο αυτό το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο καλεί τα κράτη μέλη και τα ευρωπαϊκά όργανα να εγγυηθούν ισότιμη πρόσβαση σε πολιτικές ένταξης και να αναπτύξουν ειδικές πολιτικές κατά των διακρίσεων
  • Η χρηματοδότηση. Επί του παρόντος υπάρχουν ποικίλες πηγές χρηματοδότησης για μετανάστες με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να έχει εικόνα πόσα χρήματα πάνε στην ένταξη  
  • Η απροθυμία των κρατών να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους. Μέχρι σήμερα έχουν υλοποιηθεί μόνο τα 23 από τα 52 σημεία του σχεδίου δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2016 ενώ και η Επιτροπή δεν παρακολουθεί τις δράσεις των κρατών μελών
  • Δεν υπάρχει επαρκής παρακολούθηση και συγκέντρωση δεδομένων σχετικά με τις πολιτικές ένταξης και τα αποτελέσματά τους.

Μπορείτε να κατεβάσετε την έκθεση στον ακόλουθο σύνδεσμο

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *