Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Ν. 4540/2018 για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και τη χορήγηση ασύλου



Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 4540/2018 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση, L 180/96/29.6.2013) και άλλες διατάξεις - Τροποποίηση του ν. 4251/2014 (Α' 80) για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/66/ΕΕ της 15ης Μαΐου 2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης - Τροποποίηση διαδικασιών ασύλου και άλλες διατάξεις»

Κατεβάστε το πλήρες κείμενο


Παιδιά μετανάστες που γεννιούνται στη θάλασσα: Μια παλιά και συνάμα σύγχρονη πρόκληση για το δίκαιο ιθαγένειας

H μικρή Mercy, λίγο μετά τη γέννησή της στο πλοίο Aquarius, στις 21 Μαρτίου 2017.
Φώτο αρχείου Γιατροί χωρίς Σύνορα
 



Πριν μερικές μέρες έλαβε χώρα ο 63ος Διαγωνισμός τραγουδιού της Γιουροβίζιον. Μεταξύ των φετινών συμμετοχών ξεχώρισε εκείνη της Γαλλίας, με το τραγούδι “Mercy”. Οι δημιουργοί εμπνεύστηκαν το τραγούδι από ένα μικρό κορίτσι, που γεννήθηκε πάνω στο πλοίο Aquarius των SOSMéditerranée και των Γιατρών χωρίς Σύνορα, κατά τη διάρκεια διάσωσης προσφύγων και μεταναστών σε διεθνή ύδατα μεταξύ Ιταλίας και Λιβύης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που γεννιέται ένα παιδί πάνω σε σκάφος στη Μεσόγειο. Υπολογίζεται ότι χιλιάδες εγκυμονούσες γυναίκες έχουν φθάσει στις ιταλικές ακτές τα τελευταία χρόνια, ενώ δεκάδες παιδιά έχουν γεννηθεί πάνω σε σκάφη διάσωσης, μιας και οι μητέρες τους βρίσκονταν ήδη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.

Περιπτώσεις σαν και αυτή της Mercy, επαναφέρουν στο προσκήνιο μία παλιά και συνάμα σύγχρονη πρόκληση για το δίκαιο ιθαγένειας, τον καθορισμό της ιθαγένειας των παιδιών που γεννιούνται στη θάλασσα. Ποια ιθαγένεια αποκτούν τα παιδιά αυτά; Των γονέων τους, του παράκτιου κράτους ή του κράτος της σημαίας του πλοίου;  

Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου δύο είναι οι κρίσιμες διεθνείς συμβάσεις που προβλέπουν σχετικά. Η πρώτη είναι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας (UN Convention on the Reduction of Statelessness) [1].

Η εν λόγω σύμβαση προβλέπει καταρχήν ότι κάθε συμβαλλόμενο Κράτος χορηγεί υπηκοότητα[2] σε κάθε πρόσωπο που γεννιέται στο έδαφός του και που διαφορετικά θα ήταν ανιθαγενές, ενώ περιλαμβάνει ειδική ρύθμιση για την περίπτωση γέννησής σε πλοίο ή αεροπλάνο. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που το άτομο, το οποίο κατά τη γέννησή του κινδυνεύει να υποπέσει σε καθεστώς ανιθαγένειας, γεννηθεί σε πλοίο ή σε αεροπλάνο, η γέννηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης του 1961, θεωρείται ότι έλαβε χώρα στο έδαφος του κράτους της σημαίας του πλοίου ή του κράτους όπου έχει καταχωρηθεί το αεροπλάνο.

Σύμφωνα, δε με τα σχετικά συμπεράσματα ομάδας εμπειρογνωμόνων των Ηνωμένων Εθνών του 2011 ("Dakar Conclusions") και τις Κατευθυντήριες οδηγίες της ΥΑ ΟΗΕ για τους πρόσφυγες για την Ανιθαγένεια του 2012, στην έννοια του πλοίου κατά την ως άνω διάταξη δεν εμπεριέχονται αποκλειστικά τα πλοία που προορίζονται για μεταφορά στην ανοικτή θάλασσα, ενώ και η επέκταση της έννοιας του εδάφους ενός συμβαλλόμενου κράτους στο πλοίο που φέρει τη σημαία του ή στο αεροπλάνο που είναι καταχωρημένο σε αυτό εφαρμόζεται εξίσου και στα πλοία εντός των χωρικών υδάτων ή του λιμένος ενός άλλου κράτους, καθώς και στα αεροσκάφη εντός του αεροδρομίου άλλου κράτους[3].

Το δεύτερο κρίσιμο σχετικό διεθνές κείμενο είναι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS – United Nations Convention on the Law of the Sea), που υπεγράφη στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου του 1982[4].

Σύμφωνα με το άρθρο 91 αυτής, κάθε κράτος καθορίζει τους όρους για τη χορήγηση της εθνικότητάς του σε πλοία, για την νηολόγηση πλοίων στην επικράτειά του και για το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία του. Τα πλοία έχουν την εθνικότητα του κράτους τη σημαία του οποίου δικαιούνται να φέρουν. Πρέπει να υπάρχει πραγματικός δεσμός ανάμεσα στο κράτος και στο πλοίο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 της ιδίας σύμβασης, κάθε κράτος θα ασκεί αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό του σε διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα πάνω στα πλοία που φέρουν τη σημαία του.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι το κράτος της σημαίας ασκεί, σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας, δικαιοδοσία στα εν λόγω πλοία δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι αυτά εξομοιώνονται με έδαφος της συγκεκριμένης χώρας. Η παλαιότερη θεωρία του δημοσίου διεθνούς δικαίου ότι το πλοίο ξένης σημαίας είναι ξένο έδαφος και άρα ο επιβαίνων σε αυτό, ακόμη και εάν το πλοίο βρίσκεται εντός των χωρικών υδάτων και της αιγιαλίτιδας ζώνης του παράκτιου Κράτους, δεν βρίσκεται επί του εδάφους αυτού του Κράτους (θεωρία της εξωεδαφικότητας), έχει εγκαταλειφθεί ήδη από τις αρχές του αιώνα διότι οδηγούσε σε απαράδεκτες νομικές συνέπειες[5]. Επομένως, πρόσωπα πχ που γεννήθηκαν σε ελληνικά μεν πλοία ή αεροσκάφη πλην όμως η γέννηση τους έλαβε χώρα όταν αυτά βρίσκονταν σε ξένο λιμάνι ή αερολιμένα, δεν θεωρούνται ότι γεννήθηκαν επί ελληνικού εδάφους.

Από την άλλη μεριά, παιδιά που γεννιούνται σε διεθνή ύδατα αποκτούν καταρχήν την ιθαγένεια του κράτους της σημαίας, εφόσον βέβαια το δίκαιο της χώρας αυτής αναγνωρίζει την αρχή του ius soli, την αρχή δλδ ότι κάποιος αποκτά δια της γεννήσεως στο έδαφός του την ιθαγένεια της εν λόγω χώρας Ομοίως, αποκτά την ιθαγένεια βάσει του δικαίου του εδάφους και το παιδί που γεννιέται στα χωρικά ύδατα της χώρας, εφόσον και πάλι το κράτος αυτό εφαρμόζει το δίκαιο του εδάφους. Και στις δύο περιπτώσεις, το παιδί μπορεί επίσης να «κληρονομεί» παράλληλα και την ιθαγένεια των γονιών του, ειδικά στην περίπτωση χωρών που αναγνωρίζουν το δικαίωμα του αίματος (jus sanguinis)[6]

Ωστόσο, η αρχή του δικαίου του εδάφους στην απόλυτη μορφή της, δεν εφαρμόζεται σήμερα από καμία ευρωπαϊκή χώρα[7], σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου αποτελεί το κυρίαρχο σύστημα απόδοσης της αμερικανικής ιθαγένειας. Όλα τα κράτη στην Ευρώπη, σήμερα παρέχουν την ιθαγένεια τους κυρίως επί τη βάσει της αρχής του δικαίου του αίματος (jus sanguinis), και επικουρικά μέσω περιορισμένης εφαρμογής του δικαίου του εδάφους για τα παιδία «νομίμων» μεταναστών ή για την μείωση περιπτώσεων ανιθαγένειας.

Έτσι, σύμφωνα, με τον Ιταλικό νόμο περί ιθαγένειας[8] αποκτά την ιταλική ιθαγένεια από τη γέννηση του, πέρα από το τέκνο Ιταλού ή Ιταλίδας, και όποιος γεννιέται σε ιταλικό έδαφος, εφόσον και οι δύο γονείς του είναι άγνωστοι ή ανιθαγενείς, καθώς και εκείνος που δεν αποκτά την ιθαγένεια των γονέων του σύμφωνα με το νόμο του κράτους στο οποίο ανήκουν. Ομοίως αποκτά την ιταλική ιθαγένεια κάθε πρόσωπο άγνωστης ιθαγένειας, που βρίσκεται στην Ιταλία. 

Αντίστοιχα και ο ελληνικός κώδικας ιθαγένειας, προβλέπει καταρχήν ότι το τέκνο Έλληνα ή Ελληνίδας αποκτά από τη γέννηση του την Ελληνική Ιθαγένεια βάσει της αρχής του αίματος (Ius sanguinis), ενώ επικουρικώς υιοθετείται η αρχή του εδάφους (ius soli), προκειμένου να περιορίζεται το φαινόμενο των ατόμων χωρίς ιθαγένεια (απάτριδες) ή για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών που διαμένουν νόμιμα στη χώρα. Συγκεκριμένα, αποκτά την ελληνική ιθαγένεια από τη γέννηση του όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος[9], εφόσον, μεταξύ άλλων, δεν αποκτά αλλοδαπή ιθαγένεια με τη γέννηση του ούτε μπορεί να αποκτήσει τέτοια με σχετική δήλωση των γονέων του στις οικείες αλλοδαπές αρχές, αν το δίκαιο της ιθαγένειας των γονέων του απαιτεί την υποβολή παρόμοιας δήλωσης[10], ή είναι άγνωστης ιθαγένειας[11], εφόσον η αδυναμία διαπίστωσης της τυχόν αποκτώμενης με τη γέννηση αλλοδαπής ιθαγένειας δεν οφείλεται σε άρνηση συνεργασίας γονέα[12].

Η χώρα μας ωστόσο, σε αντίθεση με την Ιταλία, δεν έχει υπογράψει ούτε κυρώσει τη Σύμβαση για τη Μείωση της Ανιθαγένειας του 1961, κατά την οποία τα κράτη μέλη αυτής παραχωρούν ιθαγένεια σε ανιθαγενή άτομα που δεν θα μπορούσαν να πάρουν καμία άλλη ιθαγένεια και που γεννήθηκαν σε πλοίο ή αεροπλάνο με τη σημαία τους. Ως εκ τούτου, παιδιά που γεννιούνται σε πλοία που φέρουν ελληνική σημαία, και που άλλως θα καθίσταντο ανιθαγενή δεν αποκτούν άνευ ετέρου την ελληνική ιθαγένεια, εκτός αν το πλοίο βρίσκεται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων ή σε διεθνή ύδατα.

Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής δύο πιθανές περιπτώσεις:

Παιδί γεννιέται στα χωρικά ύδατα της Ιταλίας ή της Ελλάδας

Στην περίπτωση αυτή το παιδί θεωρείται ότι έχει γεννηθεί σε ιταλικό ή ελληνικό έδαφος αντίστοιχα. Εφόσον το παιδί αυτό δεν μπορεί να αποκτήσει για λόγους που ανάγονται στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω χώρας την ιθαγένεια των γονιών του τότε, αποκτά –και μάλιστα από το χρόνο της γέννησης του- την ιταλική ή την ελληνική ιθαγένεια αντίστοιχα. Αντιθέτως, αν μπορεί να αποκτήσει κατά νόμο την ιθαγένεια των γονιών του, τότε δεν αποκτά την ιταλική ή ελληνική ιθαγένεια.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, ένα παιδί να γεννηθεί εντός ελληνικών ή ιταλικών χωρικών υδάτων, πάνω σε σκάφος υπό σημαία κράτους που έχει κυρώσει τη Σύμβαση του 1961 για τη μείωση της ιθαγένειας. Στην περίπτωση αυτή γεννάται το ζήτημα ποια ιθαγένεια αποκτά το παιδί αυτό (πάντα υπό τον όρο ότι δεν μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονιών του). Την ιθαγένεια του παράκτιου κράτους, εντός των χωρικών υδάτων του οποίου γεννήθηκε ή την ιθαγένεια του κράτους της σημαίας, με βάση το άρθρο 3 της Σύμβασης του 1961; Και οι δύο διατάξεις προϋποθέτουν το παιδί να μην μπορεί να αποκτήσει αλλοδαπή ιθαγένεια. Μπορεί, επομένως στην περίπτωση αυτή το παράκτιο κράτος να αρνηθεί να χορηγήσει την ιθαγένειά του με το σκεπτικό ότι το παιδί θα μπορούσε να πάρει την ιθαγένεια του κράτους της σημαίας του πλοίου; Και αντίστροφα, μπορεί το κράτος της σημαίας του πλοίου να αρνηθεί να χορηγήσει την ιθαγένειά του με το σκεπτικό ότι το παιδί μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια του παράκτιου κράτους; Μια αυστηρή εφαρμογή της εν λόγω προσέγγισης μπορεί να καταστήσει το παιδί τελικά ανιθαγενές. Στο βαθμό που ο καθορισμός της ιθαγένειας, ανήκει καταρχήν στην αποκλειστική αρμοδιότητα κάθε κράτους, ενώ η σύμβαση έρχεται σε δεύτερο επίπεδο να καλύψει περιπτώσεις και κενά που μπορούν να οδηγήσουν σε ανιθαγένεια, θα πρέπει να αναγνωριστεί η προτεραιότητα στην εθνική νομοθεσία του παράκτιου κράτους για την απόδοση ιθαγένειας στο παιδί που γεννάται στα χωρικά του ύδατα. Με άλλα λόγια, το παιδί αποκτά καταρχήν την ιθαγένεια του παράκτιου κράτους, και μόνο εφόσον αυτό δεν καταστεί εφικτό την ιθαγένεια του κράτους της σημαίας, με βάση το άρθρο 3 της σύμβασης του 1961. 

Παιδί γεννιέται στα διεθνή ύδατα

Στην περίπτωση αυτή το παιδί θεωρείται ότι έχει γεννηθεί στο έδαφος του κράτους της σημαίας του πλοίου. Αν το κράτος της σημαίας αναγνωρίζει την αρχή του δικαίου του εδάφους, τότε το παιδί μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια αυτή, εφόσον πληρούνται οι εκάστοτε ρυθμίσεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού. Αν μάλιστα το κράτος της σημαίας έχει υπογράψει και κυρώσει τη Σύμβαση του 1961 για τη μείωση της ανιθαγένειας (η Ιταλία ναι, η Ελλάδα όχι), τότε το παιδί αυτό θα αποκτά την ιθαγένεια του κράτους αυτού, υπό τον όρο βέβαια ότι άλλως θα καθίσταται ανιθαγενές. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αποκτά την ιθαγένεια των γονιών του. 

Την ιθαγένεια των γονέων του θα αποκτά, τέλος, και το παιδί εκείνο που γεννιέται στην ανοιχτή θάλασσα πάνω σε πλωτό μέσο που δεν φέρει την σημαία κανενός κράτους. Δεν αποκλείεται, όμως το πρόσωπο αυτό να μην μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονέων του σύμφωνα με το νόμο του κράτους στο οποίο ανήκουν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το πρόσωπο αυτό θα καταστεί τελικά ανιθαγενές, καθόσον αφενός δεν μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονιών του αφετέρου το πλωτό σκάφος στο οποίο γεννήθηκε δεν διαθέτει «σημαία» και επομένως δεν συνδέεται νομικά με κάποιο κράτος. Παράλληλα, στο βαθμό που έχει γεννηθεί εκτός της ιταλικής ή ελληνικής επικράτειας και δεν είναι «έκθετο» δεν μπορεί να αποκτήσει την ιταλική ή ελληνική ιθαγένεια[13].

------------

Από τη σύντομη αυτή ανάλυση προκύπτει πόσο δύσκολο είναι συχνά να καθοριστεί στην πράξη η ιθαγένεια των μωρών που γεννιούνται στη θάλασσα. Όσον αφορά ειδικά στη Μεσόγειο, τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιταλία -τα συχνότερα δλδ σημεία αφίξεων μέσω θαλάσσης για μετανάστες και πρόσφυγες- δεν αποδίδουν άνευ ετέρου την ιθαγένεια στα παιδιά αυτά, εφόσον μπορούν καταρχήν να αποκτήσουν την ιθαγένεια των γονιών τους. Στην πράξη, όμως, συχνά για τα παιδιά αυτά η απόκτηση ιθαγένειας είναι πρακτικά ανέφικτη, καθόσον αδυνατούν να την καθορίσουν ή να την αποδείξουν και για το λόγο αυτό στερούνται de facto της κρατικής προστασίας (de facto ανιθαγενείς)[14]. Και ναι μεν, η χορήγηση διεθνούς προστασίας (ασύλου ή επικουρικής προστασίας) μπορεί να αμβλύνει τις δυσμενείς συνέπειες της de facto ανιθαγένειάς, εντούτοις, πρόσβαση σε αυτήν την προστασία έχει μόνο ένα μέρος των παιδιών μεταναστών και προσφύγων. Τα υπόλοιπα συνεχίζουν συχνά να ζουν ως de facto ανιθαγενείς. 

Εξήντα και πλέον χρόνια μετά την υιοθέτηση σχετικών διεθνών συμβάσεων, ο κίνδυνος να βρεθεί ένα άτομο σε κατάσταση ανιθαγένειας παραμένει υπαρκτός. Στη σημερινή εποχή της κινητικότητας, η ανιθαγένεια εμφανίζεται διαρκώς με νέες μορφές, τις οποίες το δημόσιο διεθνές δίκαιο καλείται να αντιμετωπίσει, προκειμένου να ωθήσει τα κράτη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα στις εσωτερικές τους νομοθεσίες.


ΥΓ 1: Το κείμενο αναφέρεται στη δυνατότητα κτήσης ιθαγένειας από τη γέννηση και όχι στην κτήση ιθαγένειας του κράτους υποδοχής μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα πχ. λόγω γέννησης και φοίτησης σε ελληνικό σχολείο (πχ άρ. 1Α και 1Β του Κ.Ε.Ι) ή μέσω ευνοϊκότερων όρων για την πολιτογράφηση για τα παιδιά μεταναστών ή ανιθαγενή άτομα. 
  
ΥΓ 2: Για την ιστορία η μητέρα της Mercy ήταν από τη Νιγηρία, το δε πλοίο Aquarius, πάνω στο οποίο γεννήθηκε σε διεθνή ύδατα, έφερε τη σημαία Γιβραλτάρ. Ποια λοιπόν ιθαγένεια απέκτησε το μικρό κοριτσάκι;



[1] Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε μόνο από 71 κράτη επί συνόλου 193 κρατών-μελών του ΟΗΕ βλ. https://tinyurl.com/y9bo3umw Η χώρα μας δεν κυρώσει τη Σύμβαση, σε αντίθεση με τη Δ.Σ. του ίδιου Οργανισμού του 1954 για το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών και του συνοδεύοντος αυτήν Παραρτήματος που η Ελλάδα την κύρωσε (ν. 139/1975) και η οποία προσπαθεί να υποκαταστήσει, τρόπον τινά, την έλλειψη προστασίας που ένα κράτος παρέχει στους υπηκόους του, προσπαθώντας να ρυθμίσει κυρίως το ζήτημα της νομικής τους κατάστασης, και παράλληλα και αυτό της προσωπικής τους κατάστασης, ορίζοντας για το τελευταίο ζήτημα ότι η προσωπική κατάσταση των ανιθαγενών θα διέπεται από το δίκαιο της χώρας της κατοικίας τους ή εν ελλείψει κατοικίας από το δίκαιο της χώρας της διαμονής τους (άρθρο 12§1). Άλλες Διεθνείς Συμβάσεις του ΟΗΕ που αφορούν στους ανιθαγενείς είναι η διεθνής σύμβαση του 1979 για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (Ν 1342/1983), η διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (Ν 2101/1992), το άρθρο 7 παρ. 1 της οποίας ορίζει ότι το παιδί εγγράφεται στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννηση του και έχει από εκείνη τη στιγμή το δικαίωμα ονόματος, το δικαίωμα να αποκτήσει ιθαγένεια και, στο μέτρο του δυνατού, το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς, καθώς και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν 2462/1997), το άρθρο 24 παρ. 2 του οποίου ορίζει ότι κάθε παιδί πρέπει να εγγράφεται αμέσως μετά τη γέννηση του στο ληξιαρχείο και να αποκτά όνομα, ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα να αποκτά ιθαγένεια. Επίσης, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν υιοθετηθεί δύο ιδιαίτερης σημασίας συμβάσεις, οι οποίες και ορίζουν ένα γενικό πλαίσιο κανόνων για την επίλυση ιδίως των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν μετά το 1989 λόγω της διάλυσης και της διαδοχής των κρατών του πρώην «Ανατολικού Μπλοκ». Πρόκειται για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ιθαγένειας του 1997 (βλ. επ’ αυτής Σπ. Βρέλλη, Οι γενικές αρχές της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την ιθαγένεια του 1997, Αρμ 1999, 1314 επ.) και για τη Σύμβαση του 2006 για την Αποφυγή της Ανιθαγένειας στις περιπτώσεις της Διαδοχής Κρατών. Και οι δύο συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν γενικές αρχές, κανόνες και διαδικασίες υψίστης σημασίας για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος στην ιθαγένεια στην Ευρώπη. Οι βασικότερες διατάξεις αυτών αφορούν στη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων στο νόμο και στην πρακτική, στην υποχρέωση των κρατών να εγγυώνται ειδική προστασία στα παιδιά που γεννιούνται στην επικράτειά τους και δεν αποκτούν με τη γέννηση κάποια ιθαγένεια, στις ειδικότερες προϋποθέσεις απώλειας της ιθαγένειας βάσει διατάξεων νόμου, στην υποχρέωση των κρατών να αιτιολογούν εγγράφως τις αποφάσεις που εκδίδουν στις υποθέσεις της ιθαγένειας.
[3] UNHCR, Interpreting the 1961 Statelessness Convention and Preventing Statelessness among Children: ("Dakar Conclusions"), September 2011, διαθέσιμο στοhttp://www.unhcr.org/refworld/docid/4e8423a72.htmlσελ. 12. Βλομοίως και UNHCR, Guidelines on Statelessness No. 4: Ensuring Every Child's Right to Acquire a Nationality through Articles 1-4 of the 1961 Convention on the Reduction of Statelessness, 21 December 2012, HCR/GS/12/04, διαθέσιμο στο:  http://www.refworld.org/docid/50d460c72.htmlσελ. 13.   
[4]  Κυρώθηκε από τη χώρα μας με το ν. 2321/1995 ΦΕΚ Α΄136/23.06.1995
[5] Βλ. αντί άλλων Εμμ Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο II, 2006, σελ. 26, Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 2004, σελ. 76.
[6] Υπό τον αυτονόητο όρο ότι η πολυϊθαγένεια, η κατοχή διπλής ή πολλαπλής ιθαγένειας επιτρέπεται από τα επιμέρους δίκαια ιθαγένειας των χωρών αυτών.
[7] Μετά και την σχετική τροποποίηση του Συντάγματος της Ιρλανδίας που ίσχυσε το 2004.
[8] Βλ. άρ. 1 παρ. 1 και 2 L. 5 febbraio 1992, n. 91 (1), όπως ισχύει βλ σε https://bit.ly/2kaGIIJ (στα αγγλικά).
[9] Όσον αφορά το ζήτημα του καθορισμού του ελληνικού εδάφους εντός του οποίου θα πρέπει να έχει γεννηθεί το άτομο για να του προσδοθεί η ελληνική ιθαγένεια, αυτό ορίζεται από τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου και τους σχετικούς ελληνικούς νόμους. Ως έδαφος της επικράτειας νοείται ο συγκεκριμένος χώρος στον οποίο η Ελλάδα ασκεί εθνική κυριαρχία, συμπεριλαμβανομένου του υπεδάφους και του υπερκείμενου εναέριου χώρου. Στην έννοια του εδάφους συμπεριλαμβάνεται και η αιγιαλίτιδα ζώνη, όπως ρητά ορίζεται και στο άρθρο 22 του Α.Ν. 2597/1940, και η οποία με το άρθρο μόνο του Α.Ν. 230/1936 και 139 του Ν.Δ. 187/1973 καθορίζεται σε έξι (6) ναυτικά μίλια από την ακτή. Για τις ανάγκες όμως της αεροπλοΐας η έκταση αυτής, όπως ορίζεται στο ΠΔ 6/18 Σεπτεμβρίου 1931, ανέρχεται σε δέκα ναυτικά μίλια. Αντιθέτως, δεν αποτελούν έδαφος του κράτους οι περιοχές όπου το κράτος ασκεί ειδικές λειτουργικές αρμοδιότητες που είτε καλούνται «κυριαρχικά δικαιώματα» όπως πχ η υφαλοκρηπίδα, είτε «έλεγχος και δικαιοδοσία», όπως πχ η Συνορεύουσα ζώνη, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και οι αλιευτικές ζώνες βλ. Εμμ. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, ΙΙ, 2006, σελ. 26. 
[10] Η περίπτωση αυτή αναφέρεται στις περιπτώσεις που γεννήθηκε μεν το τέκνο από γονείς ορισμένης αλλοδαπής ιθαγένειας πλην όμως, την ιθαγένεια αυτή δεν μπορεί το τέκνο να την αποκτήσει για λόγους που ανάγονται στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω χώρας, όπως π.χ. επειδή, σύμφωνα με το δίκαιο της ιθαγένειας των γονέων του, γεννήθηκε σε ξένο έδαφος και για το λόγο αυτό δεν αποκτά την ιθαγένεια της πολιτείας της οποίας υπήκοοι είναι οι γονείς του. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν αφορά τα παιδιά τα οποία μπορούν να αποκτήσουν την αλλοδαπή ιθαγένεια των γονέων τους πλην όμως οι γονείς για λόγους άγνοιας, σκοπιμότητας ή και αδιαφορίας παρέλειψαν να απευθυνθούν στις αρμόδιες αρχές των χωρών τους και να υποβάλλουν σχετική αίτηση προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά Βλ. εγκύκλιος 8/28.5.2010 του ΥΠΕΣ. 
[11] Η έννοια της άγνωστης ιθαγένειας (άδηλης, όπως αναφερόταν υπό το προϊσχύον νομικό καθεστώς του Ν.Δ. 3370/1955) καλύπτει τόσο την περίπτωση που οι γονείς του τέκνου είναι και οι δύο ανιθαγενείς, όσο και την περίπτωση του να είναι αυτοί άγνωστοι όπως όταν λ.χ. το τέκνο είναι έκθετο, οπότε η εύρεση του στην Ελλάδα «εξομοιούται προς την εν Ελλάδι γέννηση αυτού» βλ. Π. Βάλληνδας, Δίκαιον Ιθαγένειας κατά τον Κώδικα της Ελληνικής ιθαγένειας του 1955, 1957, σελ. 60.
[12] Άρθρο 1  του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν 3284/2004), όπως αυτό ισχύει μετά και την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν 3838/2010 (ΦΕΚ Α’ 49/24.3.2010). Σύμφωνα με την εγκύκλιο 8/28.5.2010 του Υπουργείου Εσωτερικών «η αδυναμία διαπίστωσης της τυχόν αποκτώμενης με τη γέννηση αλλοδαπής ιθαγένειας δεν θα πρέπει να οφείλεται σε άρνηση συνεργασίας γονέα. Το απλό  δηλ. γεγονός ότι η αρμόδια ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει την ιθαγένεια του γνωστού γονέα επειδή αυτός δεν συνεργάζεται καλόπιστα με αυτήν δεν καθιστά άγνωστη την ιθαγένεια του ιδίου ή του τέκνου του, κατά την έννοια που το απαιτεί εδώ ο νόμος, ώστε να αποκλεισθούν πλήρως φαινόμενα καταχρηστικής άσκησης του εν λόγω δικαιώματος».
[13] Πχ. ο ΚΕΙ προβλέπει την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας de jure soli μόνο από πρόσωπα άγνωστης ιθαγένειας που γεννιούνται σε ελληνικό έδαφος, ενώ αντίστοιχα ο ιταλικός νόμος περί ιθαγένειας προβλέπει την κτήση της ιταλικής ιθαγένειας και για εγκαταλελειμμένα παιδιά που δεν γεννήθηκαν στην χώρα, υπό τον όρο όμως οι γονείς τους παραμένουν άγνωστοι. 
[14] Ο νομικός ορισμός του όρου “ανιθαγενής” που διατυπώνεται στο άρθρο 1 παρ. 1 της Σύμβασης του 1954 για το καθεστώς των Ανιθαγενών περιλαμβάνει τα άτομα, τα οποία στερούνται του νομικού δεσμού της ιθαγένειας με κάποιο Κράτος και χαρακτηρίζονται de jure ανιθαγενείς. Από την έννοια αυτή αποκλείονται εκείνοι, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι διατηρούν το νομικό δεσμό της ιθαγένειας με ορισμένο Κράτος, δεν έχουν αποτελεσματική ιθαγένεια ή αδυνατούν να την καθορίσουν ή να την αποδείξουν και για το λόγο αυτό στερούνται της κρατικής προστασίας de facto (πραγματικά). Βλ. αντί άλλων Ζ. Παπασιώπη- Πασιά, Η αντιμετώπιση των de facto ανιθαγενών σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, ΕΜΕΔ 2013,123 επ.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση: αντιμετωπίζοντας τις αναδυόμενες προκλήσεις



Το Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων και Μεταναστών – Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων στο πλαίσιο του προγράμματος «Bringing families together 2018»- Legal counseling / assistance for family reunification of Persons of Concern with Specific Needs» με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, διοργανώνει workshop* με θέμα «Το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση: αντιμετωπίζοντας τις αναδυόμενες προκλήσεις».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 25 Μαΐου 2018, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Ακαδημίας 60 Αθήνα).

*Σημειώνεται ότι το workshop θα διεξαχθεί στα ελληνικά και θα είναι ανοικτό για το κοινό.


Πρόγραμμα Workshop
To δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση: Αντιμετωπίζοντας τις αναδυόμενες προκλήσεις”
Παρασκευή 25 Μαΐου 2015


11:00 – 11:30

Χαιρετισμός
Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Παντελεήμων Παπασυνεφάκης
Διευθυντής Κέντρου Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων και Μεταναστών – Οικουμενικού Προγράμματος  Προσφύγων

Χαιρετισμός από εκπρόσωπο του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής

Παρουσίαση του project «Bringing families together 2018 – Legal assistance/counselling for the family reunification of PWSN”
Άννα Μιχαλακέλη
Συντονίστρια Προγράμματος

Σύντομη παρέμβαση από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες 
 Εμμανουέλλα Τσαπούλη
Τμήμα Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας



11:30-13:20
Νομική και ψυχοκοινωνική στήριξη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης (Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ) – Bringing Families Together 2018. Legal counseling / assistance for family reunification of Persons of Concern with Specific Needs

·         Εφαρμόζοντας το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση: Επισκόπηση του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ
Ανδρονίκη Πετεινού, δικηγόρος

·         Δεσμευτικά κριτήρια: Προϋποθέσεις και Εφαρμογή
Ηλιάνα Μπόμπου, δικηγόρος

·         Η ρήτρα διακριτικής ευχέρειας: Προκλήσεις του άρθρου 17 
Φωτεινή Εμβολιάδου, δικηγόρος

·         Εν αναμονή της μεταφοράς: Οι δυσκολίες ολοκλήρωσης της διαδικασίας επανένωσης
Ανδρονίκη Πετεινού, δικηγόρος

13:20 -13:30
Ερωτήσεις – Συζήτηση


13:30-13:50
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ


13:50 – 14:00

·         Ο δρόμος προς το Δουβλίνο IV
Ευαγγελία Καρδαμάκη, δικηγόρος


14:00 - 14:20

·         Διεθνής Προστασία και Κοινωνική Εργασία
Έλλη Κούβαρη, Αθανασία Κοτσιάτου, Ανθή Κουτσούπη - κοινωνικοί λειτουργοί


14:20 -14:30
·         Γεφυρώνοντας δύο κόσμους: η διαδικασία της διερμηνείας
Mehdi Shirzad, Monira Malak, διερμηνείς ERP


14:30 – 14:40

·         "Πρόσφυγας ή ανεπιθύμητος": Η διαχείριση των περιπτώσεων των απορριφθέντων αιτούντων από τις διατάξεις του Δουβλίνου και η πρόσβασή τους στην Εθνική διαδικασία Ασύλου
Έλενα Παντοπούλου, δικηγόρος- συντονίστρια προγράμματος Rebuild our lives


14:40 – 15:00
Συζήτηση


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

ΔΠρΘεσ 68/2018: Η απουσία αλλοδαπού από την Ελλάδα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη διετία δεν αποκλείει άνευ ετέρου το ενδεχόμενο διατήρησης ισχυρών δεσμών με τη χώρα



9. Επειδή, η προσβαλλόμενη πράξη με το συγκεκριμένο αιτιολογικό έρεισμα, ήτοι ως στηριχθείσα αποκλειστικώς και μόνο στο γεγονός της απουσίας της αιτούσας από την ελληνική επικράτεια για χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών κατά το σχετικώς πρόσφατο χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας προ της υποβολής της επίμαχης αιτήσεώς της κατ’ άρθρο 19 (παρ. 1) του ν.4251/2014, τυγχάνει (η προσβαλλομένη) ανεπαρκώς αιτιολογημένη, εκδοθείσα, μάλιστα, κατ’ επίκληση εγκυκλίου ορίζουσας τα περί μη απουσίας του αλλοδαπού από την Ελλάδα για παραπάνω από ορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς μια τέτοια προϋπόθεση, και δη ως αυτοτελής και απαρέγκλιτη τοιαύτη, να έχει προβλεφθεί στην εφαρμοστέα, εν προκειμένω, διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν.4251/2014. Δηλαδή, η επίκληση εγκυκλίου ως κύριο αιτιολογικό έρεισμα της επίδικης απόφασης δεν επαρκεί, αφού η εγκύκλιος δεν αποτελεί κανόνα δικαίου και, ως εκ τούτου, στερείται δεσμευτικού χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 4541/2009 σκ. 12, 453/2003 σκ. 9). Ειδικότερα, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 5 της παρούσας, δεν προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 19 του ν.4251/2014 ότι η απουσία του αλλοδαπού από την Ελλάδα για συγκεκριμένο και αυστηρώς προκαθορισμένο χρονικό διάστημα αποκλείει, εκ προοιμίου και άνευ ετέρου, το ενδεχόμενο της διατήρησης στο πρόσωπό του ισχυρών δεσμών του με τη Χώρα. Πολλώ μάλλον στην περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας κατείχε, όπως εν προκειμένω, άδειες διαμονής επί πέντε έτη κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε της αιτήσεώς του για χορήγηση άδειας διαμονής για εξαιρετικούς λόγους, οπότε, κατά τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 19 του ν.4251/2014, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του, ως προαπαιτούμενο εξέτασης στην ουσία της εν λόγω αίτησης, να προσκομίσει αποδεικτικά των ισχυρών δεσμών του με τη Χώρα στοιχείων, αφού η επί πενταετία, σχετικώς πρόσφατη, νόμιμη παραμονή του στη Χώρα κρίνεται από τον ίδιο το νομοθέτη αρκούντως σοβαρό στοιχείο, που επιτρέπει την περαιτέρω επί της ουσίας εξέταση της αίτησής του. Η επί της ουσίας εξέταση της σχετικής αίτησής του δεν αποκλείεται, ως προεκτέθηκε, από το γεγονός και μόνο της απουσίας του αλλοδαπού από την Ελλάδα εσχάτως για χρονικό διάστημα που υπερέβη τη διετία, και μάλιστα, σε συμμόρφωση προς τους νόμους και τις επιταγές της Ελληνικής Πολιτείας, ως στερούμενος τίτλου διαμονής, δηλαδή ως όφειλε. Άλλο το ζήτημα κατά πόσο η απουσία του στην αλλοδαπή οδήγησε, εν προκειμένω, στην απώλεια ή παρέλευση ή εξάλειψη των δεσμών του με τη Χώρα και στη μη συνδρομή στο πρόσωπό του κάποιου λόγου ικανού να στηρίξει την ικανοποίηση του εν λόγω αιτήματός του (να του χορηγηθεί άδεια διαμονής για εξαιρετικούς λόγους). Το τελευταίο, όμως, αποτελεί ζήτημα νομικό και πραγματικό, εξεταστέο επί της ουσίας και σφαιρικώς, ήτοι λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών πτυχών της προκείμενης υπόθεσης, ώστε η σχετική επί του αιτήματος του αλλοδαπού απόφαση, θετική ή αρνητική, να τυγχάνει δεόντως αιτιολογημένη και η εκ μέρους της Διοίκησης σχετική άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας δικαστικώς ελέγξιμη (ως προς τη μη υπέρβαση των ακραίων ορίων κατά τα ήδη εκτεθέντα). Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η κρίση της Διοίκησης περί της συνεχούς απουσίας της αιτούσας για τη χρονική περίοδο από 18.9.2012 έως 26.5.2015 στηρίχθηκε στις αναφερόμενες στο προαναφερθέν έγγραφο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης αφιξοαναχωρήσεις της και στις τεθείσες στο διαβατήριό της σφραγίδες που, όμως, όπως επισημαίνεται στο αυτό έγγραφο, έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα και ουδόλως αποκλείουν το ενδεχόμενο αφιξαναχωρήσεων και σε άλλες ημερομηνίες. Ως εκ τούτου, προεχόντως για το λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, ένεκα δηλαδή της συγκεκριμένης ανεπάρκειας και πλημμέλειας της αιτιολογίας της ένδικης απόφασης του Γ.Γ.Α.Δ.Μ.Θ., η τελευταία τυγχάνει ακυρωτέα στο σύνολό της, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων με την υπό κρίση αίτηση ισχυρισμών.
[…] Δέχεται την αίτηση.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΔΕφΠειρ 190/2018: Κανονισμός Δουβλίνο και μη διερεύνηση από τη Διοίκηση της δυνατότητας υποβολής αίτησης αναδοχής προς τη Γερμανία



17. Επειδή ο αιτών προβάλλει ότι, παρότι στη συνέντευξή του ανέφερε την επιθυμία του να επανενωθεί με τον αδελφό του, που διαμένει νόμιμα στη Γερμανία, και παρότι είναι για τους ανωτέρω λόγους ευάλωτος, ουδόλως διερευνήθηκε από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής η δυνατότητα της επανένωσης αυτής για λόγους εξάρτησης από τον αδελφό του, επικουρικώς δε για ανθρωπιστικούς λόγους. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, στην οποία έθεσε και γραπτώς το σχετικό αίτημα και η οποία απέρριψε σιωπηρώς τις αιτιάσεις του κατά της απόφασης του πρώτου βαθμού, είναι ακυρωτέα, έτσι ώστε να ενεργοποηθεί η ανωτέρω δυνατότητα επανένωσης, παρότι έχει παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία υποβολής του αιτήματος αναδοχής, αφού αυτό συνέβη με υπαιτιότητα της Διοίκησης. Ωστόσο, με δεδομένα ότι η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δέχθηκε ότι ο αιτών, ενήλικος (31 ετών), κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι δεν εξαρτάται από τον ανωτέρω αδελφό του, περαιτέρω δε δεν δέχθηκε την προβαλλόμενη ευαλωτότητά του, κατά τα προηγούμενα, δεν έσφαλε απορρίπτοντας σιωπηρώς τις αιτιάσεις και το αίτημα του αιτούντος σχετικώς με το ζήτημα της επανένωσής του με τον αδελφό του στη Γερμανία, κατά το δεσμευτικό κριτήριο ευθύνης λόγω εξάρτησης του άρθρου 16 του Κανονισμού 604/2013 (αιτιολογική σκέψη 16), του αντιθέτου λόγου ακυρώσεως απορριπτομένου ως αβασίμου. Ακόμη, όσον αφορά την, επικουρικώς προβαλλόμενη, μη διερεύνηση της δυνατότητας υποβολής αίτησης αναδοχής προς τη Γερμανία για επανένωση του αιτούντος με τον αδελφό του για ανθρωπιστικούς λόγους, κατ’ άρθρο 17 παρ. 2 του ανωτέρω Κανονισμού, με δεδομένα αφενός μεν ότι η υποβολή της αίτησης αυτής ήταν στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (αιτιολογική σκέψη 17 του ανωτέρω Κανονισμού) και μάλιστα εντός ορισμένου χρονικού ορίου, αφετέρου δε ότι ο αιτών, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος, ούτε ενώπιον της Διοίκησης προέβαλε, ούτε και τώρα αναφέρει ποιες περιστάσεις (πέρα από την εξάρτηση και την ευαλωτότητα, που δεν έγιναν δεκτές από τη Διοίκηση) συντρέχουν στο πρόσωπό του, ώστε να δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ανωτέρω διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος και κατά το επικουρικό σκέλος του.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Απόφ. 6799/20.03.2018 της 7ης Επιτροπής Προσφυγών: Διαχωρισμός εξέτασης αιτήματος ασύλου λόγω ενδοοικογενειακής βίας



2. Στο άρθρο 14 παρ.8 του ν. 4375/2016 (Α΄51), ορίζεται, ότι ως ευάλωτες ομάδες νοούνται για τις ανάγκες του παρόντος, μεταξύ άλλων, τα θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης σοβαρής μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή εκμετάλλευσης, πρόσωπα με σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, ιδίως επιζήσαντες και συγγενείς θυμάτων ναυγίων (περ.στ’). Στο άρθρο 50, εξάλλου του ίδιου ως άνω νόμου (άρθρο 24 της Οδηγίας  2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) ορίζονται τα εξής : «1. Οι Αρχές Παραλαβής εκτιμούν, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, ή σε όποιο σημείο της διαδικασίας ανακύψουν οι σχετικές ανάγκες, αν ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων [...] 2.Εφόσον κριθεί ότι αιτούντες χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, τους εξασφαλίζεται επαρκής υποστήριξη, ώστε να μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων και να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους καθ’όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Αιτήσεις διεθνούς προστασίας προσώπων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων εξετάζονται πάντα με την κανονική διαδικασία».

7. […] η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψιν, αφενός μεν, ότι η δεύτερη προσφεύγουσα είναι θύμα βίας, ανήκουσα σε μία από τις προβλεπόμενες στο ως άνω αναφερόμενο νομοθέτημα ευάλωτες ομάδες, ήτοι, εκείνη των θυμάτων βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης σοβαρής μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή εκμετάλλευσης, χρήζει δε ψυχολογικής στήριξης, αφετέρου δε, ότι, εν τοις πράγμασι, τα ανήλικα τέκνα των δύο πρώτων προσφευγόντων, που, επίσης, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα έγγραφα, έχουν υποστεί σωματική κακοποίηση από τον πρώτο προσφεύγοντα,  διαμένουν με τη δεύτερη προσφεύγουσα, η οποία τελεί σε διάσταση με το σύζυγο της και πρώτο προσφεύγοντα, διακρατεί την υπόθεση καθ’ο μέρος αφορά στον πρώτο προσφεύγοντα και, ελλείψεως της προστατευτέας οικογενειακής ενότητας, σε συνδυασμό με την προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του τρίτου και τέταρτης εκ των προσφευγόντων, αποφασίζει το διαχωρισμό της υπόθεσης της δεύτερης προσφεύγουσας και των τέκνων αυτής, εξαιρώντας αυτούς (ήτοι, δεύτερη προσφεύγουσα και ανήλικα τέκνα, δηλαδή, τρίτο και τέταρτη προσφεύγουσα) από τη διαγραφόμενη ταχύρρυθμη διαδικασία του άρθρου 60 ν. 4375/2016 (παρ. 4 εδ. στ’ του εν λόγω άρθρου) προκειμένου να εξεταστεί η αίτησή τους για παροχή διεθνούς προστασίας με την κανονική διαδικασία, καθόσον χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.


Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Παρατηρήσεις του ΕΣΠ πάνω στο νομοσχέδιο για τη διαδικασία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, το οποίο συζητείται σήμερα στη Βουλή



Στις 19 Απριλίου 2018, κατατέθηκε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο νομοσχέδιο με το οποίο προτείνονται τροποποιήσεις στον ν.4375/2016 σε ό,τι αφορά τη διαδικασία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας.

Το νομοσχέδιο εισάγει, με μεγάλη καθυστέρηση, ρυθμίσεις που αφορούν την ενσωμάτωση Αναθεωρημένης Οδηγίας περί Υποδοχής (Οδηγία 2013/33/ΕΚ), καθότι η προθεσμία για την ενσωμάτωση των σχετικών διατάξεων έχει ήδη παρέλθει από τον Ιούλιο του 2015. Επιπλέον, εκ νέου εισάγονται τροποποιήσεις του ν. 4375/2016 -για τέταρτη φορά από τη δημοσίευση του- που σχετίζονται με την εφαρμογή της Κοινής δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας και τις συστάσεις για περιορισμό δικαιωμάτων και εγγυήσεων προς χάρη της αποτελεσματικής εφαρμογής της.

Υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι, παρά τις σημαντικές αλλαγές που με αυτό εισάγονται, δεν δόθηκε χρόνος για δημόσια διαβούλευση, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες εκφράζει μεταξύ άλλων τον έντονο προβληματισμό του για το γεγονός ότι:
  • Στο νομοσχέδιο εισάγεται εκ νέου η δυνατότητα επιβολής μέτρου περιορισμού της κυκλοφορίας των αιτούντων άσυλο χωρίς να προβλέπονται οι αναγκαίες δικαιοκρατικές εγγυήσεις, μεταξύ άλλων επιβολή του μέτρου κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, αιτιολογημένης ατομικής διοικητικής πράξης, ελέγχου  αναλογικότητας, πρόβλεψης μέγιστου χρόνου περιορισμού του δικαιώματος, αποτελεσματικού ένδικου μέσου και παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής (βλ. άρθρο 7).

  • Ως προς το ζήτημα του γεωγραφικού περιορισμού στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, υπενθυμίζεται επιπλέον ότι με την υπ’ άριθμ. 805/2018 Απόφαση του ΣτΕ, ακυρώθηκε ήδη η προϊσχύουσα από τον Ιούνιο του 2017 Απόφαση της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου περί «Περιορισμού κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία», ενώ λίγες μέρες μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης του ΣτΕ, επανεκδόθηκε νέα όμοια κατά το περιεχόμενο των μέτρων Απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου (ΦΕΚ 1366Β/20-4-2018), η οποία κατά την εκτίμηση μας, παραγνωρίζει τα κριτήρια της Απόφασης του ΣτΕ. Ιδίως αναφέρεται ότι η νέα αυτή Απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση επιμερισμού των αιτούντων άσυλο στο σύνολο της Ελληνικής επικράτειας, τον κίνδυνο έκθεσης σε μεταχείριση αντίθετη στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ (απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση) εξαιτίας των συνθηκών υποδοχής που επικρατούν στα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την υποχρέωση τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.

  • Το νομοσχέδιο για ακόμη μια φορά δεν καταργεί ρητά τη δυνατότητα διοικητικής κράτησης προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες και ιδίως των ανηλίκων, παρά το γεγονός ότι, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, η επιβολή μέτρου κράτησης δεν μπορεί ποτέ να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να καταργήσουν τη δυνατότητα κράτησης παιδιών για λόγους που σχετίζονται με το καθεστώς παραμονής τους ή των γονιών τους[1] (βλ. Άρθρα 8-10).

  • Δεν προβλέπεται η πρόσβαση στην εργασία των αιτούντων άσυλο, κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της προκαταγραφής του αιτήματος ασύλου και της πλήρους καταγραφής, παρά το γεγονός ότι παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις, με ευθύνη της διοίκησης, ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλήρους καταγραφής, με αποτέλεσμα αυτοί να αποκλείονται από την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός τους στην εργασία (βλ. άρθρο 15).

  • Δεν αντιμετωπίζονται τα ζητήματα αποτελεσματικής προστασίας των ασυνόδευτων ανηλίκων, παρά την επίλυση των ζητημάτων αρμοδιότητας, και ιδίως δεν αναμορφώνεται το αναποτελεσματικό σύστημα Επιτροπείας Ασυνόδευτων Ανηλίκων.

  • Εισάγεται  μη προβλεπόμενος από την Οδηγία Υποδοχής, περιορισμός σε ό,τι αφορά τη διαδικασία πιστοποίησης των θυμάτων βασανιστηρίων, εξαιτίας του οποίου πρόσωπα που έχουν υποστεί  βασανιστήρια ενδέχεται να μην αναγνωριστούν ως  τέτοια και να μην λάβουν τις προβλεπόμενες υπηρεσίες αποκατάστασης κατά παράβαση της εθνικής και διεθνούς νομοθεσίας, [βλ. ενδεικτικά Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (UNCAT), που κυρώθηκε με το ν. 1782/1988 (βλ. άρθρο 23)].

  • Τροποποιείται η διαδικασία επιλογής του Διοικητικού Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών,  με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι μέχρι σήμερα προβλεπόμενες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Βοηθός Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος συμμετείχε σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία στην Επιτροπή Επιλογής, αντικαθίσταται από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Μετανάστευσης (βλ. άρθρο 28 παρ.2).

  • Εισάγεται ένα καινοφανές σύστημα ελέγχου του έργου των Δικαστικών Λειτουργών  που είναι μέλη των Επιτροπών Προσφυγών καθότι προβλέπεται η  δυνατότητα αντικατάστασης τους «σε περίπτωση σημαντικών και αδικαιολόγητων καθυστερήσεων», διάταξη η οποία θα πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της υποχρέωσης σεβασμού της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών (βλ. άρθρο 28 παρ. 3).

  • Προβλέπεται η δυνατότητα πλασματικής επίδοσης της δευτεροβάθμιας απόφασης, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην διασφαλίζεται ότι ο προσφεύγων θα λάβει πραγματική γνώση, σε γλώσσα που κατανοεί, όπως ορίζει η κείμενη νομοθεσία, της έκδοσης της δευτεροβάθμιας απόφασης και των συνεπειών αυτής, αλλά παράλληλα να περιορίζεται de facto το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ,  «για να είναι πραγματική η προσφυγή που απαιτείται από το άρθρο 13 πρέπει να είναι διαθέσιμη από νομικής και πρακτικής άποψης, υπό την έννοια ειδικά ότι η άσκησή της δεν πρέπει να εμποδίζεται αδικαιολόγητα από πράξεις ή παραλείψεις των αρχών» [2] (βλ. άρθρο 28 παρ. 20).

  • Γενικεύεται η συμμετοχή του προσωπικού του EASO στη διαδικασία ασύλου στην Ελλάδα και εισάγεται η δυνατότητα προσωπικό του EASO να διεξάγει την καταγραφή αιτήσεων διεθνούς προστασίας και «κάθε άλλη διοικητική ενέργεια που αφορά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας», διάταξη η οποία είναι αντίθετη με τον ίδιο τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 439/2010, σύμφωνα με τον οποίο «Η Υπηρεσία Υποστήριξης δεν διαθέτει καμία εξουσία σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων από μέρους των αρχών των κρατών μελών για το άσυλο όσον αφορά τις ατομικές αιτήσεις διεθνούς προστασίας» (βλ. άρθρο 28 παρ.7).

  • Δεν προβλέπεται αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα με την κατάθεση ένδικων μέσων κατά απορριπτικής τελεσίδικης απόφασης επί αιτήματος ασύλου, όπως απαιτείται από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[3]    

Κατόπιν τούτων, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες υπενθυμίζει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλιστεί ότι ο νέος νόμος θα είναι συμβατός με το Διεθνές, Ευρωπαϊκό και πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο. Οποιαδήποτε παρέκκλιση θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έως ότου ακυρωθεί από τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια και εκθέσει εκ νέου την Ελλάδα διεθνώς.




[1] UN Committee on the Protection of the Rights of All Migrant Workers and Members of Their Families (CMW), Joint general comment No. 4 (2017) of the Committee on the Protection of the Rights of All Migrant Workers and Members of Their Families and No. 23 (2017) of the Committee on the Rights of the Child on State obligations regarding the human rights of children in the context of international migration in countries of origin, transit, destination and return, 16 November 2017, CMW/C/GC/4-CRC/C/GC/23, http://www.refworld.org/docid/5a12942a2b.html, παρ. 5
[2] ενδεικτικά MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, παρ. 290.
[3] Idem.


Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *