Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Απόφ. 7006/8.3.2019 της 17ης Επιτροπής Προσφυγών: Προϋποθέσεις συνέχισης διαδικασίας εξέτασης αιτήματος διεθνούς προστασίας μετά απο πράξη διακοπής

Ι. Νομικό μέρος
Α. Ερμηνεία του άρθρου 28 της Οδηγία 2013/32
Η Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)» ορίζει στο άρθρο 5 ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές απαιτήσεις για τις διαδικασίες διά των οποίων χορηγείται και ανακαλείται η διεθνής προστασία, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία» και στο άρθρο 28 ότι: «1. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει είτε να σταματήσει την εξέταση είτε, σε περίπτωση που η αποφαινόμενη αρχή θεωρήσει την αίτηση ως αβάσιμη αφού την εξετάσει επαρκώς επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, να απορρίψει την αίτηση.Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν ότι ο αιτών έχει ανακαλέσει σιωπηρά την αίτησή του για διεθνή προστασία ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, ιδίως όταν διαπιστώνεται ότι:α) δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του … ή δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη … εκτός εάν ο αιτών αποδείξει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του· β) … δεν εκπλήρωσε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας, εκτός εάν αποδείξει ότι αυτό οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του.Για τον σκοπό της εφαρμογής των προκειμένων διατάξεων, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να ορίσουν χρονικά όρια ή κατευθυντήριες γραμμές.2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο αιτών που αναφέρεται και πάλι στην αρμόδια αρχή μετά τη λήψη απόφασης να σταματήσει η εξέταση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου να δικαιούται να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του ή να υποβάλλει νέα αίτηση η οποία δεν υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 40 και 41.Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα χρονικό όριο τουλάχιστον εννέα μηνών μετά το οποίο η υπόθεση του αιτούντος δεν θα μπορεί να επανεξετασθεί ή η νέα αίτηση θα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεταγενέστερη αίτηση και να υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 40 και 41. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η υπόθεση του αιτούντος μπορεί να επανεξετασθεί μόνο μία φορά. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο αυτό να μην απομακρυνθεί κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στην αποφαινόμενη αρχή να συνεχίσει την εξέταση από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει. 3. …». Εξάλλου, κατά την 14η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας: «Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους ανιθαγενείς που ζητούν διεθνή προστασία από κράτος μέλος, όταν το αίτημα θεωρείται ότι βασίζεται στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος χρήζει διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95/ΕΕ», ενώ στην 25η αιτιολογική σκέψη επισημαίνεται ότι: «Προς τον σκοπό της ορθής αναγνώρισης των ατόμων που χρήζουν προστασίας ως πρόσφυγες … κάθε αιτών θα πρέπει να έχει πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες, τη δυνατότητα να συνεργάζεται και να επικοινωνεί καταλλήλως με τις αρμόδιες αρχές ώστε να υποβάλλει τα στοιχεία της υπόθεσής του, καθώς και επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις για να προωθεί την υπόθεσή του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. …».
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενων υπό το φως αφενός των αιτιολογικών σκέψεών της που παρατέθηκαν, αφετέρου της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του άρθρου 18 (δικαίωμα στο άσυλο) της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να θεσπίζουν ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες να μπορεί να συναχθεί σιωπηρή ανάκληση της αίτησης ασύλου, σε περίπτωση που ο αιτών άσυλο δεν εμφανιστεί κατά την ορισθείσα συνέντευξη ή κατά την ημερομηνία που λήγει το δελτίο αιτήσαντος ασύλου προκειμένου να το ανανεώσει. Στην περίπτωση δε αυτή μπορεί να προβλέπεται από τον εθνικό νομοθέτη είτε η διακοπή της εξέτασης της αίτησης είτε η εξέτασή της στην ουσία και η απόρριψή της, αν θεωρηθεί αβάσιμη. Περαιτέρω, ωστόσο, εφόσον κατά την εθνική νομοθεσία η ως άνω τεκμαιρόμενη σιωπηρή ανάκληση συνεπάγεται τη διακοπή της εξέτασης της αίτησης (και συνεπώς τη μη εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του αιτούντος), ο αιτών πρέπει να διαθέτει τη δυνατότητα, εντός μιας προθεσμίας, κατ’ ελάχιστον, εννέα μηνών, να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του ή να υποβάλλει νέα αίτηση, η οποία όμως δεν θα υπόκειται στη διαδικασία περί μεταγενεστέρων αιτημάτων. Η αίτηση αυτή επανεξέτασης της υπόθεσης δεν συνιστά κατ’ ουσία αίτηση ανάκλησης της πράξης διακοπής εξέτασης, αλλά αίτηση συνέχισης της διακοπείσας διαδικασίας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών του αιτούντος, ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτός χρήζει ή όχι διεθνούς προστασίας. Εξάλλου, πέραν του χρονικού περιορισμού της υποβολής της αίτησης εντός εννέα μηνών από την έκδοση της πράξης διακοπής – διάστημα εντός του οποίου ο αιτών οφείλει να δείξει εύλογο ενδιαφέρον για την τύχη της υπόθεσής του ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο σιωπηρής ανάκλησης – η αίτηση αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί σε επιπλέον διαδικαστικές προϋποθέσεις[1]. Τούτο, δε, συνάγεται α) από την αναμφίλεκτη διατύπωση των κρίσιμων διατάξεων των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας, β) από τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 της Οδηγίας και της 14ης αιτιολογικής σκέψης της ότι επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη μόνο η θέσπιση διατάξεων που είναι περισσότερο ευνοϊκές για τους αιτούντες και συνεπώς απαγορεύεται ο περαιτέρω περιορισμός των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται από την Οδηγία, γ) από την τελολογική ερμηνεία των ως άνω κρίσιμων διατάξεων, δεδομένου ότι σκοπός τους δεν είναι (ούτε θα μπορούσε να είναι) να στερήσουν από τους αιτούντες το θεμελιώδες δικαίωμα ασύλου, αλλά αποκλειστικά και μόνο να θεσπίσουν διαδικαστικούς κανόνες βάσει των οποίων να μπορεί να συναχθεί με τρόπο αντικειμενικό η σιωπηρή βούληση ορισμένου προσώπου να ανακαλέσει την αίτησή του, προκειμένου να μην επιβαρύνεται άσκοπα το σύστημα ασύλου και δ) εξ αντιδιαστολής, από το γεγονός ότι όπου ο ενωσιακός νομοθέτης θέλησε να επιβάλλονται στους αιτούντες συγκεκριμένες υποχρεώσεις απόδειξης της μη υπαιτιότητάς τους, το όρισε ρητώς (βλ. ενδεικτικά άρθρο 28 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ και άρθρο 40 παρ. 4 της Οδηγίας).
Β. Η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 4375/2016
Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4375/2016 (ΦΕΚ A΄ 51), το άρθρο 47 του οποίου όριζε αρχικώς ότι: «1. … 2. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, οι Αρχές Απόφασης διακόπτουν την εξέταση της αίτησης με σχετική πράξη τους και θέτουν την υπόθεση στο αρχείο. ...  3. Σιωπηρή ανάκληση θεωρείται ότι υπάρχει όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών, χωρίς να θεμελιώνει ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του: α. δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 141/2013 (Α΄ 226) ή β. δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη ή σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 52 και 62, παρότι κλήθηκε νόμιμα και χωρίς να προβάλει βάσιμους λόγους για τη μη παρουσία του, ή γ. διέφυγε από το χώρο όπου βρισκόταν υπό κράτηση ή δεν συμμορφώθηκε με τα επιβληθέντα εναλλακτικά μέτρα ή δ. αναχώρησε από το χώρο όπου διέμενε, χωρίς να ζητήσει άδεια ή να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές εφόσον είχε προς τούτο υποχρέωση ή εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να λάβει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές Παραλαβής ή ε. δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία β και γ, ή άλλη υποχρέωση επικοινωνίας ή υποχρέωση να προσκομίσει έγγραφο το οποίο αποδεδειγμένα έχει ή οφείλει να έχει στην κατοχή του και δύναται να προσκομίσει ή στ. δεν εμφανίστηκε για να ανανεώσει το δελτίο το αργότερο κατά την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του. 4. Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί πράξη διακοπής ή που η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο μετά από παραίτηση, ο αιτών έχει δικαίωμα με αίτησή του, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής ή της υποβολής της παραίτησης, να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσής του μόνο μία φορά.5. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής ή της παραίτησης εξετάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί μεταγενέστερων αιτήσεων κατά το άρθρο 59. 6. Στις περιπτώσεις μεταφοράς αιτούντων στη χώρα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 604/2013 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι εκδοθείσες πράξεις διακοπής βάσει της παραγράφου 2 ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται.». Ακολούθως, το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 8 ν. 4540/2018 (ΦΕΚ Α΄ 91/22.5.2018), ώστε πλέον να ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί πράξη διακοπής ο αιτών έχει δικαίωμα με αίτησή του, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής, να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσης του, εφόσον θεμελιώνει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι η πράξη διακοπής εκδόθηκε υπό συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του. …».
Εξάλλου, το προϊσχύον π.δ. 113/2013 (ΦΕΚ Α΄ 146/14.6.2013) «Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου “σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα”» όριζε στο άρθρο 13 παρ. 4 ότι: «Αιτών για τον οποίο έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής εξέτασης της αίτησης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση τη συνέχιση της εξέτασης αυτής, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχει σιωπηρή ανάκληση της αίτησής ή προσφυγής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής».
Γ. Κρίση ως προς τη συμβατότητα της νέας διάταξης του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 4375/2016 προς την Οδηγία 2013/32
Λαμβανομένων υπόψη όσων προεκτέθηκαν, η ρύθμιση που εισήχθη με την παρ. 8 του άρθρου 28 του ν. 4540/2018 και η οποία, σε αντίθεση με τη διατύπωση του προϊσχύσαντος π.δ.113/2013, δεν επιτρέπει την αξιολόγηση των προβαλλόμενων λόγων από το αρμόδιο όργανο του πρώτου βαθμού και εν συνεχεία από την Επιτροπή Προσφυγών, αλλά επιβάλλει τη θεμελίωση των λόγων αυτών με συγκεκριμένα στοιχεία, αντιβαίνει, κατά την κρίση της Επιτροπής, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/32, καθώς περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να ζητήσουν τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός τους. Συνεπώς, ο αιτών,και μετά την ως άνω τροποποίηση της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 47 του ν. 4375/2016 με τον ν. 4540/2018, μπορεί να υποβάλει αίτημα συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης του φακέλου του χωρίς να απαιτείται, προκειμένου αυτό να γίνει δεκτό, να υποβάλει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πράξη διακοπής εκδόθηκε υπό συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του, ερμηνευτική λύση που άλλωστε διασφαλίζει πληρέστερα την τήρηση της, θεμελιώδους για το κράτος, υποχρέωσης της μη επαναπροώθησης[2].
Προς την ίδια, εξάλλου, ερμηνευτική κατεύθυνση οδηγεί και η συστηματική ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων της Οδηγίας 2013/32 και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (αναδιατύπωση)» (κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ). Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει στο άρθρο 18 παρ. 2 ότι «Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο γ) [ΣτΣ: δηλαδή περιπτώσεις υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδα ο οποίος ανακάλεσε την υπό εξέταση αίτησή του και έκανε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος], όταν το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε διακόψει την εξέταση αίτησης μετά από ανάκλησή της από τον αιτούντα πριν από τη λήψη απόφασης επί της ουσίας πρωτοδίκως, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησής του ή να υποβάλει νέα αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία δεν θα αντιμετωπισθεί ως μεταγενέστερη αίτηση, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/32/ΕΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ολοκληρώνεται η εξέταση της αίτησης». Όπως γίνεται δεκτό, η ανωτέρω διάταξη αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι η εξέταση της αίτησης του αιτούντος άσυλο είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που επιβάλλει η οδηγία 2013/32 όσον αφορά τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται σε πρώτο βαθμό[3].  Εάν, ωστόσο, γινόταν δεκτό ότι το κράτος μέλος υποδοχής στο πλαίσιο του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ μπορούσε να απορρίψει αιτήσεις συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης ασύλου σε κάθε περίπτωση που ο αιτών δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι η μη τήρηση των υποχρεώσεών του δεν οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του – δηλαδή περίπτωση που εύλογα αναμένεται να συντρέχει κάθε φορά που ο αιτών άσυλο εγκαταλείπει το κράτος μέλος του αρχικού αιτήματος για να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος όπου υποβάλλει νέο αίτημα ασύλου και για αυτόν τον λόγο δεν εμφανίζεται κατά τις καθορισθείσες ημερομηνίες ανανέωσης του δελτίου ή συνέντευξης – ο μηχανισμός του Δουβλίνο ΙΙΙ, που στηρίζεται στη δυνατότητα εξέτασης κάθε αιτήματος ασύλου από ένα και μόνο κράτος μέλος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τρόπο που να «κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας» (5η αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού), θα καταστρατηγούνταν, αφού η μεταφορά προς την Ελλάδα αιτούντος άσυλο η εξέτασης της αίτησης του οποίου είχε ήδη διακοπεί θα συνεπαγόταν άνευ ετέρου την απόρριψη του αιτήματος λόγω αδυναμίας θεμελίωσης με συγκεκριμένα στοιχεία της ύπαρξης λόγων «ανεξάρτητων από τη θέλησή του» για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών. Η αντίστοιχη, άλλωστε, πρόβλεψη της παρ. 8 του άρθρου 2 του π.δ. 61/1999 (ΦΕΚ Α΄ 63)[4], στην οποία στηριζόταν εν πολλοίς η απόρριψη των αιτήσεων όσων μεταφέρονταν στην Ελλάδα βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ[5],  είχε κατακριθεί ως παραβιάζουσα τις σχετικές υποχρεώσεις της χώρας[6] και είχε οδηγήσει σε άσκηση προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας επί παραβάσει των υποχρεώσεών της υπό τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ (υπόθεση C-130/08, OJ C 128, 24.5.2008, p. 25–26)[7]. Ενόψει αυτού, ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε στην παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 4375/2016 ότι σε περίπτωση μεταφοράς αιτούντος από άλλο κράτος μέλος βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ οι εκδοθείσες πράξεις διακοπής λόγω σιωπηρής ανάκλησης «ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται» χωρίς επομένως να τίθενται επιπλέον προϋποθέσεις ως προς τη θεμελίωση με συγκεκριμένα στοιχεία των λόγων που οδήγησαν στη διακοπή εξέτασης της αίτησης. Όπως, όμως, έχει γίνει δεκτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπεται να περιέρχεται σε ευνοϊκότερη θέση αιτών άσυλο που έχει διαφύγει, χωρίς να αναμείνει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησής του, προς κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο υπέβαλε την αίτησή του, σε περίπτωση που το υπεύθυνο κράτος μέλος αναλαμβάνει εκ νέου τον αιτούντα αυτόν, σε σχέση με αιτούντα που αναμένει την ολοκλήρωση της εξέτασής της αίτησής του στο υπεύθυνο κράτος μέλος, διότι μια «τέτοιου είδους ερμηνεία ενδέχεται να ενθαρρύνει τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε κράτος μέλος να μεταβούν σε άλλα κράτη μέλη, προκαλώντας, με τον τρόπο αυτό, δευτερογενείς μετακινήσεις, στην αποτροπή των οποίων αποβλέπει ακριβώς ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ διά της θεσπίσεως ομοιόμορφων μηχανισμών και κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους»[8].  Συνεπώς, πρόβλεψη επιπλέον προϋποθέσεων (και συγκεκριμένα της προϋπόθεσης θεμελίωσης με συγκεκριμένα στοιχεία των λόγων μη τήρησης των υποχρεώσεών τους) για τους αιτούντες που ζητούν τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής τους παραμένοντες σε ελληνικό έδαφος, ενώ τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται (ούτε μπορεί να τεθεί) για όσους επιστρέφονται στην Ελλάδα μετά τη διαφυγή τους σε άλλο κράτος μέλος, θα αντιστρατευόταν τη λογική του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου.
Ενόψει των ανωτέρω, τέλος, μόνη λογικά συνεπής ερμηνευτική προσέγγιση του τελ. εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2013/32, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης μπορεί να συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει, είναι ότι ως στάδιο εξέτασης της αίτησης νοείται εκείνο από τα προβλεπόμενα στον νόμο στάδια της διαδικασίας εξέτασης (π.χ. υποβολή αίτησης, προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, έκδοση απόφασης σε πρώτο βαθμό, με όλα τα ενδιάμεσα στάδια που περιλαμβάνονται κατά περίπτωση, όπως εξέταση της ευαλωτότητας του προσώπου, εξέταση τυχόν εφαρμογής του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ κλπ), το οποίο δεν ολοκληρώθηκε πριν συμβεί το γεγονός που οδήγησε στη διακοπή της, χωρίς να μπορεί να συναχθεί ότι επιτρέπεται, από τη συγκεκριμένη διάταξη, στον εθνικό νομοθέτη να επιλέξει τη συνέχιση της διαδικασίας από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο όπου διαπιστώθηκε η μη τήρηση των υποχρεώσεων του αιτούντος, ώστε να ακολουθείται εκ νέου η διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 28 της Οδηγίας και να ζητείται από τον αιτούντα να αποδείξει ότι η διακοπή της εξέτασης οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. [...]
ΙΙΙ. Κρίση
Ενόψει όσων αναπτύχθηκαν στο κεφάλαιο Ι της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου κατατέθηκε εντός της προθεσμίας των εννέα μηνών από την έκδοση της πράξης διακοπής (21.6.2018 η έκδοση της πράξης επιστροφής, 6.9.2018 η κατάθεση της αίτησης συνέχισης της διαδικασίας), κρίνει ότι η εξεταζόμενη προσφυγή, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να γίνει δεκτή και η υπόθεση να αναπεμφθεί στο πρωτοβάθμιο όργανο για νέα, νόμιμη κρίση επί της ουσίας, κατόπιν της τήρησης της προσήκουσας διαδικασίας και τη λήψη προσωπικής συνέντευξης του προσφεύγοντος, διότι για την υποβολή αίτησης συνέχισης της διαδικασίας δεν απαιτείται η προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η έκδοση της πράξης διακοπής έλαβε χώρα για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του αιτούντος.




[1] Ένδειξη προς την ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση, ότι δηλαδή η αίτηση συνέχισης δεν μπορεί να υποβληθεί σε επιπλέον προϋποθέσεις, προσφέρει και η ConseildtatN° 423715 απόφαση της 25 Σεπτεμβρίου 2018, σκ. 5, που ερμηνεύει την κατ’ ουσία ταυτόσημη με την Οδηγία διατύπωση του art. L. 723-14 του γαλλικού Loi n° 2015-925 du 29 juillet 2015 “relative à la réforme du droitd'asile”. Εξάλλου, ενδεικτικά, και η εθνική νομοθεσία άλλων κρατών μελών δεν φαίνεται να έχει θεσπίσει επιπλέον προϋποθέσεις για την άσκηση της αίτησης συνέχισης·βλ. το άρθρο 16 Ε του κυπριακού «περί Προσφύγων Νόμου» του 2000 (6(I)/2000), το άρθρο 23 του λουξεμβουργιανού Loi du 18 décembre 2015 1. “relative à laprotectioninternationaleet à laprotectiontemporaire”, το άρθρο 33 παρ. 5 του γερμανικού Asylgesetz, τα άρθρα 57/6/2 και 57/6/5 του βελγικού Loi sur l'accès au territoire, le séjour, l'établissement et l'éloignement des étrangers.


[2] Άρθρο 28 παρ. 2 εδ. δ΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Βλ. και άρθρο 33 Σύμβασης της Γενεύης του 1951,  άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και τις 3η και 48η αιτιολογικές σκέψεις της ίδιας Οδηγίας.


[3] ΔΕΕ C-695/15 PPU Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016 Mirza, σκ. 66.


[4] «Καθ` όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο αιτών άσυλο υποχρεούται να παραμένει στον τόπο διαμονής που δήλωσε ή του καθορίσθηκε. Σε περίπτωση αυθαίρετης απομάκρυνσής του, διακόπτεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησής του με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ως αγνώστου διαμονής. Αν εντός ευλόγου χρόνου, που δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης, ο αιτών επανεμφανισθεί στις αρμόδιες Αρχές, προσκομίζοντας επίσημα στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η απουσία του οφείλετο σε λόγους ανωτέρας βίας, η παραπάνω απόφαση ανακαλείται και η αίτηση ασύλου εξετάζεται κατ`ουσίαν».


[5]  Βλ. ενδεικτικάP. Papadimitriou – I. Papageorgiou, The New ‘Dubliners’: Implementation of European Council Regulation 343/2003 (Dublin-II) by the Greek Authorities, Journal of Refugee Studies Vol. 18, No. 3, 299.


[6]  Βλ. UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), The Return to Greece of Asylum-Seekers With "Interrupted" Claims, 9 July 2007, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/46b889b32.html [πρόσβαση 24 Φεβρουαρίου 2019].


[7] Η διαγραφή εν τέλει της υπόθεσης από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, με την από 22 Οκτωβρίου 2008 διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου κατόπιν παραίτησης της Επιτροπής, υπήρξε το αποτέλεσμα της εξάλειψης της σχετικής πρόβλεψης από την εθνική νομοθεσία με τη δημοσίευση του π.δ. 90/2008 (ΦΕΚ Α΄ 138/11.7.2008) που μετέφερε την Οδηγία 2005/85/ΕΕ (και συγκεκριμένα του άρθρου 14 παρ. 3 που αφορούσε την αίτηση συνέχισης της διαδικασίας).


[8] Βλ. ΔΕΕ C-695/15 PPU Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016 Mirza, σκ. 51-52.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Τροπολογία για την επιβολή γεωγραφικού περιορισμού σε προσφυγες και μετανάστες με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής


Με την τροπολογία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής που ψηφίστηκε χθες απο τη Βουλή, τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν.4540/2018, ούτως ώστε εφεξής ο γεωγραφικός περιορισμός σε πρόσφυγες και μετανάστες να επιβάλλεται με κανονιστική απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής (αντί του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου όπως μέχρι σήμερα).

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

ΔΠρΑθ 410/2019: Κώδικας θεωρήσεων Σένγκεν και πληρότητα αιτιολογίας απόρριψης αίτησης θεώρησης εισόδου

6. Ε π ε ι δ ή, με τη θέσπιση ενός κοινοτικού κώδικα για τις θεωρήσεις, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επεδίωξαν να θέσουν τέρμα στους διάσπαρτους κανόνες που ίσχυαν μέχρι εκείνη τη στιγμή στα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εισόδου και τις διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως η υποχρέωση αιτιολογήσεως και το δικαίωμα προσφυγής κατά των απορριπτικών αποφάσεων. Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι πρόθεσή τους ήταν να ενοποιήσουν τις συνθήκες αυτές προκειμένου να αποτρέψουν την πρακτική της «άγρας θεωρήσεων» και να διασφαλίσουν τη δίκαιη μεταχείριση των αιτούντων θεώρηση, όπως, εξάλλου, αναφέρεται και στην αιτιολογική σκέψη 18 του εν λόγω κώδικα (βλ. προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Michal Bobek της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, υπόθεση C403/16, Soufiane El Hassani κατά Minister Spraw Zagranicznych, σκ.46) Υπό το πρίσμα αυτό, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απορρίψουν αίτηση χορήγησης ομοιόμορφης θεώρησης μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να αντιταχθεί στον αιτούντα ένας από τους λόγους που απαριθμούνται στα άρθρα 32, παράγραφος 1, και 35, παράγραφος 6, του κώδικα θεωρήσεων. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η εκτίμηση της ατομικής κατάστασης ενός αιτούντος θεώρηση, προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον η αίτησή του δεν προσκρούει σε λόγο απόρριψης, συνεπάγεται σύνθετες αξιολογήσεις που βασίζονται, μεταξύ άλλων, στην προσωπικότητα του αιτούντος αυτού, στην ένταξή του στη χώρα όπου διαμένει, στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της τελευταίας, καθώς και στην ενδεχόμενη απειλή που θα συνιστούσε η έλευση του αιτούντος αυτού για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών. Τέτοιες σύνθετες αξιολογήσεις συνεπάγονται την εκπόνηση προγνώσεων σχετικά με την προβλέψιμη συμπεριφορά του εν λόγω αιτούντος και πρέπει, μεταξύ άλλων, να βασίζονται σε εκτενή γνώση της χώρας διαμονής του, καθώς και στην ανάλυση διαφόρων εγγράφων, η εγκυρότητα και η αξιοπιστία του περιεχομένου των οποίων πρέπει να εξακριβώνεται και στις δηλώσεις του αιτούντος, η αξιοπιστία των οποίων πρέπει να εκτιμάται, όπως προβλέπει το άρθρο 21 παρ. 7 του κώδικα θεωρήσεων. Συναφώς, η ποικιλία των δικαιολογητικών εγγράφων στα οποία μπορούν να βασίζονται οι αρμόδιες αρχές, μη εξαντλητικός κατάλογος των οποίων περιέχεται στο παράρτημα II του κώδικα αυτού, και η ποικιλία των μέσων που διαθέτουν οι αρχές αυτές, συμπεριλαμβανομένης της προβλεπόμενης στο άρθρο 21 παρ. 8 του κώδικα αυτού πραγματοποίησης συνέντευξης με τον αιτούντα, επιβεβαιώνουν τον σύνθετο χαρακτήρα της εξέτασης των αιτήσεων θεώρησης. Επίσης, ο έλεγχος τον οποίον διενεργούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, που επιλαμβάνονται αίτησης θεώρησης πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενδελεχής, δεδομένου ότι η ενδεχόμενη έκδοση ομοιόμορφης θεώρησης επιτρέπει στον αιτούντα να εισέλθει στο έδαφος των κρατών μελών, εντός των ορίων που καθορίζονται με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν. Επομένως, οι αρμόδιες αρχές που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παρ. 1 έως 4 του κώδικα θεωρήσεων διαθέτουν, κατά την εξέταση των αιτήσεων θεώρησης, ευρύ περιθώριο εκτίμησης, το οποίο αφορά τους όρους εφαρμογής των άρθρων 32, παράγραφος 1, και 35, παράγραφος 6, του κώδικα αυτού, καθώς και την αξιολόγηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να κρίνουν κατά πόσον οι μνημονευόμενοι στις διατάξεις αυτές λόγοι εμποδίζουν τη χορήγηση της ζητούμενης θεώρησης. Η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να παράσχει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στις εν λόγω αρχές προκύπτει, κατά τα λοιπά, από το ίδιο το γράμμα των άρθρων 21, παράγραφος 1, και 32, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, διατάξεων που υποχρεώνουν τις αρχές αυτές να προβαίνουν σε «εκτίμηση του κατά πόσον ο αιτών παρουσιάζει κίνδυνο παράνομης μετανάστευσης», να δίνουν «ιδιαίτερη προσοχή» σε ορισμένες πτυχές της κατάστασης του τελευταίου και να καθορίζουν κατά πόσον υφίστανται «εύλογες αμφιβολίες» ως προς ορισμένα στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν αυτό το περιθώριο εκτίμησης, μεταξύ άλλων, οσάκις αξιολογούν κατά πόσον υφίστανται εύλογες αμφιβολίες ως προς την πρόθεση του αιτούντος να εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών πριν από τη λήξη της ισχύος της ζητούμενης θεώρησης, προκειμένου να κρίνουν κατά πόσον πρέπει να αντιταχθεί στον εν λόγω αιτούντα ο τελευταίος από τους λόγους απόρριψης που προβλέπονται στο άρθρο 32, παρ. 1, στοιχείο β΄, του κώδικα θεωρήσεων [βλ. απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 19ης Δεκεμβρίου 2013, υπόθεση C84/12, Rahmanian Koushkaki κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σκ. 55- 63]. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 32 του κώδικα θεωρήσεων, σε περίπτωση συνδρομής λόγου απόρριψης της αίτησης χορήγησης θεώρησης, η απόφαση περί απορρίψεως και οι λόγοι στους οποίους βασίζεται κοινοποιούνται στον αιτούντα με το τυποποιημένο υπόδειγμα που προβλέπεται στο παράρτημα VΙ. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρξε ρητή πρόβλεψη και στον ν.4251/2014. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ρητή διατύπωση της παρ.1 του άρθρου 4 αυτού, οι αποφάσεις απόρριψης αιτημάτων θεώρησης πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Η αιτιολόγηση αυτή είναι αναγκαία για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων αυτών και διασφαλίζει το δικαίωμα των αλλοδαπών να λάβουν γνώση των λόγων που υπαγορεύουν τη μη χορήγηση της θεώρησης εισόδου. Από το συνδυασμό, εξάλλου, της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προκύπτει ότι η απόφαση απόρριψης χορήγησης θεώρησης πρέπει ν’ αναφέρεται έστω και συνοπτικά στο σώμα της πράξης, όπως στο τυποποιημένο υπόδειγμα (ενιαίο έντυπο), προκειμένου δε να είναι πλήρης πρέπει να περιέχει τη νομική και πραγματική της βάση. Η αιτιολογία αυτή νομίμως συμπληρώνεται από τα στοιχεία, που ευρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και τα οποία ελήφθησαν υπόψη, κατά την απόρριψη του αιτήματος, πλην δεν αναπληρώνεται από αυτά. Ωστόσο, όπως γίνεται παγίως δεκτό, δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας της πράξης με τις απόψεις της Διοίκησης, που συντάσσονται επ’ ευκαιρία της προσβολής αυτής ενώπιον των δικαστηρίων (πρβλ. ΣτΕ Ολ 3348/1977, ΣτΕ 1673/2016, 3173/2012, 1226/2011, 2089/2008, 3062/2007, 227/2006, 1376/1993, 390/1987, 2690/1985 κ.ά.) [...]
8. Ε π ε ι δ ή, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά, οι αρμόδιες αρχές, μεταξύ των οποίων και οι προξενικές αρχές των κρατών μελών, επιλαμβανόμενες αιτήσεων χορήγησης θεώρησης, διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης, το οποίο αφορά τους όρους εφαρμογής των άρθρων 32 παρ. 1 και 35 παρ. 6 του κώδικα θεωρήσεων καθώς και την αξιολόγηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να κρίνουν κατά πόσον οι μνημονευόμενοι στις διατάξεις αυτές λόγοι εμποδίζουν τη χορήγηση της ζητούμενης θεώρησης. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 32 του κώδικα θεωρήσεων και την παρ.1 του άρθρου 4 του ν.4251/2014 σε περίπτωση συνδρομής λόγου απόρριψης της αίτησης χορήγησης θεώρησης, η απόφαση περί απορρίψεως και οι λόγοι στους οποίους βασίζεται κοινοποιούνται στον αιτούντα με το προβλεπόμενο από τις διατάξεις τυποποιημένο υπόδειγμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία συντάχθηκε σύμφωνα με το τυποποιημένο υπόδειγμα, που προβλέπεται στο παράρτημα VΙ του κώδικα θεωρήσεων, η ελληνική προξενική Αρχή απέρριψε την αίτηση της αιτούσας για χορήγηση ομοιόμορφης θεώρησης εισόδου, για το λόγο ότι «δεν παρεσχέθη αιτιολόγηση του σκοπού και των συνθηκών της παραμονής», ο οποίος εμπίπτει στους λόγους, που απαριθμούνται στο άρθρο 32 παρ. 1 του κώδικα θεωρήσεων και ειδικότερα στην υποπερίπτωση ιι της περίπτωσης α’ της εν λόγω παραγράφου. Η αιτιολογία, όμως, αυτή παρίσταται αόριστη και ανεπαρκής, διότι δεν συμπληρώνεται από στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι η ελληνική προξενική Αρχή, στο πλαίσιο του ευρέος περιθωρίου εκτίμησης, που διαθέτει αλλά και του σύνθετου χαρακτήρα, που συνεπάγεται η εξέταση των αιτήσεων ομοιόμορφης θεώρησης, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του κώδικα θεωρήσεων, προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον η αίτηση δεν προσκρούει σε κάποιον από τους λόγους απόρριψης του ίδιου κώδικα, εκτίμησε την προσωπική κατάσταση της αιτούσας, όπως αυτή προέκυπτε από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον της και κατόπιν αξιολογήσεως των στοιχείων αυτών οδηγήθηκε στην κρίση ότι αυτά δεν ήταν επαρκή για να δικαιολογήσουν τον τουριστικό σκοπό και τους όρους της διαμονής της στην Ελλάδα, όπως είχανε δηλωθεί με την αίτησή της. Εξάλλου, η ειδική αιτιολογία, που περιέχεται το πρώτον στο με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Τεχεράνη, που απευθύνεται στην Στ 1΄ Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και ακολούθως στο με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Διευθύνουσας της Γ’4 Διεύθυνσης Δικαιοσύνης, Εσωτερικών Υποθέσεων, που απευθύνεται, επίσης, στην ίδια ως άνω Στ 1’ Διεύθυνση, τα οποία όμως, συντάχθηκαν επ’ ευκαιρία της άσκησης της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης και συνιστούν κατ’ ουσίαν απόψεις της αρμόδιας υπηρεσίας επί της υποθέσεως, δεν μπορεί δικονομικώς να ληφθεί υπόψη στο παρόν στάδιο, για να στηρίξει την αιτιολογία της πράξης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος ακύρωσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης ως αλυσιτελής.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

ΔΕφΑθ 667/2019: Μη έγκαιρη καταχώριση ιατρικού εγγράφου στο ηλεκτρονικό φάκελο προσφυγής ενώπιον Επιτροπής Προσφυγών

10. Επειδή, περαιτέρω, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι τυχόν επιστροφή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε απάνθρωπη μεταχείριση και παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, χωρίς να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή Προσφυγών τα εγκαίρως προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα σχετικά με την υγεία του, που αποδεικνύουν ότι αυτός είναι οροθετικός. Ο λόγος αυτός κρίνεται βάσιμος, αφού, όπως λεπτομερώς προεκτέθηκε, τα ως άνω πιστοποιητικά είχαν κατατεθεί νομίμως με την κατάθεση της προσφυγής του αιτούντος στις 6-7-2017, όμως καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό του φάκελο στις 19-1-2018, μετά τη συζήτηση της προσφυγής και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών, με αποτέλεσμα να μη ληφθούν υπόψη από αυτή κατά τη διαμόρφωση της κρίσης της. Ενόψει όμως, του γεγονότος ότι αυτά τα έγγραφα αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την υποστήριξη του ως άνω ισχυρισμού, που θα μπορούσε να συνιστά λόγο παροχής στον αιτούντα καθεστώτος επικουρικής προστασίας, μη νομίμως αυτά δεν αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή Προσφυγών, της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, κατά το σκέλος με το οποίο απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, χωρίς να γίνει αιτιολογημένη αξιολόγηση των ως άνω εγγράφων.
11. Επειδή, κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή η αίτηση ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά την κρίση περί παροχής στον αιτούντα καθεστώτος επικουρικής προστασίας λόγω της κατάστασης της υγείας του, να ακυρωθεί σχετικώς η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προς νέα κρίση και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
[....] Ακυρώνει τη … απόφαση της 10ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική προστασία του αιτούντος λόγω της κατάστασης της υγείας του και αναπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση στη Διοίκηση, για νέα νόμιμη κρίση.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

Οδηγίες για τη χρήση του εντύπου ιατρικής και ψυχοκοινωνικής αξιολόγησης της ευαλωτότητας

Με τις παρούσες οδηγίες επιχειρείται να επιτευχθεί αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των διαδικασιών που σχετίζονται με την αξιολόγηση της ευαλωτότητας που ακολουθούνται απο τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.)
Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

ΔΠρΑθ 312/2019: Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση σε αλλοδαπό γονέα τέκνου γεννηθέντος στην Ελλάδα πριν την την 9η.7.2015

4. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, η απόφαση με την οποία, ύστερα από νέα ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, απορρίπτεται αίτηση θεραπείας κατά της προσβαλλόμενης με την αίτηση ακυρώσεως πράξεως, θεωρείται συμπροσβαλλόμενη και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, αφού σε αυτήν ενσωματώθηκε η ρητώς προσβαλλόμενη πράξη, η οποία απέβαλε την εκτελεστότητά της. Ο δικονομικός αυτός κανόνας ισχύει ανεξαρτήτως αν η απόφαση επί της αιτήσεως θεραπείας εκδίδεται πριν ή μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 2179/2016, κ.ά.). Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, ως συμπροσβαλλόμενη και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πρέπει να θεωρηθεί η υπ’ αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, υπογεγραμμένη με εντολή του από τη Γενική Διευθύντρια Εσωτερικής Λειτουργίας της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε, κατόπιν νέας κατ’ ουσίαν έρευνας της υποθέσεως και με νέα αιτιολογία, αίτηση θεραπείας της ήδη αιτούσας κατά της ρητώς προσβαλλόμενης πράξεως, η οποία απώλεσε με τον τρόπο αυτό την εκτελεστότητά της. [...]
7. Επειδή, με τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 70 του ν. 4251/2014, ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση. Πέραν της καταρχήν προϋποθέσεως της διαμονής του μέλους οικογενείας του συντηρούντος εκτός της ελληνικής επικράτειας κατά το χρόνο υποβολής του σχετικού αιτήματος, ο συντηρών απαιτείται να αποδείξει τόσο την οικογενειακή σχέση του με το μέλος αυτό, όσο και ότι ο ίδιος διαθέτει επαρκές κατάλυμα, προσωπικό, σταθερό και τακτικό εισόδημα και πλήρη ασφάλιση ασθενείας, καλύπτουσα και τα μέλη της οικογενείας του. Με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 46 του ν. 4332/2015 προβλέπεται το πρώτον η δυνατότητα χορηγήσεως αδείας διαμονής για οικογενειακή επανένωση σε αλλοδαπό γονέα τέκνου γεννηθέντος στην Ελλάδα πριν την έναρξης ισχύος της διατάξεως αυτής, ήτοι την 9η.7.2015, εφόσον ο έτερος γονέας είναι ήδη κάτοχος αδείας διαμονής σε ισχύ, κατά παρέκκλιση από το γενικό κανόνα περί εξετάσεως των σχετικών αιτήσεων μόνο όταν το μέλος οικογενείας διαμένει εκτός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και της απαιτήσεως του νόμου να διαθέτει ο συντηρών προσωπικό εισόδημα ικανό να καλύψει τις ανάγκες του ιδίου και της οικογενείας του. Ωστόσο, κατά την αληθή έννοια της ευνοϊκότερης αυτής ρυθμίσεως, απαιτείται ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός να διαμένει στην Ελλάδα αδιαλείπτως, από τον κρίσιμο χρόνο της γεννήσεως του τέκνου έως την υποβολή του σχετικού αιτήματος, συνθήκη η οποία, κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, δικαιολογεί τη χορήγηση αδείας για οικογενειακή επανένωση, παρά τη μη συνδρομή των δύο ως άνω προϋποθέσεων, ήτοι της διαμονής εκτός Ελλάδος κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος και της υπάρξεως επαρκούς καταλύματος, σταθερού εισοδήματος και πλήρους ασφαλίσεως ασθενείας του συντηρούντος. Η αδιάλειπτη αυτή διαμονή μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο σχετικό στοιχείο, το οποίο είτε προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος είτε έχει στη διάθεσή της ή αναζητά η Διοίκηση.
10. [...] η προσβαλλόμενη πράξη ερείδεται στο μη αδιάλειπτο της διαμονής της αιτούσας στη Χώρα από τη γέννηση του τέκνου της στις 10.1.2013 έως την υποβολή της αιτήσεώς της στις 20.1.2016, κατόπιν συνεκτιμήσεως των ... εγγράφων του Τμήματος Αλλοδαπών Λαυρίου, στα οποία αποτυπώνονται οι μεθοριακές διαβάσεις διελεύσεως της αιτούσας και από τα οποία προκύπτει η έξοδός της από τη Χώρα στις 14.10.2013 και η επανείσοδός της στις 19.6.2015, ήτοι η συνεχής απουσία της από τη Χώρα για διάστημα είκοσι (20) μηνών. Και ναι μεν οι περιεχόμενες στα έγγραφα αυτά ημερομηνίες χαρακτηρίζονται ως «ενδεικτικές», εντούτοις η κρίση αυτή των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ενισχύεται έτι περαιτέρω από το προσκομισθέν από την αιτούσα έγγραφο περιοδικού ελέγχου υγείας του τέκνου της, στο οποίο διαπιστώνεται επίσης κενό από τις 14.10.2013 έως τις 29.6.2015, από κανένα δε έτερο έγγραφο ή στοιχείο του φακέλου δεν κλονίζεται η διαπίστωση αυτή. Τούτων δοθέντων και λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η χορήγηση της επίδικης αδείας διαμονής διέπεται από την ειδικότερη και ευνοϊκότερη νομοθετική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 46 του ν. 4332/2015, η οποία, κατά τα γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά, επιτάσσει στην περίπτωση μητέρας που γέννησε το τέκνο της στην Ελλάδα έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ο σύζυγος αυτής κατέχει άδεια διαμονής σε ισχύ, αυτή να διαμένει αδιαλείπτως στη Χώρα από τη γέννηση του τέκνου της έως την υποβολή του αιτήματος, η προσβαλλόμενη πράξη με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αιτούσας, αφού κρίθηκε ότι δεν πληρούται η προεκτεθείσα ειδική προϋπόθεση της ως άνω διατάξεως, εκδόθηκε κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, παρίσταται δε πλήρως και νομίμως αιτιολογημένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων λόγων ακυρώσεως.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

ΔΠρΑλεξ (ΠΠΚ) 38/2019: Προστατευτική φύλαξη ασυνόδευτου ανηλίκου


1. Επειδή, με την προαναφερόμενη απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ορεστιάδας, αποφασίστηκε να παραμείνει υπό διοικητική κράτηση (υπό το καθεστώς της προστατευτικής φύλαξης) ο ως άνω ανήλικος αλλοδαπός, υπήκοος Αφγανιστάν, γεννηθείς στις 27-3-2001, μέχρι την ασφαλή παραπομπή του σε κατάλληλη δομή φιλοξενίας.[...]
4. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του υπό εξέταση αλλοδαπού, το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. σχετ. το υπ’ αριθ. … έγγραφο του Αστυνομικού Διευθυντή Ορεστιάδας), έχει ήδη υποβληθεί, αρμοδίως, αίτημα στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Κ.Α.), προκειμένου να βρεθεί δομή φιλοξενίας για τον συγκεκριμένο αλλοδαπό και εκκρεμεί η ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, καθώς και το γεγονός ότι λόγοι προστασίας του ίδιου του ασυνόδευτου ανήλικου επιβάλλουν την προστατευτική του φύλαξη σε ειδικά διαμορφωμένες και, ιδίως, εποπτευόμενες δομές, δεδομένων και των προβλημάτων της υγείας του (για την αντιμετώπιση των οποίων έχει ήδη εισαχθεί 2 φορές, στις 28-12-2018 και στις 16-1-2019, στην Ψυχιατρική Κλινική του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης, όπου και νοσηλεύθηκε για 3 και 5 ημέρες αντίστοιχα – βλ. σχετ. το υπ’ αριθ. … έγγραφο του Αστυνομικού Διευθυντή Ορεστιάδας), καθόσον δεν προκύπτουν καταλληλότερες εναλλακτικές λύσεις φύλαξης, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, στην προκειμένη περίπτωση, να εγκριθεί, κατ’ εξαίρεση, η παράταση, ουσιαστικά, της κράτησής του (υπό το καθεστώς της προστατευτικής φύλαξης) μέχρι και την 27-3-2019, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως, εάν μέχρι την εν λόγω καταληκτική ημερομηνία δεν έχει καταστεί εισέτι δυνατή η μεταφορά του ανωτέρω ανήλικου αλλοδαπού σε κατάλληλη δομή φιλοξενίας, ο αρμόδιος Αστυνομικός Διευθυντής οφείλει να πράξει τα νόμιμα (βάσει, πρωτίστως, των οικείων διατάξεων του ν. 4375/2016), ενημερώνοντας άμεσα το Δικαστήριο για τις ενέργειες του.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Κρίνεται εν μέρει νόμιμη η υπ’ αριθ…. απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ορεστιάδας και επιτρέπεται, όλως εξαιρετικά, η παράταση της κράτησης (προστατευτικής φύλαξης) του συγκεκριμένου αλλοδαπού μέχρι και την 27-3-2019, υπό τον όρο ότι, κατά την κράτησή του, θα τηρούνται απαρέγκλιτα οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 10Α του ν. 4375/2016 (κράτηση χωριστά από ενήλικες, παροχή σε αυτόν της δυνατότητας να ασχοληθεί με ψυχαγωγικές δραστηριότητες κλπ.).

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *