Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Αποδιδόμενος σεξουαλικός προσανατολισμός ως βάση αιτήματος ασύλου



Με την υπ’ αριθμ 401/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά ακυρώθηκε η απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών σχετικά με την απόρριψη χορήγησης ασύλου, καθώς κρίθηκε ότι μη νόμιμα και αναιτιολόγητα η Επιτροπή δεν εξέτασε τον προβληθέντα, ενώπιόν της, ουσιώδη λόγο του αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού σε αιτούμενο άσυλο από οργανωμένη ομάδα στη χώρα καταγωγής του.

H δίωξη ατόμων εξαιτίας της προκατάληψης και του μίσους εναντίον τους, λόγω πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμό αποτελεί συχνό φαινόμενο σε όλες τις περιοχές του κόσμου[1].

Αν και η Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου δεν δημοσιεύει αποκλειστικά στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από λεσβίες, ομοφυλόφιλους, αμφισεξουαλικά, τρανς, κουήρ ή ίντερσεξ άτομα (ΛΟΑΤΚΙ)[2], έχει παρατηρηθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει σημαντική αύξηση του αριθμού των σχετικών αιτημάτων[3]. Μεταξύ αυτών, κάποια αιτήματα γίνονται δεκτά είτε από τον πρώτο βαθμό είτε μετά την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών[4], ενώ και τα διοικητικά δικαστήρια, έχουν δεχτεί αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης απόφασης των Επιτροπών, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού[5].

Ωστόσο, η σχολιαζόμενη απόφαση αποτελεί σημαντική εξέλιξη στην ελληνική νομολογία[6], καθώς για πρώτη φορά ακυρώνεται απορριπτική απόφαση για την χορήγηση διεθνούς προστασίας, για λόγους αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού/νομιζόμενων χαρακτηριστικών.

Υπενθυμίζεται ότι ως «σεξουαλικός προσανατολισμός» ορίζεται η ικανότητα του προσώπου να νιώθει εσωτερική συγκινησιακή, συναισθηματική και σεξουαλική έλξη για άτομα διαφορετικού ή ίδιου φύλου ή περισσότερων του ενός φύλου και να διατηρεί με αυτά προσωπικές και σεξουαλικές σχέσεις[7]. Σύμφωνα με τη νομολογία διαφόρων κρατών, ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τη συμπεριφορά ή με πληθώρα σεξουαλικών πράξεων, αλλά και με την ταυτότητα ενός προσώπου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό επιδιώκει να την εκφράσει[8].

Στο πλαίσιο του προσφυγικού δικαίου, ο σεξουαλικός προσανατολισμός έχει συνδεθεί στενά με την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[9]. Στο άρθρο 1Α§2 της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 (εφεξής Σύμβαση), ως πρόσφυγας ορίζεται κάθε πρόσωπο, το οποίο συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει της προστασίας της χώρας αυτής.

Γίνεται αντιληπτή η έλλειψη ειδικής μνείας, στον ορισμό της Σύμβασης, στο στοιχείο του σεξουαλικού προσανατολισμού, εξαιτίας της οποίας, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου δεν θεωρήθηκαν ως σχετικοί λόγοι διώξεων[10]. Η έλλειψη αυτή δικαιολογείται από το ιστορικό πλαίσιο και το σκοπό για τον οποίο υπογράφηκε, λίγα χρόνια μόλις μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, τόσο τα εθνικά δικαστήρια[11] όσο και οι σχετικοί διεθνείς οργανισμοί, ερμηνεύοντας τη Σύμβαση ως ένα «ζωντανό όργανο», έχουν δεχθεί την υπαγωγή των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στην κατηγορία της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, είτε υπό την προσέγγιση των «προστατευόμενων χαρακτηριστικών», είτε υπό την προσέγγιση της «κοινωνικής οριοθέτησης»[12].

Ενσωματώνοντας, λοιπόν, την σύγχρονη προσέγγιση του ζητήματος, η Ευρωπαϊκή νομοθεσία κατέστησε σαφές ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι, προσδιοριστικό γνώρισμα μίας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αναφέρεται ότι «(Λόγοι Δίωξης) 1. Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία: δ) η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων: [...] Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του σεξουαλικού προσανατολισμού. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανόμενης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας».

Στη δεύτερη παράγραφο του ως άνω αναφερόμενου άρθρου παρατηρείται μία σημαντική προσθήκη που σχετίζεται άμεσα με τη σχολιαζόμενη απόφαση. Αναφέρεται ότι «Κατά την αξιολόγηση του βασίμου του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον δράστη της δίωξης».

Ρητώς, λοιπόν, η ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ότι δεν απαιτείται ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος να οφείλεται αποκλειστικά στην πραγματική ύπαρξη ενός ή περισσότερων από τους πέντε λόγους που απαριθμεί ο ορισμός του πρόσφυγα, αλλά αρκεί και μόνο τα κρατικά ή τα μη κρατικά όργανα δίωξης να αποδίδουν ή να καταλογίζουν στον ενδιαφερόμενο κάποιο χαρακτηριστικό στοιχείο.

Επομένως, από τον συνδυασμό των ανωτέρων άρθρων προκύπτει ότι μπορεί να προβληθεί ως βάση αιτήματος ασύλου ο φόβος δίωξης λόγω αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού.

Εξάλλου, και στις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σχετικά με τα Αιτήματα Ασύλου που στηρίζονται στο Σεξουαλικό Προσανατολισμό και στην Ταυτότητα του Γένους (εφεξής Κατευθυντήριες Οδηγίες) αναφέρεται ότι αιτούντες άσυλο μπορεί να έχουν υποστεί διώξεις λόγω του πραγματικού ή του αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού τους ή της ταυτότητας του φύλου τους[13].

Ο αποδιδόμενος σεξουαλικός προσανατολισμός σχετίζεται με τις ιδιότητες που αποδίδονται σε ένα πρόσωπο σχετικά με τη σεξουαλικότητά του, οι οποίες μπορεί να φαίνεται ότι δε συνάδουν με τις πολιτικές, πολιτιστικές ή κοινωνικές νόρμες. Οι νομιζόμενες αυτές ιδιότητες συνδέονται άμεσα με το φύλο/γένος και τις στερεοτυπικές αντιλήψεις σχετικά με τον «κοινωνικώς αποδεκτό» σεξουαλικό προσανατολισμό κάθε φύλου. Για παράδειγμα, ένας άντρας που διατηρεί σεξουαλική επαφή με άλλο άντρα θα χαρακτηριζόταν πιθανότατα ως ομοφυλόφιλος, καθώς το φύλο του (αρσενικό) παραδοσιακά αναμένεται να έλκεται σεξουαλικά από το αντίθετο φύλο (θηλυκό). Αυτό πηγάζει κυρίως από το γεγονός ότι οι κοινωνικοί κανόνες που διέπουν την ταυτότητα των αντρών και των γυναικών και ο τρόπος με τον οποίον τα φύλα υποτίθεται ότι οφείλουν να συμπεριφέρονται, στηρίζονται σε ετεροφυλικά πρότυπα[14].

Επιπλέον, αποτελεί σύνηθες φαινόμενο ένα άτομο να παρατηρήσει ένα χαρακτηριστικό ενός άλλου που αντιστοιχεί σε ένα στερεότυπο μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων, με αποτέλεσμα το άτομο αυτό στη συνέχεια να κατηγοριοποιήσει το άλλο άτομο ως μέλος αυτής της συγκεκριμένης ομάδας[15]. Κρίνεται δε αδιάφορο αν το άτομο αυτό επιθυμεί να είναι όντως μέλος της ομάδας ανθρώπων[16].

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτούμενος άσυλο θεωρήθηκε, από την οργανωμένη ομάδα “safety empire”, ότι είναι ομοφυλόφιλος, εξαιτίας των σεξουαλικών σχέσεων που είχε συνάψει με άτομα του ίδιου φύλου για βιοποριστικούς λόγους, χωρίς ο ίδιος να έλκεται από άτομα του φύλου του και να αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος. Ενώ, λοιπόν, ο αιτών είχε μια σταθερή εσωτερική σεξουαλική συμπεριφορά, η εξωτερική του σεξουαλική δραστηριότητα αποτέλεσε το κοινό εκείνο χαρακτηριστικό της ομάδας των ομοφυλόφιλων, όπως γίνεται διακριτή από την κοινωνία, εξαιτίας του οποίου και στοχοποιήθηκε.

Επομένως, ορθώς το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι νόμιμα και αιτιολογημένα κρίθηκε, από την Ανεξάρτητη Επιτροπή, καταρχάς, ότι δεν υφίσταται στην περίπτωση του αιτούντος συγκροτημένη ομοφυλοφιλική συμπεριφορά, ώστε να μην δύναται να συναχθεί ότι αυτή συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς του ως εγγενούς ή αμετάβλητου χαρακτηριστικού της. Περαιτέρω, ορθά επισήμανε ότι απαιτείται αυτοτελής κρίση για τον ισχυρισμό του αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς, βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, είναι αρκετός ώστε να προκαλέσει δικαιολογημένο φόβο δίωξης για συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Δομνίκη-Βασιλεία Αναστασίου, Advanced LLM in European and International Human Rights Law, Leiden University, M.Δ.Ε Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης ΔΠΘ

* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.




[1]. International Commission of Jurists, Refugee Status Claims Based on Sexual Orientation and Gender Identity A Practitioners’ Guide,February 2016, σελ. 24 , διαθέσιμο στο: https://www.icj.org/wp-content/uploads/2016/10/Universal-PG-11-Asylum-Claims-SOGI-Publications-Practitioners-Guide-Series-2016-ENG.pdf.
[2]. FRA, Protection against discrimination on grounds of sexual orientation, gender identity and sex characteristics in the EU. Comparative legal analysis, Update 2015 available at: https://fra.europa.eu/sites/default/les/fra_uploads/protection_against_discrimination_legal_update_2015.pdf
[3]. Αθανάσιος Γ. Τάκης, Άσυλο και σεξουαλικός προσανατολισμός: Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζει μια νέα κατηγορία προσφύγων, Αρμενόπουλος, 2014,569-584.
[4]. Ενδεικτικά 5η Επιτροπή 12572/2018, 8η Επιτροπή 19365/2017 και 19360/2017.
[5]. ΔΕφΑθ (Συμβ) 190/2017, ΔΕφΠειρ 123/2018 (Συμβ).
[6]. Βλ. σχετικά Νo. 15023/15 Tribunal of Genova, όπου το Δικαστήριο έκανε δεκτή έφεση αιτούντος άσυλο από τη Γκάνα για απόρριψη αίτησης χορήγησης ασύλου λόγω αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού https://www.asylumlawdatabase.eu/en/case-law/italy-tribunal-genova-13-may-2016-no-1502315
[7]. Yogyakarta Principles on the Application of International Human Rights Law in relation to Sexual Orientation and Gender Identity, March 2007, Introduction, διαθέσιμο στο: https://yogyakartaprinciples.org/principles-en/
[8]. Refugee Appeal No. 74665, 7 July 2004 (New Zealand Refugee Status Appeals Authority, (RSAA)), παρα. 27, 129, σε https://www.refworld.org/cases,NZL_RSAA,42234ca54.html. Βλ. επίσης Nasser Mustapha Karouni v. AlbertoGonzales, Attorney General, No. 02-72651, 399 F.3d 1163 (2005), 7 March 2005 (US Court of Appeals, Ninth Circuit), at III[6], σε https://www.refworld.org/cases,USA_CA_9,4721b5c32.html , Appellant S395/2002 v. Minister for Immigration and Multicultural Affairs; Appellant S396/2002 v. Minister for Immigration and Multicultural Affairs [2003] HCA 71, 9 December 2003 (High Court of Australia), παρα. 81, διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/cases,AUS_HC,3fd9eca84.html.
[9]. UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Guidelines on International Protection No. 9: Claims to Refugee Status based on Sexual Orientation and/or Gender Identity within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees, 23 October 2012, HCR/GIP/12/01, διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/docid/50348afc2.html, και Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΔΕΕ - αποφάσεις της 7.11.2013, C-199/12 έως C-201/12, Minister voor Immigratieen Asiel κατά X (C199/12) και Y (C-200/12) και Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel (C-201/12).
[10]. Vrije Universiteit Amsterdam (VU University Amsterdam), Fleeing Homophobia, Asylum Claims Related to Sexual Orientation and Gender Identity in Europe, September 2011, διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/docid/4ebba7852.html
[11]. Η πρώτη χώρα που αναγνώρισε τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως βάση δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης ήταν η Ολλανδία, στο Afdeling rechtspraak van de Raad van State (Δικαστικό Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας) 13 Aυγούστου 1981, Rechtspraak Vreemdelingenrecht 1981, 5, Gids Vreemdelingenrecht (oud) D12-51.
[12]. UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Guidelines on International Protection No. 2: «Membership of a Particular Social Group» Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, HCR/GIP/02/02, παρα. 6 & 7, διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/docid/3d36f23f4.html.
[13]. Ό.π. παρα. 41. Βλ. επίσης Kwasi Aman v. John Ashcroft, Attorney General, Nos. 01-4477 and 02-1541, United States Court of Appeals for the Third Circuit, 16 May 2003, διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/cases,USA_CA_3,47fdfb2c1a.html.
[14]. Βλ. σημείωση 7 παρα. 15.
[15]. Hilton & von Hippel, Stereotypes, Annual Review of Psychology, Vol. 47:237-271 (Volume publication date February 1996), σελ. 242.
[16]. Βλ. σημείωση 1 σελ. 203.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

ΔΕΕ: Διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής λόγω σοβαρής παράβασης των κανόνων των κέντρων φιλοξενίας ή επίδειξη ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς



Με την απόφαση Haqbin (C-233/18), που εκδόθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2019, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου αποφάνθηκε για πρώτη φορά επί του περιεχομένου της ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 20, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/331 στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις εφαρμοστέες κυρώσεις σε περίπτωση που ένας αιτών διεθνή προστασία είναι ένοχος για σοβαρή παράβαση των κανόνων του κέντρου φιλοξενίας στο οποίο φιλοξενείται ή για επίδειξη ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν κύρωση που συνίσταται στην ανάκληση, έστω και προσωρινή, των υλικών συνθηκών υποδοχής οι οποίες αφορούν τη στέγαση, την τροφή ή την ένδυση.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

ΕιρΑθ 1859/2019: Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γάμου αλλοδαπών στην Ελλάδα



Σύμφωνα µε τη διάταξη του αρ. 782 ΚΠολΔ προβλέπεται η διαδικασἰα και το αρμόδιο δικαστήριο για τη βεβαἰωση γεγονότων που αφορούν στη γέννηση, την ονοµατοδοσἰα, το γάμο ἡ το θάνατο φυσικού προσώπου, µε σκοπὀὸ τη σύνταξη ἡ τη διόρθωση της συνταχθεἰσας δυνάμει του ν. 344/1976 ληξιαρχικής πράξης. Η αἰτηση διορθώσης μπορεί ειδικότερα να αναφέρεται: α) στη σύνταξη ληξιαρχικής πράξης ἡ στην ανασὐνταξή της λόγω απώλειας ἡ καταστροφἠς της σχετικἠς πράξης, ϐ) στη διὀρθωση της ληξιαρχικἠς πράξης (αρθ. 13 ν. 344/1976) και ειδικότερα στη συμπλήρωση, αλλαγή ή διαγραφή στοιχείου ή στοιχείων του περιεχοµένου της, εφόσον δεν ανταποκρίνονται προς την πραγµατικἠ κατάσταση κατά το χρόνο σὐνταξης της ἡ εφὀσον επήλθε μεταγενέστερα οποιαδήποτε µεταβολἠ που καθιστά επιβεβλημένη τη διόρθωση. Η διόρθωση στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατἠ, ανεξάρτητα αν η εσφαλμένη αναγραφἠ οφεἰὶλεται σε αναληθή δήλωση των ενδιαφερομένων ἡ σε σφάλμα του ληξιάρχου. Σε όλες αυτὲς τις περιπτώσεις για την άσκηση της σχετικἠς αίτησης απαιτείται η αιτολόγηση εννόμου συμφέροντος (βλ. Παρατηρήσεις του Π. Αρβανιτάκη επἰ της υπ’  αριθ. 24.984/1998 ΜονΠρωτθεσ, Αρµ. 1999. 248). Αντικείµενο της απόφασης που αφορά τη διὀρθωση ἡ συμπλήρωση της ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η ἐκδοση διαταγἠς προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριθών στοιχείων της πράξης (βλ. Μπέη, «Πολιτικὴ Δικονομία, εκούσια δικαιοδοσἰα» ἐκδ. 1992 τὸμο 18 ἀρθρο 782, σελ. 477, Μπρακατσούλα, «Εκούσια δικαιοδοσἰα» ἐκδ. 1998. σελ. 221 και ΜΠρΦλωρ 93/69 Αρμ. 23. 313, ΕφΑθ 3707/72 ΝοΒ 21. 357, ΜΠΚοζ 526/79 ΑρχΝ 32. 89).

Με την κρινοµένη αἰτηση οι αιτούντες, επικαλούμενοι έννομο συµφἑρον, ζητούν να διορθωθεἰ η ληξιαρχική πράξη γάμου τους που έχει συνταχθεὶ απὀ τον Ληξίαρχο Αθηνών, τόσο ως προς το ὀνομα πατρὀς και μητρὸς τους ὁσο και ως προς το επώνυμο της β᾽ των αιτούντων.  Η αἰτηση αρµοδίως εισάγεται για να συζητηθεἰ ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά τη διαδικασἰα της εκουσἰας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 § 1, 782 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ) δεδομένου ὁτι για το παραδεκτό της συζἠτησής της έχει τηρηθεὶ η προβλεπόµενη απὀ τη διάταξη του άρθρου 748 § 2 ΚΠολΔ προδικασία, µε τη νόμιμη και εμπρὀθεσµη επίδοση αντιγράφου της µε πράξη ορισμού δικασίµου στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (θλ. την υπ’ αριθμ .... έκθεση επἱδοσης του Δικαστικού Επιμελητἡ ...) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 13 § 1 του ν. 344/1976 «περὶ ληξιαρχικών πράξεων» και 782 παρ. 3 του ΚΠολ.Δ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεὶ περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Απὸ τα έγγραφα που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκοµίζουν αποδεικνύεται ότι στην υπ’ αριθμ. ..., τόμου ...  ἑτους 2002 ληξιαρχικἡ πράξη γάμου, του Ληξίαρχου του Δήμου Αθηναίων, ανεγράφησαν εκ παραδροµής τα εξἠς 1) το επώνυμο της β᾽ των αιτούντων ως ... αντί του ορθού ...  το γένος ..., 2) το ὀνομα του πατέρα της β᾽ των αιτούντων ως ... αντὶ του ορθού ..., 3) το ὀνομα της µητἑρας της ϐ᾽ των αιτούντων ως ..., αντί του ορθού ...., 4) το ὀνομα του πατέρα του α᾿ αιτούντων ως .... αντἰ του ορθού ...  και τέλος 5) το ὀνομα της μητέρας του α᾿ των αιτούντων ως ... αντἰ του ορθού ...

Τα ως ἁνω ορθἀ στοιχεία, προκύπτουν απὀ το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικὸ γάμου του Ληξιαρχείου Τιράνων Αλβανίας σε επίσημη μετάφραση, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Ληξιαρχείου ... σε επισηµη μετάφραση καθώς και απὀ τα µε αριθ. ... και ... διαβατήρια των αιτοὐντων.

Το γεγονός δε της εσφαλµένης καταχώρησης των ως άνω στοιχείων των γονέων των αιτούντων και του επωνύμου της β΄εξ αυτών, τους δημιουργεὶ και θα συνεχίσει να τους δημιουργεὶ δυσκολίες και σύγχυση στις δημόσιες υπηρεσίες. Πρέπει, συνεπώς, να γἱνει δεκτἠ η αἰτηση ως βάσιµη και κατ΄ουσίαν.

[...] Δέχεται την αἰτηση.


Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019

ΔΕφΠατρών Α113/2019: Σοβαροί λόγοι υγείας και ανθρωπιστικό καθεστώς



8. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι τυχόν απομάκρυνση του αιτούντος από την Ελλάδα δεν θα συνιστούσε παραβίαση των σχετικών υποχρεώσεων της χώρας από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, καθώς η τρέχουσα κατάσταση της υγείας του αιτούντος δεν συνιστά περίπτωση «πολύ εξαιρετικής περίστασης» όπως ο όρος αυτός έχει καθοριστεί και ερμηνευτεί από το ΕΔΔΑ, αφού η κατάσταση της υγείας του είναι τέτοια που του επιτρέπει να εργάζεται, στη χώρα του διαθέτει οικογενειακό-υποστηρικτικό περιβάλλον, δεν προκύπτει ότι η ενότητα της οικογένειάς του έχει διαρραγεί και άρα οι οικείοι του θα μπορούσαν να τον στηρίξουν τόσο υλικά όσο και συναισθηματικά, ενώ στο Μπαγκλαντές εντοπίζονται δομές υγείας ικανές για την αντιμετώπιση-υποστήριξη του προβλήματος υγείας του. Περαιτέρω με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι με την απομάκρυνση του αιτούντος από τη χώρα δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για προστασία της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής, καθόσον ο αιτών δεν έχει δημιουργήσει ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς στην Ελλάδα, δεδομένου του μικρού χρόνου παραμονής του, του περιορισμένου χρόνου ασφάλισής του και της ανυπαρξίας σημαντικού κοινωνικού περίγυρου, ενώ δεν προκύπτουν τέτοιες συνθήκες σε περίπτωση επιστροφής του στο Μπαγκλαντές οι οποίες θα καθιστούσαν για εκείνον αδύνατη την εκεί εγκαθίδρυση και ανάπτυξη του ιδιωτικού του βίου. Η προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση, κατά το μέρος αυτό, αιτιολογείται πλημμελώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα. Ειδικότερα, καθ΄όσον αφορά στο πρώτο σκέλος της ανωτέρω αιτιολογίας, ότι δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας που θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του αιτούντος στο καθεστώς χορήγησης άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς, διότι η Επιτροπή αρκέστηκε σε γενικές και αόριστες εκτιμήσεις, το μεν ότι το πρόβλημα υγείας του αιτούντος δεν είναι σοβαρό το δε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί στη χώρα του, όπου υφίστανται σχετικές δομές υγείας. Οι εκτιμήσεις, όμως, αυτές έρχονται σε αντίθεση τόσο με τα προσαχθέντα ενώπιόν της από τον αιτούντα ιατρικά πιστοποιητικά από τα οποία προκύπτει ότι αυτός είχε υποστεί πολύ πρόσφατα (14-2-2016) σε σχέση με το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (11-5-2016) οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και εξ αυτού βρισκόταν υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση, όσο και με τα στοιχεία που προέκυπταν από τη γνωμοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, που τέθηκε υπόψη της ως άνω Επιτροπής Προσφυγών, σχετικά με το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στο Μπαγκλαντές, όπου παρά τη διαθεσιμότητα των όποιων υπηρεσιών υγείας στη χώρα αυτή, η χρήση τους από το γενικό πληθυσμό είναι ιδιαίτερα χαμηλή και περισσότερο από τα 2/3 των συνολικών δαπανών που απαιτούνται προέρχονται από χρήματα που καταβάλουν οι ίδιοι οι ασθενείς, ενώ ο ιδιωτικός τομέας καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα των υπηρεσιών αυτών παρέχοντας κυρίως κερδοσκοπικού χαρακτήρα θεραπευτικές υπηρεσίες. Η πλημμέλεια δε αυτή επιτείνεται εκ του ότι: α) ο αιτών βρισκόταν τότε σε σχετικά μεγάλη ηλικία (49 ετών) εξ αιτίας της οποίας η ανεύρεση εργασίας και μάλιστα σε σύντομο χρόνο από την άφιξή του στη χώρα του όπως και η θεμελίωση ασφαλιστικού δικαιώματος εκεί, πιθανολογείται ιδιαίτερα δυσχερής, ενόψει των εκτεθεισών στην ως άνω απόφαση (βάσει διεθνών αναφορών) κοινωνικών-οικονομικών συνθηκών στο Μπαγκλαντές ( 47 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και μεγάλο μέρος του πληθυσμού κινδυνεύει να επανέλθει σε συνθήκες φτώχειας εάν χάσει την εργασία του), β) κατείχε ελάχιστη περιουσία στη χώρα του, γ) απουσίαζε από αυτήν τουλάχιστον από 8ετίας και δ) δεν προκύπτει ότι είχε σε αυτή δημόσια ασφάλιση σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, εξασφαλίζοντας την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη για την αντιμετώπιση του ανωτέρω σοβαρού προβλήματος υγείας του. Καθ΄όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της ανωτέρω αιτιολογίας, η προσβαλλομένη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς, ενόψει του ότι ο αιτών βρίσκεται στην Ελλάδα, όπως γίνεται δεκτό, από το έτος 2009, εργάστηκε αρχικά επί τριετία στις καλλιέργειες φράουλας της περιοχής Μανωλάδας στην Ηλεία, υπό «συνθήκες σκλαβιάς», όπως επανειλημμένα επισημαίνουν με εκτενείς αναφορές στο ζήτημα αυτό διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία ( Associated Press, CNN, BBC, Al Jazeera), αλλά και κυρίως το ΕΔΔΑ με την από 30-3-2017 απόφασή του (υπόθεση chowdury και λοιποί κατά της Ελλάδας), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, ότι η κατάσταση των μεταναστών στη Μανωλάδα αποκάλυπτε εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία, με δεδομένο ότι η εκμετάλλευση μέσω της εργασίας αποτελεί «μια πτυχή εμπορίας», με την αποπληρωμή, όμως, του διακινητή του από την εργασία αυτή, βρήκε νέα εργασία, προέβη στην έκδοση εγγράφων που ευνοούν την ενσωμάτωσή του στο κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό της χώρας ( ΑΦΜ, ΑΜΚΑ λκλπ), είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο από τετραετίας και πλέον σταθερή εργασία με ιδιαίτερα ικανοποιητικό μισθό από την τελευταία απασχόλησή του (περίπου 800 ευρώ μηνιαίως) και αξιόλογο χρόνο ασφάλισης στο ΙΚΑ. Τα στοιχεία δε αυτά καταδεικνύουν μια όλο και σταθερότερη δημιουργία βιοτικών σχέσεων του αιτούντος με τη χώρα και η απομάκρυνσή του θα τις διατάρασσε ανεπανόρθωτα (απώλεια σταθερής εργασιακής θέσης και δικαιωμάτων από την απαρέγκλιτη τήρηση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, ανατροπή προχωρημένης διαδικασίας κοινωνικής ένταξης), προσβάλλοντας δυσανάλογα τα αντίστοιχα δικαιώματά του από τα άρθρα 5 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ. Κατ΄ακολουθία, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, ως πλημμελώς αιτιολογημένη, καθ` ο μέρος κρίθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης του αιτούντος στην αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 19Α του ν. 4251/2014 όπως ισχύει, ώστε να εξετασθεί το αίτημα διαμονής του για ανθρωπιστικούς λόγους και τάσσεται με αυτήν προθεσμία 90 ημερών αναχώρησης του αιτούντος από τη Χώρα, η δε υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

N. 4636/2019: Περί διεθνούς προστασίας και άλλες διατάξεις



Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο νόμος 4636/2019, με τον οποίο επέρχονται σημαντικές αλλαγές στις διαδικασίες υποδοχής και ασύλου προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Παρατηρήσεις στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη περί διεθνούς προστασίας



Τις παρατηρήσεις της Ανεξάρτητης Αρχής  επί του σχεδίου νόμου περί διεθνούς προστασίας απέστειλε (23-10-2019) ο Συνήγορος του Πολίτη Ανδρέας Ποττάκης στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη και στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΠρΠειρ 89/2019: Δεν απαιτείται αδιάλειπτη ή/ και νόµιµη προηγούµενη διαµονή στην Ελλάδα για τη χορήγηση αδειας διαμονής δευτερης γενιάς



3. Επειδή, στο άρθρο 108 του νόµου ν.4251/201Ί4 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και Λοιπές Διατάξεις» (φ. 80Α/1-4-2014), ὁπως ;iσχυε πριν την αντικατάστασή του µε το άρθρο 8 παρ.40 του ν.4332/2015 (φ. 76Α'), οριζόταν ότι: «Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους και διαμένουν νόµιµα στη χώρα χορηγείται, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, άδεια διαµονής πενταετούς διάρκειας η οποία παρέχει στον κάτοχο της τα δικαιώµατα του άρθρου 7. {...) .». Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, µετά τη αντικατάστασή της από το άρθρο 8 παρ. 40 του ν.4332/2018, έχει πλέον ὡς εξής: «Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείαι ἀδεια διαµονής πενταετούς διάρκειας κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 88 επ. του παρόντος και υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης γ του άρθρου 6 του παρόντος. Η ὡς άνω άδεια παρέχει στον κάτοχό της τα δικαιώματα του άρθρου 97, ανανεώνεται για πέντε έτη κάθε φορά, µε µόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαµονής. (...) . Η άδεια διαµονής ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εάν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατόχου οι λόγοι που προβλέπονται απὀ τις διατάξεις του άρθρου 93.». Εξάλλου, στην 68019/2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών (φ. 2272Β/21-10-2015), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 126 παρ. 1 και 5, 19 παρ. 1 και 138 παρ. 15 του ν. 4251/2014 και 5, 6, 7, 8, 10, 14 του ν. 4332/2015 και µε την οποία τροποποιήθηκε η 30825/2014 (ΦΕΚ Β' 1528/06.06.2014) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών «Καθορισμός απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση εθνικών θεωρήσεων εισόδου και για την χορήγηση και ανανέωση τίλου διαµονής σύμφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 4251/2014) ορίζεται ότι, προκειµένου για την υποβολή αιτήματος για αρχική χορήγηση άδειας διαµονής δεύτερης γενιάς, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να προσκομίζει «Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γέννησης στην Ελλάδα ή Αποδεικτικά επιτυχούς ολοκλήρωσης έξι τουλάχιστον ετών, σε ελληνικά σχολεία Πρωτοβάθμιας ή/ και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα πριν τη συμπλήρωση του 22ου έτους της ηλικίας.». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σύμφωνα και µε τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν.4251/2014, η άδεια διαµονής αυτού του τύπου -- που δεν συνδέεται, ούτε αποτελεί υποκατηγορία της άδειας διαµονής για εξαιρετικούς λόγους, εντασσόµενη, άλλωστε, στο Τµήµα Ε του ν. 4251/2014 «Καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι εἶναι επί µακρόν διαµένοντες κατά την Οδηγία 2003/109/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2005...» - σκοπό έχει να διασφαλίσει τη νόµιµη διαµονή στη Χώρα των μεταναστών «δεύτερης γενιάς», ως ιδιαίτερης κατηγορίας πολιτών τρίτων χωρών, που χρήζει ειδικής και ευνοϊκότερης αντιμετώπισης, καθόσον, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι εν λόγω αλλοδαποί έχουν ελάχιστη επαφή µε τη χώρα προέλευσης των γονέων τους, αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως πατρίδα ή εν πάση περιπτώσει ως τη χώρα στην οποία θα ζήσουν, ενώ η κοινωνική τους ένταξη έχει ήδη εν τοις πράγµασι επιτευχθεί σε σηµαντικό βαθµό. Τα χαρακτηριστικά αυτά συγκεντρώνουν, κατά την κρίση του νομοθέτη του ν.4251/2014, οι πολίτες τρίτων χωρών που έχουν γεννηθεί στη Χώρα, καθώς και όσοι έχουν ολοκληρώσει µε επιτυχία έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, υπό την έννοια ότι έχουν µετέλθει την ελληνική παιδεία. Μετά δε την τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 108 του ν.4251/2014 µε το άρθρο 8 παρ. 40 του ν.4332/2015, η χορήγηση της εν λόγω άδειας αποσυνδέθηκε από την προηγούµενη νόµιµη και μόνιμη διαμονή του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού και η τελευταία δεν αποτελεί πλέον νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοσή της. [...]

7. Επειδή, η προσβαλλόµενη απόφαση, µε την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του ήδη αιτούντος για χορήγηση άδειας διαµονής δεύτερης γενιάς, λόγω µη συνδροµής των προϋποθέσεων του νόµου, στηρίζεται στην κρίση ότι ο τελευταίος απουσίαζε µεγάλο χρονικό διάστηµα από τη Χώρα, µε αποτέλεσµα να θίγεται η ισχύς της προηγούμενης άδειας διαµονής του. Ωστόσο, σύμφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 108 του ν.4251/2014, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιµο χρόνο, δηλαδή µετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ.40 του ν.4332/2015, και όσα έγιναν ερµηνευτικώς δεκτά στην τρίτη σκέψη, σε αντίθεση µε τα προϊσχύοντα, ήτοι, τα πριν την εν λόγω αντικατάσταση των ρηθέντων διατάξεων, ήδη η αδιάλειπτη, καθώς και η νόµιµη προηγούµενη διαµονή του αλλοδαπού στην Ελλάδα δεν αποτελεί προὐπόθεση για τη χορήγηση του συγκεκριµένου τύπου άδειας διαµονής δεύτερης γενιάς, την οποία για πρώτη φορά αιτήθηκε ο εν λόγω αλλοδαπός µε την ... /19.06.2018 αίτησή του. Συνεπώς, η προσβαλλόµμενη απόφαση, κατά το µέρος που απορρίπτει το αίτημα του αιτούντος να του χορηγηθεί άδεια διαµονής δεύτερης γενιάς, δεν αιτιολογείται νοµίµως, κατά τα βασίµως σχετικά προβαλλόμενα από τον απούντα, και πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό, παρέλκει δε ὡς αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως. Η ακύρωση, δε, της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό στερεί, σύµφωνα µε τα άρθρα 24 παρ. 2 του ν. 4251/2014 και 21 παρ. 1 του ν. 3907/2011, το επιβληθέν σε βάρος του αιτούντος µέτρο της επιστροφής από το νόµιµο έρεισµά του και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

ΑΠ 1369/2018: Υποχρέωση επίδοσης κλητηρίου θεσμίσματος μεταφρασμένου σε γλώσσα που κατανοούν αλλοδαποί κατηγορούμενοι



Στους κατηγορουμένους που δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο θέσπισμα μεταφρασμένο σε γλώσσα που κατανοούν. Ορθώς και αιτιολογημένως έκρινε το τριμελές πλημμελειοδικείο ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στους αλλοδαπούς κατηγορουμένους για ενεργητική δωροδοκία στην Ελληνική χωρίς μετάφραση σε γλώσσα που κατανοούσαν είναι άκυρη και ακολούθως έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Η υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου θεσπίσματος δεν αίρεται εκ του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι άσκησαν προσφυγή παραπονούμενοι για την μη μετάφρασή του, είχαν χορηγήσει στην προκαταρκτική εξέταση εξουσιοδοτήσεις σε δικηγόρους στην ελληνική γλώσσα, αφού τούτο δεν συνεπάγεται παραίτησή τους από το δικαίωμα μετάφρασης των ουσιωδών εγγράφων. Η απόλυτη ακυρότητα που προκύπτει από παραβίαση δικαιώματος προς εμφάνιση, υπεράσπιση, εκπροσώπηση και άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιοποιηθεί εις βάρος του.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης δημοσιεύεται στα Ποινικά Χρονικά, τεύχος 7/2019(Αύγουστος-Σεπτέμβριος) σελ. 498

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

ΤρΔΠρΑθ 1108/2019: Τest DNA ως δικαιολογητικό χορηγήσεως άδειας διαμονής κατ’ άρθρο 19Α ν. 4251/2014 σε γονέα ανήλικου ημεδαπού



9. Επειδή, περαιτέρω, για την απόδειξη της ύπαρξης συγγενικής σχέσης μεταξύ του αιτούμενου την ένδικη άδεια διαμονής αλλοδαπού και του αναγνωρισθέντος με μονομερή δήλωση εκούσιας αναγνώρισης τέκνου του σε συμβολαιογράφο (άρθρο 1475 – 1476 του Αστικού Κώδικα), η Διοίκηση, προστατεύοντας το υπέρτατο συμφέρον του ανήλικου ημεδαπού παιδιού, ώστε να μην καταστεί αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως καταδείχθηκε στις ανωτέρω σκέψεις της παρούσας, έχει κατά το νόμο την αρμοδιότητα να διερευνά, με κάθε, αυτεπαγγέλτως συλλεχθέν ή κατ’ αίτησή της συμπληρωματικώς προσκομισθέν από τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό, πρόσφορο μέσο, και να διαπιστώνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την υφιστάμενη συγγενική σχέση του με το ανήλικο παιδί του, δικαιολογούσα την ικανοποίηση του ως άνω αιτήματος (πρβλ. ΣτΕ 1018/2001, 3663, 2400, 1353/2000). Στο πλαίσιο αυτό, αφενός μεν ο αλλοδαπός οφείλει να προσκομίσει τα προσήκοντα έγγραφα, όπως αυτά εξειδικεύονται και απαριθμούνται, ενδεικτικά, στην, εντός των ορίων της δοθείσης εξουσιοδοτήσεως από τα άρθρα 19 Α παρ. 1, περ. ζ’, εδάφιο γ’ και 136 παρ. 10 του ν. 4251/2014, 4441/2017 Κ.Υ.Α., ιδίως ληξιαρχική πράξη γάμου ή σύμφωνο συμβίωσης ή αποδεικτικά έγγραφα συμβίωσης των γονέων του τέκνου ή άσκησης της επιμέλειάς του καθώς και, προαιρετικά, τεστ DNA του ανήλικου ημεδαπού παιδιού και του ίδιου από δημόσιο ή πιστοποιημένο ιδιωτικό εργαστήριο, προκειμένου να θεμελιώσει τη συγγενική σχέση με αυτό αφετέρου δε το αρμόδιο όργανο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και την αρχή της χρηστής διοίκησης, δύναται μεν, αρχικά, να ζητήσει την προσκόμιση έτερων, συμπληρωματικών, αποδεικτικών εγγράφων και ακολούθως να καλέσει σε συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης του άρθρου 8 του ν. 4251/2014 τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό, αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα, οφείλει δε να συνεκτιμήσει το σύνολο των εγγράφων και το πόρισμα της συνέντευξης και εφόσον διακριβώσει, με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, ότι δεν υφίσταται αληθής σχέση μεταξύ αυτού και του φερόμενου, ως γονέα, ενδιαφερόμενου αλλοδαπού, να απορρίψει το σχετικό αίτημα με ειδικά αιτιολογημένη κρίση του (πρβλ. ΣτΕ 1559/2011). Αντίθετα, σε περίπτωση μη προσκόμισης ουδενός εκ των απαριθμούμενων στην ανωτέρω Κ.Υ.Α. αποδεικτικών εγγράφων, περιλαμβανομένου και του προαναφερόμενου, προαιρετικά προσαγάμενου, τεστ DNA και συνδρομής υπονοιών, που υποδηλώνουν ότι η εκούσια, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αναγνώριση του ανήλικου ημεδαπού παιδιού από τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό έλαβε χώρα με πρόθεση καταστρατήγησης των προεκτεθεισών διατάξεων, με αποτέλεσμα να μην εξάγεται ασφαλής κρίση σχετικά με την ύπαρξη της κρινόμενης πραγματικής συγγενικής σχέσης, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, κατά το υπέρτατο συμφέρον του ανήλικου ημεδαπού παιδιού, οφείλει να ζητήσει, συμπληρωματικά, την προσκόμιση των ελλειπόντων αποδεικτικών εγγράφων και να καλέσει τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό να παραστεί ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Μετανάστευσης, αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα, για συνέντευξη. Περαιτέρω, σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης της τελευταίας αυτής Επιτροπής, κατόπιν συνεκτιμήσεως των, αυτεπαγγέλτως συλλεχθέντων και προσκομιζομένων, αρχικά και μεταγενέστερα, αποδεικτικών εγγράφων και της προσωπικής συνέντευξης του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού ή και της μητέρας του ανήλικου ημεδαπού παιδιού και έπειτα από ειδική τεκμηρίωση των προρρηθεισών υπονοιών, ότι δεν υφίσταται μεταξύ του φερόμενου, ως γονέα, ενδιαφερόμενου αλλοδαπού και του ανήλικου ημεδαπού παιδιού αληθής σχέση, το αρμόδιο διοικητικό όργανο οφείλει να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό την αρνητική γνωμοδότηση της Επιτροπής Μετανάστευσης, προκειμένου ο ίδιος να προσκομίσει, κατά βούληση, το επίμαχο τεστ DNA για την απόδειξη της κρινόμενης συγγενικής σχέσης (της πατρότητας) και την άρση των προμνησθεισών υπονοιών. Εκ τούτων παρέπεται ότι, στην περίπτωση αυτή, η μη προσκόμιση του εν λόγω τεστ αποτελεί, κατά την νεότερη αντίληψη του νομοθέτη, όπως αυτή εκτέθηκε στη σκέψη 6 της παρούσας, νόμιμο λόγο απορρίψεως του αιτήματος χορηγήσεως της ένδικης άδειας διαμονής, διότι δεν καθίσταται εφικτή, η ταχθείσα, για το υπέρτατο συμφέρον του ημεδαπού παιδιού, προϋπόθεση της απόδειξης της βιολογικής σχέσης μεταξύ αυτού και του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού. Τέλος, προς επίρρωση της ερμηνείας αυτής, παρατίθεται το γεγονός της σχετικά σύντομης διάρκειας ισχύος και κατάργησης της ανωτέρω εφαρμοσθείσας στην κρινόμενη υπόθεση διάταξης του άρθρου 19 Α παρ. 1 περ. ζ’ του ν. 4251/2014 λόγω των μαζικών περιπτώσεων καταστρατήγησης τόσο του προγενέστερου όσο και του εφαρμοστέου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, νομοθετικού καθεστώτος, ήτοι από 5.6.2014 μέχρι 22.5.2018, ενώ παράλληλα θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα νομιμοποίησης των αιτούντων την ένδικη άδεια διαμονής παράνομων αλλοδαπών με τις διατάξεις των εξαιρετικών λόγων χωρίς την κατά νόμο απαίτηση της προηγούμενης θεώρησης εισόδου και του οριστικού τίτλου διαμονής (άρθρο 31 του ν. 4540/2018. […]

12. Επειδή […] σε περίπτωση μη προσκόμισης των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων περί υπάρξεως συγγενικής σχέσης μεταξύ του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού και του ημεδαπού παιδιού και συνδρομής υπονοιών ότι η εκούσια, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αναγνώριση του ημεδαπού παιδιού πραγματοποιήθηκε με πρόθεση καταστρατήγησης των προρρηθεισών διατάξεων, σχετικά με την απόκτηση της ένδικης άδειας διαμονής, ώστε να μην διαμορφώνεται ασφαλής κρίση για την επίμαχη συγγενική σχέση, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ενόψει του προστατευόμενου υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού, οφείλει να ζητήσει τα ελλείποντα κατά το νόμο αποδεικτικά έγγραφα και να καλέσει τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Μετανάστευσης για συνέντευξη, προκειμένου να μορφώσει, κατόπιν συνεκτιμήσεως των προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων και της προσωπικής παρουσίας του/τους, τεκμηριωμένη άποψη ως προς την ύπαρξη ή μη της προρρηθείσας συγγενικής σχέσης και της ενδεχόμενης καταστρατήγησης των εφαρμοστέων για τη χορήγηση της ένδικης άδειας διαμονής διατάξεων. Η επίμαχη αρνητική κρίση πρέπει να διατυπώνεται με ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά αναγόμενα σε χρόνο προγενέστερο και μεταγενέστερο της γέννησης και της εκούσιας αναγνώρισης του ημεδαπού παιδιού, καθώς και σε απτά πραγματικά στοιχεία, που υποδηλώνουν την προαναφερθείσα καταστρατήγηση των εφαρμοστέων ευνοϊκών διατάξεων. […]

15. Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη η Διοίκηση απέρριψε το ένδικο αίτημα περί χορηγήσεως στον αιτούντα άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, ως γονέα ημεδαπού ανηλίκου, με την αιτιολογία ότι ο αιτών δεν προσκόμισε εντός της καθορισμένης προθεσμίας το προεκτεθέν τεστ DNA, με την υποχρεωτική συμμετοχή και της μητέρας του ημεδαπού παιδιού, χωρίς, όμως, προηγουμένως να έχει ζητήσει από τον ίδιο την προσκόμιση των απαιτούμενων από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο Κ.Υ.Α. αποδεικτικών της συγγενικής του σχέσης με το φερόμενο, ως τέκνο του, ημεδαπό παιδί εγγράφων και να τον έχει καλέσει ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Μετανάστευσης, αυτοπροσώπως ή και με τη μητέρα του ημεδαπού παιδιού, για προσωπική συνέντευξη, ώστε να διαμορφώσει και διατυπώσει αιτιολογημένη κρίση, σχετικά με τα αναφερόμενα στη σκέψη 12 της παρούσας, πραγματικά ζητήματα. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη του ουσιώδους ισχυρισμού του αιτούντος περί υπόμνησης προς το αρμόδιο διοικητικό όργανο της πρόθεσης παράστασης ενώπιον της ως άνω Επιτροπής Μετανάστευσης του ίδιου και της μητέρας του ημεδαπού παιδιού, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε χωρίς ο αιτών να έχει κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση, παρίσταται, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά, μη νόμιμη και ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή ως βασίμου του λυσιτελώς προβαλλόμενου σχετικού λόγου ακυρώσεως.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *