Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Πρ.19/2020 Επιτροπής αρ.1 παρ.1 Ν.3900/2010: Πρότυπη δίκη για το ζήτημα της καθ’ύλην αρμοδιότητας επι ενδίκων βοηθημάτων κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών



Με την υπ’ αριθμ 19/2020 πράξη, η Επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, την αρχαιότερη Αντιπρόεδρο και Πρόεδρο του καθ’ ύλην αρμόδιου Δ΄ Τμήματος και τον επόμενο κατά σειρά αρχαιότητας Αντιπρόεδρο,  έγινε δεκτό το αίτημα για διεξαγωγή «πρότυπης δίκης» για το ζήτημα της καθ’ύλην αρμοδιότητας διοικητικών πρωτοδικείων να δικάζουν ένδικα βοηθήματα κατά αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών.

Ειδικότερα, με τη σχετική αίτηση τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος αναγόμενο στη συνταγματικότητα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου να εκδικάζει αιτήσεις ακυρώσεως κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που συντίθενται σε μεγάλο βαθμό από ανώτερους δικαστές και ειδικότερα ότι με την, κατά το άρθρο 115 του ν. 4636/2019 (Α΄ 169), μεταφορά της αρμοδιότητας για την εκδίκαση των υποθέσεων ασύλου στο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο δεν διασφαλίζεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη προσωπική δικαστική ανεξαρτησία, καθόσον οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών απαρτίζονται εκ της συστάσεώς τους και κυρίως από ανώτερους Διοικητικούς Δικαστές, Εφέτες αλλά και Προέδρους Εφετών και, κατά συνέπεια, ως συλλογικά όργανα της Διοίκησης με δικαιοδοτικά καθήκοντα έχουν κύρος ανώτερο πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εγγίζον το κύρος του Διοικητικού Εφετείου.

Διαβάστε περισσότερα

Επιτροπή Ιδιότητας – Μεταγραφών ΕΠΟ 18/2020: Δεν επιτρέπεται η εγγραφή αιτούντος άσυλο αλλοδαπού σε αθλητικό ποδοσφαιρικό σωματείο


Με την υπό κρίση αίτηση -- προσφυγή, ο αιτών ζητεί να ανακληθεί -- ακυρωθεί η µε αριθμ. 2/10-7-2020 απόφαση της Επιτροπής Ιδιότητας Ποδοσφαιριστών, σε εκτέλεση της οποίας απορρίφθηκε η αἴηση μεταβολών του, περί πρώτης εγγραφής του στο αθλητικό σωματείο µε την επωνυμία «...», ελλείψει προσκόµισης διαβατηρίου, άδειας διαµονής και ασφάλισης. [...]

Στο άρθρο 8 παρ. 1 και 1α του παραρτήματος Γ’ του Κανονισμού, για την πρώτη εγγραφή Ὑπηκόων Χωρών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αλλοδαπών ερασιτεχνών ποδοσφαιριστών, προβλέπεται ότι : 1. Επιτρέπεται η εγγραφή αλλοδαπών ποδοσφαιριστών σε οµάδα οποιασδήποτε κατηγορίας, υπό την προύπόθεση ότι έχουν νόµιµη ὁιαµονή στην Ελλάδα, οι ίδιοι ή ή οι έχοντες την γονική του μέριμνα. Για την εγγραφή τους, επιπλέον των ὀικαιολογητικών εγγραφής του προηγούμενου άρθρου, υποβάλλονται στην ΕΠΟ, µέσω της οικείας Ε.Π.Σ., απαραίτητα, τα παρακάτω δικαιολογητικά, σύμφωνα µε τις προθεσμίες που ορίζονται κατά περίπτωση από τα άρθρα του παραρτήματος Β:

α) Φωτοαντίγραφο άδειας νόµιµης διαµονής αλλοδαπού στην Ελλάδα ή βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για την ἐκδοση άδειας διαµονής καθώς και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο που παρέχει δικαίωµα νόµιµης ὁιαµονής κατά το χρόνο εγγραφής.....

Το προσκομιζόµενο μετ’ επικλήσεως µε αριθµ. ... /27-02-2020 δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία του αιτούντα παρέχει στον αλλοδαπό δικαίωµα παραμονής στην Ελλάδα και δεν αποτελεί αναγνώριση δικαιώματος νόµιµης διαµονής του στη χώρα.

Ειδικότερα, στο άρθρο 65 παρ. 5 του Ν. 4636/2019 (Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις), που ενσωμάτωσε στην ελληνική έννοµη τάξη το άρθρο 12 της Οδηγίας2013/32/ΕΕ, προβλέπεται ότι το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία αποτελεί προσωρινό τίτλο, δεν θεμελιώνει δικαίωµα για έκδοση άδειας διαµονής, διασφαλίζει την απόλαυση των δικαιωμάτων των απούντων όπου αυτά προβλέπονται από τις κείµενες διατάξεις, εξασφαλίζει τις απαραίτητες αναγκαίες συναλλαγές κατά τον χρόνο ισχύος του και τους επιτρέπει την παραμονή στην Ελληνική Επικράτεια».

Οµοίως, και κατ’ άρθρο 68 ((Άρθρο 9 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ) Δικαίωμα παραμονής αιτούντων - Εξαιρέσεις του Ν. 4636/2016 - προβλέπεται ότι: 1. Οι απούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας στον πρώτο βαθµό και απαγορεύεται η απομάκρυνσή τους µε οποιονδήποτε τρόπο, και 3. Το δικαιωµα παραμονής του απούντος στη χώρα, σύμφωνα µε την παράγραφο Ί, δεν θεμελιώνει δικαίωµα για χορήγηση άδειας διαµονής.

Στο δε άρθρο 63 στοιχ. ι΄  (Άρθρα 2 και 4 Οδηγίας 2013/932/ΕΕ) ορίζεται ότι «Παραμονή στη χώρα» εἶναι η παραμονή στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων και των ζωνών διέλευσης», ενώ στο Άρθρο 2 (άρθρο 2 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ) ορίζεται ότι «Άδεια διαµονής» είναι κάθε άδεια, η οποία εκδίδεται από τις ελληνικές Αρχές, σύμφωνα µε τον τύπο που προβλέπει η ελληνική νοµοθεσία και η οποία επιτρέπει σε αλλοδαπό ή σε ανιθαγενή τη διαμονή του στην Ελληνική Επικράτεια. Το δικαίωµα παραμονής του αιτούντος διεθνούς προστασίας περιγράφεται και στο άρθρο 7 παρ. Ί της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά µε τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες µε τις οποίες τα κράτη µέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, όπου επαναλαμβάνεται ότι «στους αιτούντες επιρέπεται να παραμείνουν στο κράτος µέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, µέχρις ότου η αποφαινόµενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα µε τις πρωτοβάθµιες ὁιαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙ. Το δικαίωµα παραμονής δεν θεμελιώνει ὁικαίωμα για χορήγηση άδειας ὁιαµονής».

Προκύπτει, αυταπόδεικτα, από τα ανωτέρω, ότι αµέσως µετά την πλήρη καταγραφή των αιτούντων ενώπιον της αρµόδιας Υπηρεσίας, χορηγείται δελτίο αιτήσαντος, το οποίο αποτελεί ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΤΙΤΛΟ και ΔΕΝ ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ. Διασφαλίζει µόνο ΤΙΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ κατά το χρόνο ισχύος του και ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ μέχρι την εξέταση του αιτήµατος του αλλοδαπού έως και τον Δεύτερο Βαθμό (Αρχή Προσφυγών της Ὑπηρεσίας Ασύλου). Την ὡς άνω κρίση επβεβαιώνει και η Δ/νση Αλλοδαπών του Κλάδου Ασφαλείας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του [Πολίτη, σε σχετικό ερώτηµα για την απόδειξη των στοιχείων ταυτότητας αλλοδαπών πολιτών που αιτούνται άσυλο , σύμφωνα µε µε το άρθρο 8 παρ. Ί περ. δ' του [Π.Δ. 114/2010 - εγγυήσεις για τους αιτούντες, όπου επισημαίνεται ότι οι κάτοχοι του ειδικού δελτίου αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού, εφόσον αυτό είναι σε ισχύ, δεν δύναται να απελαθούν και διαμένουν στη χώρα µε καθεστώς "υπό ανοχή", δεν είναι µόνιμα διαµένοντες στην Ελλάδα και το ειδικό δελτίο δεν αποτελεί άδεια διαµονής.

Στην υπό κρίση υπόθεση, ο αιτών, υπήκοος Γουινέας, φέρων δελτίο αιτούντος διεθνούς προστασίας, έχει εξασφαλίσει την παραμονή του στην Ελληνική Επικράτεια, µε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κείµενη νοµοθεσία. Μεταξύ των απαραίτητων αναγκαίων συναλλαγών, που του διασφαλίζονται µε την κατοχή του εν λόγω δελτίου, δεν περιλαμβάνεται η ενασχόλησή του µε το ποδόσφαιρο, µε την ιδιότητα του ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή.

Σύμφωνα µε τα ανωτέρω, η παραμονή του αιτούντα στην Ελλάδα δεν συνιστά νόμιμη άδεια διαµονής του στην Ελλάδα, αλλά προσωρινό τίτλο, χωρίς να θεμελιώνει δικαίωµα για έκδοση άδειας διαµονής και ως εκ τούτου δεν πληρούνται στο σύνολό τους, οι προὐποθέσεις του άρθρου 8 του παραρτήματος Γ’ του Κ.Ι.Μ.Π. και δη η προὐπόθεση της νόµιµης διαµονής, καθώς το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία, ούτε ως βεβαίώση κατάθεσης αίτησης για την έκδοση άδειας διαµονής µπορεί να θεωρηθεί, ούτε ὡς ισοδύναμο έγγραφο που παρέχει δικαίωµα νόµιµης διαµονής, καθώς, σε καµία περίπτωση, δεν θεμελιώνει δικαίωµα για έκδοση άδειας διαµονής.

Άλλωστε, και οι προβλέψεις του άρθρου 35 παρ. 7 του Ν. 2725/99 για τη συμμετοχή αιτούντων διεθνή προστασία σε αθλητικά σωματεία, ρητά παραπέμπουν στους κανονισμούς της οικείας ομοσπονδίας (εφόσον πληρούν τις ἠλικιακές και λοιπές προύποθέσεις που θέτουν οι Κανονισμοί της οικείας ομοσπονδίας), και ο Κανονισμός Ιδιότητας και Μετεγγραφών Ποδοσφαιριστών της Ε.Π.Ο. ρητά αναφέρεται σε Διαμονή και όχι σε Παραμονή των αιτούντων έκδοση δελτίου.

[...]

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΠρΑθ 467/2020: Η ισχύς της εγκυκλίου για την χορήγηση άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς και την απουσία αλλοδαπού απο την Ελλάδα για περισσότερα απο 2 έτη



2. Επειδή, στο άρθρο 108 του νόμου ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και Λοιπές Διατάξεις» (Α’ 80/1-4-2014), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του, με το άρθρο 8 παρ. 40 του ν. 4332/2015 (Α’ 76/9-7-2015), οριζόταν ότι: «Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους και διαμένουν νόμιμα στη χώρα χορηγείται, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, άδεια διαμονής πενταετούς διάρκειας η οποία παρέχει στον κάτοχο της τα δικαιώματα του άρθρου 97. ….» Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάστασή της, με το άρθρο 8 παρ. 40 του ν. 4332/2015, έχει πλέον, ως εξής: «Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται άδεια διαμονής πενταετούς διάρκειας ….» Εξάλλου, η οικ. 30825/2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Εσωτερικών «Καθορισμός απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση εθνικών θεωρήσεων εισόδου και για την χορήγηση και ανανέωση τίτλου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 4251/2014» (Α’ 1528), η οποία εκδόθηκε, κατ’ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων διατάξεων, του άρθρου 136 παρ. 1 του ν. 4251/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε, με την 68019/2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών (Β’ 2272), ορίζει, στο άρθρο 1, υπό τον τίτλο «ΚΟΙΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΑΔΕΙΩΝ ΔΙΑΜΟΝΗΣ», ότι: «Αρχική χορήγηση άδειας διαμονής … Ζ) ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ – Άρθρα … 108 … Ζ2. Άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς – άρθρο 108 Αρχική χορήγηση άδειας διαμονής • … • Αποδεικτικά επιτυχούς ολοκλήρωσης έξι τουλάχιστον ετών, σε ελληνικά σχολεία Πρωτοβάθμιας ή/και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας ….» Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4251/2014, η άδεια διαμονής αυτού του τύπου – που δεν συνδέεται, ούτε αποτελεί υποκατηγορία της άδειας διαμονής για εξαιρετικούς λόγους, εντασσόμενη, άλλωστε, στο Τμήμα Ε’ του ν. 4251/2014 «Καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες κατά την Οδηγία 2003/109/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2003 …» – σκοπό έχει να διασφαλίσει τη νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα των μεταναστών «δεύτερης γενιάς», ως ιδιαίτερης κατηγορίας πολιτών τρίτων χωρών που χρήζει ειδικής και ευνοϊκότερης αντιμετώπισης, καθόσον, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι εν λόγω αλλοδαποί έχουν ελάχιστη επαφή με τη χώρα προέλευσης των γονέων τους, αντιμετωπίζουν την Ελλάδα, ως πατρίδα ή, εν πάση περιπτώσει, ως τη χώρα, στην οποία θα ζήσουν, ενώ η κοινωνική τους ένταξη έχει ήδη, εν τοις πράγμασι, επιτευχθεί σε σημαντικό βαθμό. Τα χαρακτηριστικά αυτά συγκεντρώνουν, κατά την κρίση του νομοθέτη του ν. 4251/2014, οι πολίτες τρίτων χωρών που έχουν γεννηθεί στο ελληνικό έδαφος, καθώς και όσοι έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία την φοίτηση σε έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, υπό την έννοια ότι έχουν μετέλθει της ελληνικής παιδείας. Μετά από την τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 108 του ν. 4251/2014, με το άρθρο 8 παρ. 40 του ν. 4332/2015, η χορήγηση της εν λόγω άδειας αποσυνδέθηκε από την προηγούμενη μόνιμη διαμονή του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος και η τελευταία δεν αποτελεί πλέον νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοση του σχετικού τίτλου. […]

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, ο οποίος γεννήθηκε, στις 30.6.1990, υπέβαλε, διά εξουσιοδοτημένης, προς τούτο, δικηγόρου, στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κεντρικού Τομέα και Δυτικής Αττικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής την υπ’ αριθμ. πρωτ…./18-10-2017 αίτηση, για τη χορήγηση σε αυτόν, ως αλλοδαπό δεύτερης γενιάς, άδειας διαμονής στην Ελλάδα, βάσει των διατάξεων του άρθρου 108 του ν. 4251/2014, όπως ίσχυαν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του. Με την ως άνω αίτηση, συνυπέβαλε, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, έγγραφες βεβαιώσεις ελληνικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στις οποίες φοίτησε ο αιτών, κατά τα σχολικά έτη 1996 – 2006. Κατά την εξέταση της ανωτέρω αίτησης του αιτούντος, διενεργήθηκε έλεγχος του διαβατηρίου του, προκειμένου να διακριβωθεί τυχόν απουσία του από την Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της φοίτησής του σε ελληνικά σχολεία έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του. Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι ο αιτών εξήλθε από το ελληνικό έδαφος, στις 25-1-2013, και εισήλθε σε αυτό, στις 5-1-2017. Κατόπιν τούτου και αφού ελήφθη υπόψη το υπ’ αριθμ. 56734/24-9-2015 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με το οποίο, για τη χορήγηση άδειας διαμονής στην Ελλάδα σε αλλοδαπό δεύτερης γενιάς, απαιτείται μόνιμη διαμονή του ενδιαφερόμενου στην ελληνική επικράτεια, από τη γέννησή του ή από την ολοκλήρωση έξι τάξεων ελληνικού σχολείου έως την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, η οποία θίγεται, όταν η διακοπή της υπερβαίνει αδικαιολογήτως τα δύο έτη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το ένδικο αίτημα του αιτούντος, με την αιτιολογία ότι, από τα στοιχεία του φακέλου και, ειδικότερα, από τον έλεγχο του διαβατηρίου του, προέκυψε ότι δεν πληρούται στο πρόσωπό του η προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της φοίτησής του σε έξι τουλάχιστον τάξεις ελληνικού σχολείου έως την ημερομηνία υποβολής της εξεταζόμενης αίτησής του, καθόσον αυτός απουσίαζε από το ελληνικό έδαφος, από τις 25-1-2013 έως τις 5-1-2017, και η μακρόχρονη απουσία του είναι δηλωτική της διακοπής των δεσμών του με την Ελλάδα. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος το μέτρο της επιστροφής, με οικειοθελή αναχώρηση από την Ελλάδα. […]

6. Επειδή, η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη πράξη κρίση της Διοίκησης, περί απόρριψης του ένδικου αιτήματος του αιτούντος, λόγω της μη συνδρομής στο πρόσωπό του της προϋπόθεσης της μόνιμης διαμονής του στην Ελλάδα, είναι μη νόμιμη, όπως βάσιμα προβάλλεται, με την κρινόμενη αίτηση. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 108 του ν. 4251/2014, όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά από την αντικατάστασή του, με το άρθρο 8 παρ. 40 του ν. 4332/2015, και όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, η αδιάλειπτη διαμονή του ενδιαφερόμενου στην Ελλάδα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε αυτόν, ως αλλοδαπό δεύτερης γενιάς. Εξάλλου, το 56734/24-9-2015 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών, κατ’ επίκληση του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, δεν αποδίδει την έννοια διάταξης νόμου, ώστε να έχει χαρακτήρα ερμηνευτικής εγκυκλίου. Κατ’ αποτέλεσμα, το παραπάνω έγγραφο, αν και εισάγει κανόνα δικαίου, δεν έχει δημοσιευθεί νόμιμα, ώστε να αποκτήσει νόμιμη υπόσταση, ως κανονιστική διοικητική πράξη, και, για τον λόγο αυτό, δεν δύναται να παράσχει έρεισμα στην προσβαλλόμενη πράξη (βλ. Σ.τ.Ε. 503/2011, 799/2003). Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε το ένδικο αίτημα του αιτούντος, έχει εκδοθεί, κατά παράβαση του άρθρου 108 του ν. 4251/2014, όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή του, και πρέπει να ακυρωθεί, για τον λόγο αυτό, παρέλκει δε, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης. Η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στερεί, σύμφωνα με τα άρθρα 24 παρ. 2 του ν. 4251/2014 και 21 παρ. 1 του ν. 3907/2011, το επιβληθέν σε βάρος του αιτούντος μέτρο της επιστροφής από το νόμιμο έρεισμά του και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.


Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΥΑ 18348/2020: Διαδικασία και προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο Εισηγητών - Βοηθών χειριστών Ασύλου



Με την παρούσα Κοινή Υπουργική Απόφαση επανακαθορίζονται οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις της εγγραφής των εισηγητών-βοηθών χειριστών ασύλου στο νέο Μητρώο Εισηγητών-Βοηθών Χειριστών Ασύλου.

Οι εισηγητές παρίστανται κατά τη διενέργεια συνέντευξης και αναλαμβάνουν τη σύνταξη εισήγησης για την βασιμότητα της υποβληθείσας αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, κατόπιν αντικειμενικής και αμερόληπτης έρευνας σχετικά με τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής ή προέλευσης κάνοντας χρήση έγκυρων και επικαιροποιημένων πηγών. Η εισήγηση υποβάλλεται από τον βοηθό εισηγητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος τη διαβιβάζει στον χειριστή της συγκεκριμένης υπόθεσης για τις ενέργειες της παρ. 1 του άρ. 50 του ν. 4686/2020.

Το ύψος της αμοιβής ορίζεται σε εκατό (100) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ανά υπόθεση - ατομικό φάκελο αίτησης διεθνούς προστασίας, καταβάλλεται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ετησίως, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.

Σε περίπτωση που ο βοηθός εισηγητή δεν παρίσταται κατά τη διενέργεια της συνέντευξης δε θα καταβάλλεται η αμοιβή.

Υπενθυμίζαται ότι το Μητρώο, το οποίο νομοθετήθηκε τον περαμένο Μάιο, με τον νόμο 4686/2020, θα αποτελείται από δικηγόρους, οι οποίοι θα επιτελούν χρέη βοηθών εισηγητών στο έργο των χειριστών των αιτημάτων ασύλου.

Διαβάστε περισσότερα

Δείτε επίσης: ΑΥ Υ.Μ.ΑΣ 12772/2020: Καθορισμός λειτουργίας τουΜητρώου Εισηγητών - βοηθών χειριστών Ασύλου

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

Απόφ. 17593/2020/13.8.2020 της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών (τριμ.συνθ.): Σιωπηρή ανάκληση αιτήσεως ασύλου και επιβολή πράξης επιστροφής αλλοδαπού

16. Επειδή, εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διεθνής προστασία που αποτελεί αντικείμενο των ως άνω Οδηγιών (συνεπώς και του ν. 4636/2019) πρέπει, καταρχήν, να παρέχεται σε κάθε υπήκοο τρίτης χώρας και ανιθαγενή ο οποίος έχει βάσιμους λόγους να φοβάται ότι θα διωχθεί λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή της ιδιότητας του μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ή διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας (άρθρο 15 του ν. 4636/2019). Κατά πάγια δε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε απόφαση χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας πρέπει να στηρίζεται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), σκοπός της οποίας είναι να διαπιστωθεί εάν, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος, πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης τέτοιου καθεστώτος (απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Y και Z, C71/11 και C99/11, EU:C:2012:518, σκέψη 68). Επομένως, από το σύστημα χορήγησης του ενιαίου καθεστώτος ασύλου ή επικουρικής προστασίας που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης προκύπτει ότι σκοπός της απαιτούμενης κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95 (άρθρο 4 του ν. 4636/2019) αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας είναι να διαπιστωθεί εάν ο αιτών –ή, ενδεχομένως, το πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου έχει υποβάλει την αίτηση– έχει βάσιμους λόγους να φοβάται ότι θα διωχθεί προσωπικά ή αντιμετωπίζει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 4ης Οκτωβρίου 2018, C- 652/16, Ahmedekova, σκ. 49). Εξάλλου, όπως έχει γίνει δεκτό το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ επιβάλει η αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας να γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, C- 277/11, M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψη 64 επ.).Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα επιμέρους άρθρα της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ  για την παροχή διεθνούς προστασίας.  Στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου, το άρθρο 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ καθιερώνει το καθήκον συνεργασίας των μερών (ήτοι του αιτούντος και των εθνικών αρχών) προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός στόχος της αξιολόγησης του βασίμου της αίτησης διεθνούς προστασίας. Για τον λόγο αυτό και εναπόκειται συνήθως στον αιτούντα να αξιολογήσει και να υποβάλει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την τεκμηρίωση της αιτήσεώς του, τα δε κράτη μέλη μπορούν να κρίνουν ότι εναπόκειται σε αυτόν να τα υποβάλει «το συντομότερο δυνατόν». Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να συνεργαστούν με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής, συγκεντρώνοντας από κοινού με αυτόν, όλες τις αναγκαίες για την υποστήριξη της αιτήσεώς του πληροφορίες. Συνεπώς, η εν λόγω απαίτηση συνεργασίας που βαρύνει το κράτος μέλος έχει επακριβώς την έννοια ότι, εάν για οποιονδήποτε λόγο τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο αιτών την παροχή διεθνούς προστασίας δεν είναι πλήρη, πρόσφατα ή συναφή, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να συνεργαστεί ενεργώς, στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, με τον αιτούντα προκειμένου να καταστεί δυνατή η συλλογή όλων των στοιχείων που τεκμηριώνουν την εν λόγω αίτηση. Για τον σκοπό αυτό, εξάλλου, ενώ τα πρώτα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας παρέχονται, πρωτίστως, με βάση ένα έντυπο ή ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο, ο αιτών μπορεί, στη συνέχεια, να καταστήσει γνωστά τα γεγονότα και τις περιστάσεις που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του κατά τη φάση εξετάσεως της αιτήσεως, κατά το οποίο,  παρέχεται στον αιτούντα άσυλο η ευκαιρία προσωπικής συνεντεύξεως σχετικά με την υποβληθείσα αίτηση ασύλου, υπό συνθήκες που να παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους υποβολής της αιτήσεώς του.  Η δε προσωπική συνέντευξη ή οι συνεντεύξεις που προβλέπονται στα άρθρα 14- 17 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ αποτελούν μια νέα ευκαιρία για τον αιτούντα να συζητήσει με το πρόσωπο που είναι πλέον κατάλληλο να αντιληφθεί και να εκτιμήσει την προσωπική του κατάσταση, καθώς και να εκθέσει το σύνολο των λόγων της αιτήσεώς του καθώς και όλα τα νέα στοιχεία τα οποία δεν περιέλαβε στα επιχειρήματά του και να παράσχει εξηγήσεις. Στη δε αρμόδια εθνική αρχή, η συνέντευξη αυτή επιτρέπει να εξετάσει πολύ συγκεκριμένα τη λυσιτέλεια όλων αυτών των στοιχείων προκειμένου να εκτιμήσει την προσωπικότητα του αιτούντος καθώς και την αξιοπιστία των δηλώσεών του και να επισημάνει και διευκρινίσει, ενδεχομένως, ορισμένες αντιφάσεις, καθώς και να εξετάσει με τρόπο συγκεκριμένο στοιχεία, ακόμα και στοιχεία υποκειμενικού χαρακτήρα, τα οποία, ως εκ τούτου, είναι δυσχερές να επισημανθούν εγγράφως. Επιπροσθέτως, μέσω της διαδικασίας της συνέντευξης παρέχεται η δυνατότητα στην αποφαινόμενη αρχή να αποσοβήσει σοβαρό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον οποία θα διέτρεχε ο αιτών σε περίπτωση επιστροφής του στο κράτος καταγωγής του (ή σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη ασφαλή χώρα) (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, C-517/17, Milkiyas Addis, σκέψη 49).  Κατά δε το δεύτερο στάδιο της αξιολόγησης της εξετάσεως της βασιμότητας της αιτήσεως ασύλου οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να εξετάζουν με  επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία της οικείας υποθέσεως και να αιτιολογούν εμπεριστατωμένα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 11 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δηλαδή με αρκούντως εξειδικευμένη και συγκεκριμένη αιτιολογία την απόφασή τους (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 21ης Νοεμβρίου 1991, C269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. I5469, σκέψη 14, και απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C349/07, EU:C:2008:746, Sopropé, σκέψη 50), ώστε να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεώς του. Στο πλαίσιο δε αυτό, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να αξιολογούν την αίτηση διεθνούς προστασίας σε εξατομικευμένη βάση, συνεκτιμώντας τα κρίσιμα στοιχεία της αίτησης, στα οποία, καταλέγονται, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία και τα έγγραφα σχετικά με την ηλικία του αιτούντος, το προσωπικό ιστορικό του, η ταυτότητά του, η ιθαγένεια ή οι ιθαγένειές του, οι χώρες προηγούμενης διαμονής του, οι προηγούμενες αιτήσεις του για την παροχή ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, οι λόγοι που προβάλλει προς δικαιολόγηση της αιτήσεώς του, και, εν γένει, η σοβαρή βλάβη που υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί (βλ. απόφαση ΔΕΕ της της 9ης Φεβρουαρίου 2017, C-560/14, Μ., ECLI:EU:C:2017:101, σκ. 36).  Εξάλλου, ακόμα και αν ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλα στοιχεία, εντούτοις αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση εφόσον ο αιτών έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του, ή έχει υποβάλει όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία έχει στη διάθεσή του και έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων (βλ. προπαρατεθείσα C- 277/11, M., σκέψη 65 επ., απόφαση ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/113, A κ.λπ., σκέψεις 55 επ.). […]

20. Επειδή, μεταξύ των στόχων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ καταλέγεται η λήψη απόφασης επί των αιτήσεων το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης (βλ. αιτιολογική σκέψη 18), παράλληλα όμως κρίθηκε σκόπιμη η ενίσχυση της ικανότητας των κρατών μελών να αντιμετωπίζουν τις εν δυνάμει καταχρήσεις του συστήματος ασύλου από αιτούντες που διαφεύγουν ή δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους (βλ. παράγραφος 3.1.2. της αιτιολογικής έκθεσης της τροποποιημένης πρότασης για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, COM/2011/0319 final) ώστε να μην επιφέρεται δυσανάλογο βάρος στα κράτη μέλη. Προκειμένου δε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντίρροπων αυτών καταστάσεων, στο άρθρο 28 της Οδηγίας καταστρώθηκε, υπό το φώς των γενικών αρχών που διέπουν την εφαρμογή της Οδηγίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 60) η ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση διαπίστωσης ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας έχει σιωπηρώς ανακληθεί.  Προκειμένου δε να εκκινήσει η ως άνω διαδικασία θα πρέπει να υπάρχει «εύλογη αιτία» να θεωρείται ότι «ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν». Για τον λόγο αυτό θα πρέπει καταρχήν να διαπιστωθεί ότι έχουν συντρέξει ορισμένες περιστάσεις (που θα καθορίσουν τα κράτη μέλη), κοινό, ωστόσο, χαρακτηριστικό των οποίων, θα πρέπει να είναι η έλλειψη συνεργασίας του αιτούντος με τις εθνικές αρχές σε βαθμό που να υποκρύπτει καταχρηστικότητα του υποβληθέντος αιτήματος. Τούτο συνάγεται αφενός από τον ίδιο τον σκοπό θέσπισης της διάταξης (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω) αλλά και από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται ενδεικτικώς στη διάταξη του άρθρου 28 («δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ ή δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη όπως προβλέπεται στα άρθρα 14 έως 17 της εν λόγω οδηγίας, διέφυγε ή αναχώρησε χωρίς άδεια από το μέρος όπου ζούσε ή ευρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να έρθει σε επαφή με την αρμόδια αρχή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ή δεν εκπλήρωσε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας»). Ωστόσο, μόνη η διαπίστωση ότι συνέτρεξαν πράγματι οι ως άνω περιστάσεις δεν συνιστά «εύλογη αιτία» προκειμένου να θεωρηθεί ότι η αίτηση έχει σιωπηρώς ανακληθεί αλλά θα πρέπει σωρευτικώς να διαπιστώνεται ότι αν και παρασχέθηκε ουσιαστικώς η δυνατότητα στον αιτούντα κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, εντούτοις αυτός δεν απέδειξε ότι τα γεγονότα που συγκρότησαν τις περιστάσεις της σιωπηρής ανάκλησης οφείλονται σε συνθήκες ανεξάρτητες της θέλησής του, η δε απόφαση θα πρέπει να διαλαμβάνει ειδική προς τούτο αιτιολογία. Τούτο συνάγεται από την διατύπωση της Οδηγίας, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων σιωπηρής ανάκλησης, στις οποίες ρητώς αναφέρεται το δικαίωμα του αιτούντος να αποδείξει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ότι τα γεγονότα αυτά οφείλονται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του. Εξάλλου, τούτο επιβάλλεται από την υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα ακρόασης (βλ. σκέψη 19), ενώ, εξάλλου, πρόσθετο ερμηνευτικό επιχείρημα αντλείται και από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2016, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32 (COM (2016) 467 final, 2016/0224(COD)) με την οποία τροποποιείται το άρθρο 28 και προβλέπεται ρητώς ότι στις περιπτώσεις που η αποφαινόμενη αρχή διακόπτει την εξέταση της αίτησης, «αποστέλλει γραπτή ειδοποίηση προς τον αιτούντα με την οποία τον ενημερώνει ότι η εξέταση της αίτησής του έχει διακοπεί και ότι η αίτηση θα απορριφθεί οριστικά λόγω υπαναχώρησης, εκτός εάν ο αιτών εμφανιστεί ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία της γραπτής ειδοποίησης». […]

21. Επειδή, εξάλλου, από το άρθρο 28 προκύπτει ότι σε περίπτωση σιωπηρής ανάκλησης, οι εθνικές αρχές δύνανται είτε αφού εξετάσουν την αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, να την απορρίψουν ως αβάσιμη είτε να σταματήσουν την εξέταση. Στην περίπτωση ωστόσο που θα εξετάσουν την αίτηση, θα πρέπει, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 16, η απορριπτική απόφαση, να περιλαμβάνει ειδική αιτιολογία από την οποία να προκύπτει ότι, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης των δηλώσεων του αιτούντος, των έγγραφων που τυχόν προσκόμισε, των στοιχείων που σχετίζονται με την χώρα καταγωγής του, της συνεκτίμησης της ατομικής του κατάστασης και των προσωπικών του περιστάσεων (όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία του) οι πράξεις στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί δεν ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Στην περίπτωση δε που η σιωπηρή ανάκληση της αίτησης έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίον δεν είχε ακόμα διενεργηθεί η προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, επαφίεται στις εθνικές αρχές, ενόψει της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδεται από τον ενωσιακό νομοθέτη στην εξατομικευμένη, επαρκή, πλήρη και ενδελεχή εξέταση της αίτησης, να διαπιστώσουν αν τα στοιχεία που διαθέτουν κατά το στάδιο αυτό είναι «επαρκή» προκειμένου να εξετάσουν, κατά τα ανωτέρω, την αίτηση επί της ουσίας. Σε κάθε όμως περίπτωση, η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, θα πρέπει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να περιλαμβάνει τους νομικούς και πραγματικούς λόγους της απόρριψης. Εφόσον δε οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν επαρκή στοιχεία, προκειμένου να εφαρμόσουν την κατά τα ανωτέρω, διαγραφόμενη εξέταση, οφείλουν να σταματήσουν την εξέταση της αίτησης, ο δε αιτών, δικαιούται εντός χρονικού διαστήματος τουλάχιστον εννέα μηνών είτε να ζητήσει την «επανεξέταση της υπόθεσής του» είτε να υποβάλει «νέα αίτηση» η οποία, όμως,  ρητώς προβλέπεται ότι δεν θα θεωρείται μεταγενέστερη αίτηση και δεν θα υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 40 (δηλαδή εξέταση σε προκαταρτικό στάδιο) και 41 (εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής κατά τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες). Σε περίπτωση δε που η αίτηση συνέχισης της εξέτασης ή η νέα αίτηση υποβληθεί μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, ρητώς προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η αίτηση συνέχισης της εξέτασης δεν θα μπορεί να επανεξετασθεί ή η νέα αίτηση θα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεταγενέστερη αίτηση υποκείμενη στη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 40 και 41 (εξέταση σε προκαταρτικό στάδιο και εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής αντιστοίχως). Ωστόσο, εφόσον η απόφαση με την οποία αποφασίζεται να σταματήσει η εξέταση της αίτησης δεν διαλαμβάνει κρίση σχετικά με το αν ο αιτών υπάγεται στο καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας, δεν συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ε’ της Οδηγίας, ενώ, εξάλλου, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αποφάσεων που σύμφωνα με το άρθρο 46 της Οδηγίας μπορούν να προσβληθούν με «πραγματική προσφυγή» και, κατά τούτο, ουδέποτε μπορεί να καταστεί «τελεσίδικη». Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης με την οποία διακόπτεται η εξέταση της αίτησης, ο αιτών διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, αφού σύμφωνα με το άρθρο 2 τούτη παύει μόνο με την έκδοση «τελεσίδικης απόφασης», ενώ, ταυτόχρονα διατηρεί το δικαίωμα παραμονής στη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Τούτο συνάγεται από τη διατύπωση του άρθρου 9 σύμφωνα με την οποία ο αιτών δικαιούται να παραμείνει «αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III». Ενόψει δε του ότι στον αιτούντα έχει χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 προθεσμία εννέα μηνών προκειμένου να επανέλθει ζητώντας την συνέχιση της εξέτασης (ή να υποβάλει νέα αίτηση η οποία όμως δεν θεωρείται μεταγενέστερη), πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 9, ήτοι, η παραμονή του αιτούντος «αποκλειστικά για τον σκοπό της διαδικασίας» και περαιτέρω, ενόψει του ότι στο κεφάλαιο ΙΙΙ της Οδηγίας (υπό τον τίτλο «Διαδικασίες σε πρώτο βαθμό») περιλαμβάνονται οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αίτηση ως  αβάσιμη (άρθρο 32) ή απαράδεκτη (άρθρα 33 επ.) και όχι η απόφαση με την οποία αποφασίζεται η διακοπή της, πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 9 («μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III»). […]

26. Επειδή, ενόψει των γενομένων δεκτών στις προηγούμενες σκέψεις, συνάγεται ότι στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν απορριπτική απόφαση κατόπιν ουσιαστικής εξέτασης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 28 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, δύνανται να σωρεύσουν σε αυτήν απόφαση επιστροφής. Τούτο διότι με την έκδοση της απορριπτικής αυτής απόφασης σε πρώτο βαθμό, η παραμονή του αιτούντος καθίσταται παράνομη, ενώ, εξάλλου, δοθέντος ότι είχε παρασχεθεί στον αιτούντα η δυνατότητα να εκφράσει λυσιτελώς τις απόψεις του, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, η έκδοση πράξης επιστροφής δεν παραβιάζει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Εξάλλου, στην περίπτωση που η αρμόδια αρχή αποφασίσει την διακοπή εξέτασης της αίτησης (σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28) και εφόσον μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος των 9 μηνών, ο αιτών υποβάλει αίτηση συνέχισης ή νέα αίτηση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν είτε την μη επανεξέταση της υπόθεσής του (λόγω παρόδου του χρονικού διαστήματος των 9 μηνών) είτε να αντιμετωπίσουν την νέα αίτηση ως μεταγενέστερη. Στην μεν πρώτη περίπτωση η αρμόδια αρχή εξέτασης θα εκδώσει ρητή απορριπτική απόφαση επι της αίτησης συνέχισης και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή νομίμως θα σωρεύσει, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, πράξη επιστροφής, δεδομένου ότι με την έκδοση της απόφασης αυτής, αφενός η παραμονή του αιτούντος καθίσταται παράνομη και αφετέρου του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα προηγούμενης ακρόασης. Στην δε δεύτερη περίπτωση που η νέα αίτηση θα αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των μεταγενέστερων αιτήσεων,  κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 41, ο αιτών δεν έχει δικαίωμα παραμονής ούτε και κατά το στάδιο εξέτασης σε πρώτο βαθμό της μεταγενέστερης αίτησής του και κατά συνέπεια και στην περίπτωση αυτή η παραμονή του καθίσταται παράνομη, οπότε νομίμως εκδίδεται, καταρχήν, κατά τον χρόνο αυτό, πράξη επιστροφής, ενώ, και στην περίπτωση αυτή, έχει τηρηθεί η υποχρέωση σεβασμού του δικαιώματος ακρόασης αφού ο αιτών με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, είχε την δυνατότητα να εκφράσει λυσιτελώς τις απόψεις του.  Διάφορη, όμως, είναι η περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν την διακοπή της εξέτασης της αίτησης δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 28 χορηγώντας προθεσμία τουλάχιστον 9 μηνών στον αιτούντα προκειμένου να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της αίτησής του ή να υποβάλει νέα αίτηση η οποία όμως δεν θεωρείται μεταγενέστερη αίτηση. Τούτο διότι, προϋπόθεση για την έκδοση πράξης επιστροφής, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, είναι η διαπίστωση ότι η παραμονή του αιτούντος είναι παράνομη, ωστόσο, όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 21, αυτή καθεαυτή η πράξη διακοπής εξέτασης δεν επιφέρει απώλεια του δικαιώματος παραμονής, για το χρονικό διάστημα τουλάχιστον των εννέα μηνών, εντός του οποίου ο αιτών δύναται να επανέλθει και για τον λόγο αυτό δεν είναι επιτρεπτή η σώρευσή της με απόφαση επιστροφής της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, εφόσον δε εκδοθεί η πράξη επιστροφής είναι ακυρωτέα ως προώρως εκδοθείσα. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, η έκδοση απόφασης επιστροφής δεν είναι επιτρεπτή και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο αιτών, κατά τον χρόνο αυτό, δεν έχει εκφράσει κατά τρόπο εξαντλητικό το σύνολο των λόγων που στηρίζουν την αίτησή του ή που καθιστούν αδύνατη την επιστροφή του. Και τούτο διότι, εφόσον η πράξη διακοπής εκδίδεται λόγω ελλείψεως των στοιχείων εκείνων που θα καθιστούσαν δυνατή την επί της ουσίας εξέταση της αίτησης, συνάγεται ότι ο αιτών κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε τύχει λυσιτελούς ακρόασης. Κατά συνέπεια, και για τον λόγο αυτό, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση πράξης επιστροφής ως απόρροια της πράξης διακοπής. Ούτε, εξάλλου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ενόψει του σκοπού της Οδηγίας 2008/115 που συνίσταται, στην καθιέρωση αποτελεσματικής πολιτικής περί απομακρύνσεως και επαναπατρισμού με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ενδιαφερομένων (βλ., σχετικώς, αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 και αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, Pham, C474/13, EU:C:2014:2096, σκέψη 20, και της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N., C601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), είναι καταρχήν επιτρεπτή η έκδοση πράξης επιστροφής, η επέλευση, ωστόσο, των εννόμων αποτελεσμάτων της, αναστέλλεται εκ του νόμου μέχρι την πάροδο του χρονικού διαστήματος των εννέα μηνών εντός του οποίου μπορεί ο αιτών να επανέλθει κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 28. Τούτο διότι η εκδοχή αυτή αντίκειται στη γενική αρχή κατά την οποία η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή μόνο εφ’ όσον ρητώς προβλέπεται ή πάντως προκύπτει σαφώς από διάταξη νόμου περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου, η αρμόδια αρχή, δεν εμποδίζεται να εκδώσει πράξη επιστροφής, αμέσως μόλις παρέλθει η προθεσμία των εννέα (9) μηνών που έχει δοθεί στον αιτούντα προκειμένου να επανέλθει, δοθέντος ότι με την συμπλήρωση του χρονικού αυτού διαστήματος, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 21, παύει ο αιτών να απολαμβάνει του δικαιώματος παραμονής στο κράτος μέλος καθόσον δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 9, ήτοι, η παραμονή του αιτούντος «αποκλειστικά για τον σκοπό της διαδικασίας». […]

28. Επειδή, ο προβαλλόμενος με την προσφυγή ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι ως διοικητικός κρατούμενος δεν μπορούσε αντικειμενικώς να ανανεώσει το δελτίο του, είναι βάσιμος καθώς η Υπηρεσία Ασύλου είχε ήδη ενημερωθεί ότι ο προσφεύγων τελούσε υπό διοικητική κράτηση ήδη από τις 10.2.2020 και συνέχιζε να κρατείται κατά την ημεροχρονολογία κατά την οποία έληγε το δελτίο του, ήτοι την 29.2.2020. Για τον λόγο αυτό εξάλλου καθίστατο πρακτικώς αδύνατη η ανανέωση του εν λόγω δελτίου, χωρίς τούτο να οφείλεται σε υπαιτιότητα του προσφεύγοντος, και συνεπώς, η μη ανανέωση αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποκρύπτει πρόθεση κατάχρησης του συστήματος κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 20 της παρούσας και κατά τούτο δεν συνιστά σιωπηρή ανάκληση της αιτήσεως. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αυτή έχει σιωπηρώς ανακληθεί, χωρίς ωστόσο στην απόφαση αυτή να διαλαμβάνεται ουδεμία κρίση σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με την αίτηση προβαλλόμενων λόγων κατά παράβαση του άρθρου 81 του ν. 4636/2019 (άρθρο 28 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ). Εξάλλου, στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει διενεργηθεί προσωπική συνέντευξη με τον προσφεύγοντα, μεταξύ δε των στοιχείων του διοικητικού φακέλου περιλαμβάνεται μόνο η δήλωσή του, κατά το στάδιο της καταγραφής της αίτησής του, αναφορικά με τους λόγους της εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του και ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί σήμερα να επιστρέψει σε αυτήν. Ενόψει τούτων, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία προκειμένου να διενεργηθεί η εξέταση της αίτησης επί της ουσίας και για τον λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 81 του ν. 4636/2019 όπως ισχύει, η διακοπή της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτό το υποβληθέν αίτημα του προσφεύγοντος περί συνέχισης της εξέτασης της αίτησής του. Ωστόσο, ενόψει του ότι το διακοπτικό της εξέτασης της αίτησης γεγονός (ήτοι η μη ανανέωση του δελτίου) έλαβε χώρα κατά το στάδιο που η αίτηση εκκρεμούσε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, και δεδομένου ότι η  εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας από διοικητικό όργανο που διαθέτει ειδικά προς τούτο μέσα και ειδικευμένο προσωπικό αποτελεί ουσιώδες στάδιο των κοινών διαδικασιών που καθιερώνει η Οδηγία περί διαδικασιών (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C 585/16, EU:C:2018:584, σκέψεις 103 και 116), η Επιτροπή κρίνει ότι προκειμένου ο προσφεύγων να μην απωλέσει ένα στάδιο εξέτασης της αίτησής του, η συνέχιση της εξέτασης θα πρέπει να λάβει χώρα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία είναι  και η αρχή που όφειλε εξαρχής να διατάξει την διακοπή της εξέτασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 81 του ν. 4636/2019. Εξάλλου, η γενικότερη απαγόρευση αναπομπής του άρθρου 27 του ν. 4686/2020 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση δοθέντος ότι ρυθμίζει διάφορο ζήτημα. Ειδικότερα ναι μεν απαγορεύει την αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό,  ακόμα και στην περίπτωση μη διενέργειας προσωπικής συνέντευξης, όχι όμως στην περίπτωση που διατάσσεται η συνέχιση της εξέτασης. Η τελευταία δε περίπτωση ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του ν. 4686/2020, με την οποία προβλέπεται η συνέχιση της εξέτασης ενώπιον του οργάνου που διέταξε την διακοπή και η οποία ως ειδικότερη διάταξη κατισχύει. […]

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την …/2020 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής.

Διατάσσει την διακοπή της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος.

Διατάσσει την Υπηρεσία Ασύλου όπως εξετάσει την αίτηση συνέχισης του προσφεύγοντος.


ΣΗΜ.: Για το ζήτημα εκκρεμεί πρότυπη δίκη στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν σχετικού αιτήματος του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου δείτε εδώ: Πρ.12/2020 Επιτροπής αρ.1 παρ.1 Ν.3900/2010: Πρότυπη δίκη για το ζήτημα της διακοπής εξέτασης αιτημάτων ασύλου


Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΥΑ 10616/2020: Καθορισμός λειτουργίας του Μητρώου Ελληνικών και Ξένων ΜΚΟ και του Μητρώου Μελών ΜΚΟ



Με την παρούσα Κοινή Υπουργική Απόφαση επανακαθορίζονται οι όροι και λεπτομέρειες λειτουργίας του «Μητρώου Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ)» και του «Μητρώου Μελών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ)», που δραστηριοποιούνται σε θέματα διεθνούς προστασίας, μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

Με την έκδοση της παρούσας καταργείται η προγενέστερη υπ' αρ. 3063/27.03.2020 απόφαση περί «Καθορισμού λειτουργίας του «Μητρώου Ελληνικών και Ξένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.)» και του «Μητρώου Μελών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.)» (Β'1382)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΕΕ: Άρνηση χορηγήσεως του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος σε πολίτη τρίτης χώρας λόγω ποινικού ιστορικού



Με τη δημοσιευθείσα στις 3.09.2020 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε ότι η οδηγία 2003/109/ΕΚ για το καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί µακρόν διαµένοντες] αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από μέρος των δικαστηρίων του, η οποία προβλέπει ότι μπορεί να μη χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στο εν λόγω κράτος μέλος απλώς και μόνον λόγω του ποινικού ιστορικού του, χωρίς συγκεκριμένη εξέταση της καταστάσεώς του υπό το πρίσμα, ιδίως, της φύσεως του αδικήματος που διέπραξε ο υπήκοος αυτός, του κινδύνου που ενδεχομένως αυτός συνιστά για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, της διάρκειας της διαμονής του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και της υπάρξεως δεσμών με αυτό.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Πρόσβαση στην αγορά εργασίας αιτούντος άσυλο σε βάρος του οποίου εκδίδεται απόφαση μεταφοράς βάσει Δουβλίνου


Με τις προτάσεις του στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C322/19 και C385/19, o Γενικός Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Jean Richard De La Tour, παρείχε διευκρινίσεις ως την πρόσβαση στην αγορά εργασίας αιτούντος άσυλο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ».

Με τα προδικαστικά ερωτήματά τους,  το Ιρλανδικό High Court και το το International Protection Appeals Tribunal (δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη διεθνή προστασία της ιδίας χώρας) ζήτησαν απο το Δικαστήριο της Ε.Ε. να διεκρινίσει τα εξής δύο ζητήματα.

Πρώτον, αν κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί την πρόσβαση στην αγορά εργασίας σε αιτούντα διεθνή προστασία εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς, και δεύτερον αν εθνική αρχή μπορεί να αποδώσει στον αιτούντα την ευθύνη για την καθυστερημένη κίνηση της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους κατά τον κανονισμό «Δουβλίνο», και να τον αποκλείσει συνεπώς από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, με την αιτιολογία, πρώτον, ότι δεν υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας στο πρώτο κράτος εισόδου και, δεύτερον, ότι άσκησε ένδικη προσφυγή κατά της εις βάρος του αποφάσεως μεταφοράς.

Με τις προτάσεις του, o Γενικός Εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα ως εξής:

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ (Οδηγία Υποδοχής), έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει νομοθεσία κράτους μέλους η οποία έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται ο αιτών από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας επειδή οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξέδωσαν εις βάρος του απόφαση μεταφοράς προς το κράτος μέλος που έχουν προσδιορίσει ως υπεύθυνο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 (Δουβλίνο ΙΙΙ).

Η έκδοση τέτοιας αποφάσεως δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στο κράτος μέλος υποδοχής ούτε την ιδιότητα του αιτούντος ούτε τα δικαιώματα τα οποία συνδέονται με αυτή.

Περαιτέρω, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποδώσει στον αιτούντα την ευθύνη για την καθυστέρηση η οποία οφείλεται στη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους ούτε επειδή αυτός δεν υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας στο πρώτο κράτος μέλος εισόδου ή, σε περίπτωση νόμιμης διαμονής, στο κράτος μέλος διαμονής ούτε επειδή άσκησε ένδικη προσφυγή κατά της εις βάρος του αποφάσεως μεταφοράς, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 του κανονισμού 604/2013.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο 

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ: Μεταναστευτική Νομοθεσία – Πρακτική Εφαρμογή και Νομολογιακή Αντιμετώπιση


Στόχος του Σεμιναρίου είναι η με πρακτικό προσανατολισμό παρουσίαση των διατάξεων του Κώδικα Μετανάστευσης (Ν 4251/2014) λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πρόσφατες, εκτενείς και συνεχείς νομοθετικές μεταβολές.

Η παρουσίαση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου θα συμπεριλάβει την αντίστοιχη νομολογιακή αντιμετώπιση με αναφορές για περαιτέρω εμβάθυνση και έρευνα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Το Σεμινάριο θα αναδείξει κατά κύριο λόγο και θα εστιάσει στα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας

Ημερ/νία: Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Ημέρες και ώρες διεξαγωγής: Τρίτη 10 & Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020 (18:00 – 21:00)

Διάρκεια: 6 ώρες

Εισηγητής: Α. Αρχοντάκη, ΔΝ ΕΚΠΑ στο Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Υπ. ΔΝ Paris II Assas Panthéon στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια Νομικής ΕΚΠΑ

Δείτε περισσότερα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *