Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

ΣτΠ: Έκδοση τίτλων σπουδών δημοτικού σχολείου για αλλοδαπούς ανηλίκους


Η κοινωνική υπηρεσία του Χατζηκυριάκειου Ιδρύµατος Παιδικής Προστασίας απευθύνθηκε στον Συνήγορο του Πολίτη µετά τη διαπίστωση ότι το δηµοτικό σχολείο της περιοχής, όπου φοιτούσε αριθµός αλλοδαπών ανηλίκων που φιλοξενούνταν στο ίδρυµα, δεν αντιµετώπιζε ως εγγεγραµµένους κανονικά τους µαθητές αυτούς, καθώς δεν τους χορηγούσε τίτλους σπουδών.

Το πρόβληµα έγινε αντιληπτό από το Ίδρυµα όταν ορισµένα από τα παιδιά, που αποφοίτησαν από την ΣΤ΄ τάξη του δηµοτικού, αντιµετώπισαν πρόσκοµµα για την εγγραφή τους στο γυµνάσιο. Αξίζει να σηµειωθεί ότι τα συγκεκριµένα παιδιά έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και είχαν υποβάλει κατά την εγγραφή τους ληξιαρχική πράξη γέννησης αντί πιστοποιητικού γέννησης, λόγω µη εγγραφής τους στο δηµοτολόγιο. Επίσης, έχουν την προσφυγική ιδιότητα µε αποτέλεσµα να µην µπορούν να λάβουν αντίστοιχο πιστοποιητικό από τη χώρα καταγωγής τους.

Η πρακτική του σχολείου οφειλόταν στην εσφαλµένη εκτίµηση, ότι εφαρµοζόταν στη συγκεκριµένη περίπτωση η πρόβλεψη του νόµου που ίσχυε κατά το κρίσιµο διάστηµα (π.δ. 201/1998, άρθ. 7 παρ. 8), σύµφωνα µε την οποία σε περίπτωση που δεν συµπληρωθούν οι ελλείψεις στα δικαιολογητικά αλλοδαπού ως τις 15 Ιουνίου, δεν εκδίδεται τίτλος σπουδών, αλλά βεβαίωση φοίτησης. Ως εκ τούτου, θεωρούσε επί σειρά ετών ότι η µη προσκόµιση πιστοποιητικού γέννησης συνιστά τέτοιου είδους εκκρεµότητα και απείχε από την έκδοση τίτλων και απολυτηρίων.

Ο Συνήγορος του Πολίτη µε έγγραφό του στο σχολείο, που κοινοποιήθηκε στη ∆ιεύθυνση Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης, επισήµανε ότι, µε βάση την ισχύουσα νοµοθεσία, εγγράφονται στα δηµόσια σχολεία κατ’ εξαίρεση και µε ελλιπή δικαιολογητικά τέκνα πολιτών τρίτων χωρών που διαµένουν στη χώρα, ακόµη κι αν δεν έχει ρυθµιστεί η νόµιµη διαµονή τους σ’ αυτή, ή εφόσον έχουν υποβάλει αίτηµα διεθνούς προστασίας ή είναι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας κ.λπ. Η σχετική άλλωστε πρόβλεψη επαναλαµβάνεται σταθερά στις εγκυκλίους που αποστέλλει κάθε χρόνο το Υπουργείο Παιδείας προς όλες τις εµπλεκόµενες υπηρεσίες και τα σχολεία της χώρας. Στο ίδιο πνεύµα, ειδικά ως προς το πιστοποιητικό γέννησης, ήδη από το 2008 διευκρινίζεται σταθερά µέσω εγκυκλίων του αρµόδιου υπουργείου ότι: «οι αλλοδαποί µαθητές που δεν δύνανται να προσκοµίσουν το πιστοποιητικό γέννησης µπορούν να εγγραφούν στα σχολεία µε ληξιαρχική πράξη γέννησης», χωρίς να προβλέπεται διατήρηση οποιασδήποτε εκκρεµότητας ή άλλη δυσµενής συνέπεια για τους µαθητές αυτούς.

Η θετική έκβαση της παρέµβασης του Συνηγόρου µε την ανάδειξη της συγκεκριµένης περίπτωσης αµφισβήτησης επιµέρους δικαιωµάτων που απορρέουν από την εκπαιδευτική διαδικασία (όπως η λήψη τίτλου σπουδών), συνέπεσε µε τη πρόσφατη θέσπιση ρητής διάταξης για το ζήτηµα, στο πλαίσιο τροποποίησης του πλαισίου που διέπει την πρωτοβάθµια εκπαίδευση (π.δ. 79/2017). Η εξέλιξη αυτή αναµένεται να άρει τις µέχρι σήµερα παρερµηνείες ως προς τα γεννηµένα στην Ελλάδα αλλοδαπά παιδιά, που εγγράφονται στο ληξιαρχείο, χωρίς δυνατότητα εγγραφής στο δηµοτολόγιο. Παράλληλα, φαίνεται να απλουστεύει τη διαδικασία εγγραφής γενικότερα των αλλοδαπών µαθητών, συµβάλλοντας στην οµαλή εκπαιδευτική ένταξή τους.


Πηγή: Lawnet.gr, 13.10.2017

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Π.Δ. 122/2017: Οργανισμός Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής


Με το συγκεκριμένο προεδρικό διάταγμα θεσπίζεται, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, όπως ισχύει,  Οργανισμός του συσταθέντος με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 123/2016 (Α΄ 208) Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.


Διαβάστε το πλήρες κείμενο 

ΝΣΚ 199/2017: Αίτηση Πολιτογράφησης από πρόσωπα που στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας ή τους δικαστικούς συμπαραστάτες τους


Με την υπ’ αριθμ. 199/2017 γνωμοδότησή του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερώτημα του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση και δήλωση πολιτογράφησης πρόσωπα, τα οποία στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας και τελούν υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή παρουσιάζουν διαπιστωμένη ψυχική ή διανοητική διαταραχή και οι νομίμως ορισθέντες δικαστικοί συμπαραστάτες αυτών.

Το ΝΣΚ έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η υποβολή αιτήσεων και δηλώσεων πολιτογραφήσεως, βάσει των διατάξεων των άρθρων 5, 5Α, 6, 7, 8 και 9 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3284/2004, όπως ήδη ισχύει), καθώς και η εν γένει συμμετοχή και συνέχιση της διαδικασίας πολιτογραφήσεως, μέχρι την έκδοση της σχετικής υπουργικής αποφάσεως και την ορκωμοσία, ούτε από πρόσωπα τα οποία στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας και τελούν υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή παρουσιάζουν διαπιστωμένη ψυχική ή διανοητική διαταραχή, ούτε και από τους νομίμως ορισθέντες δικαστικούς συμπαραστάτες των προσώπων αυτών.

Μεταξύ άλλων, στη γνωμοδότηση αναφέρεται ότι η «μοναδική, λεπτομερής, αυστηρή και προσωποπαγής διοικητική διαδικασία της πολιτογραφήσεως, διατρέχει, προφανώς, όλα τα στάδια, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της δόσεως του όρκου του Έλληνα πολίτη, και με το οποίο η διαδικασία ολοκληρώνεται, εν όψει του ότι, επί ορκοδοσίας, ο όρκος δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνον αυτοπροσώπως από τον υπόχρεο προς τούτο, στην εξεταζόμενη δε περίπτωση, με τον όρκο επιβεβαιώνεται, κατά τρόπο πανηγυρικό, η τελική και οριστική βούληση του αλλοδαπού, περί αποδοχής των υποχρεώσεών του έναντι της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία δεν μπορεί παρά να εκφρασθεί από τον ίδιο».

Το ζήτημα παραπέμπεται στην Ολομέλεια λόγω σπουδαιότητας.

Πηγή: Lawspot.gr, 12.10.2017

Για την ψυχική υγεία των ασυνόδευτων παιδιών


Το ζήτημα της προστασίας των ασυνόδευτων παιδιών βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και αποτελεί ένα από τα λίγα πεδία στα οποία φαίνεται ότι υπάρχει κοινή αντίληψη όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Μέχρι σήμερα, βέβαια, η προσοχή έχει επικεντρωθεί εύλογα στα ζητήματα εντοπισμού, στέγασης και υποδοχής των ασυνόδευτων παιδιών. Εντούτοις, σιγά σιγά έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό ότι μία από τις σημαντικότερες σχετικές προκλήσεις αναφορικά με τα ασυνόδευτα παιδιά αφορά το ζήτημα της προαγωγής της ψυχικής τους υγείας.

Τα παιδιά αυτά -συχνά «παιδιά του πολέμου»- έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, βία, εκμετάλλευση και κακοποίηση, γεγονός που έχει στιγματίσει τον ψυχικό τους κόσμο. Φτάνοντας στην Ευρώπη, μετά από δύσκολα και επικίνδυνα ταξίδια, έρχονται αντιμέτωπα με πολλούς και διάφορους παράγοντες ευπάθειας που τα καθιστούν ακόμα πιο «ευάλωτα» υπό όρους ψυχικής υγείας. Ελλιπείς διαδικασίες εντοπισμού και προστασίας, «προστατευτική φύλαξη» σε κλειστά κέντρα, ακόμα και σε αστυνομικά τμήματα για μεγάλα διαστήματα, μέχρι να βρεθεί θέση σε ξενώνα, αβεβαιότητα για το νομικό καθεστώς και το μέλλον τους εν γένει αποτελούν κάποιους από τους παράγοντες που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία των ασυνόδευτων παιδιών ή επιτείνουν ήδη προϋπάρχοντα προβλήματά τους.

Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι μια μερίδα παιδιών προεφηβικής ή εφηβικής ηλικίας που φιλοξενούνται στους ξενώνες ασυνόδευτων ανηλίκων παρουσιάζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως για παράδειγμα διαταραχές ύπνου, καταθλιπτικά επεισόδια, προβλήματα συμπεριφοράς, επιθετική συμπεριφορά προς άλλους φιλοξενουμένους ή/και προσωπικό των δομών.

Παράλληλα, δεν λείπουν και περιπτώσεις παιδιών που εμφανίζουν περισσότερο σοβαρές διαταραχές, όπως ψυχωτικά επεισόδια, αυτοτραυματισμούς, αυτοκτονικές τάσεις και εξάρτηση από αλκοόλ και ουσίες.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι το υπάρχον σύστημα προστασίας αδυνατεί να ανταποκριθεί πλήρως στις ανάγκες αυτών των παιδιών. Oι υπάρχουσες δομές φιλοξενίας είναι προσανατολισμένες στην κάλυψη των βασικών αναγκών προστασίας των ασυνόδευτων παιδιών και όχι στη διαχείριση σύνθετων προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Ούτως ή άλλως η διάγνωση και η θεραπεία θεμάτων ψυχικής υγείας στα παιδιά και τους εφήβους είναι ένα από τα δυσκολότερα αντικείμενα στον ιατρικό χώρο. Πολλώ δε μάλλον για μια ειδική ομάδα στόχου όπως τα ασυνόδευτα παιδιά πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν ζήσει τη βία και την κακοποίηση. Από την άλλη μεριά, το δημόσιο σύστημα υγείας, το οποίο έχει πληγεί τόσο εξαιτίας των περιοριστικών οικονομικών πολιτικών, δυσκολεύεται να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες όχι μόνο των ασυνόδευτων παιδιών αλλά και εν γένει του πληθυσμού της χώρας.

Ως αποτέλεσμα, τα ασυνόδευτα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας δεν λαμβάνουν τη μέριμνα που πρέπει. Εξαιτίας της παθολογίας τους αδυνατούν να συνεργαστούν με τους επαγγελματίες παιδικής προστασίας, ενώ συχνά μεταφέρονται από τον έναν στον άλλον ξενώνα, όταν εκδηλώνουν προβλήματα συμπεριφοράς. Κάποια εξ αυτών είτε παραμένουν για κάποιες μέρες υπό αστυνομική επιτήρηση είτε νοσηλεύονται προσωρινά σε νοσοκομεία και κλινικές λαμβάνοντας θεραπευτική αγωγή και στη συνέχεια επιστρέφουν και πάλι στις δομές φιλοξενίας, δίχως επί της ουσίας να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα ψυχικής υγείας τους.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια νέα προσέγγιση. Μια διεξοδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση και αντιμετώπιση των αναγκών ψυχικής υγείας από κατάλληλους ειδικούς. Λύσεις και προτάσεις υπάρχουν. Μικρές ειδικές δομές φιλοξενίας με κατάλληλο και επαρκώς εκπαιδευμένο σε όρους ψυχικής υγείας προσωπικό, ενίσχυση των ήδη υπαρχουσών δομών με ειδικούς παιδοψυχίατρους ή/και δημιουργία κέντρων ημέρας, με ενισχυμένο πλαίσιο προστασίας και δημιουργικές δραστηριότητες είναι μόνο κάποιες από τις προτάσεις που έχουν πέσει ήδη στο τραπέζι.

Οι λύσεις αυτές ασφαλώς απαιτούν πρόσθετους πόρους. Μια τέτοια, παραδείγματος χάριν, ειδική δομή φιλοξενίας για άτομα με ψυχικά προβλήματα ασφαλώς κοστίζει περισσότερο απ’ όσο μια «παραδοσιακή» δομή. Ανεξάρτητα από το ποια λύση τελικά προκριθεί, πρέπει να γίνει κατανοητό από τους αρμόδιους φορείς και χορηγούς ότι η υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων είναι απολύτως αναγκαία. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο προς το συμφέρον των ίδιων των παιδιών αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο διασφαλίζει και την κοινωνική συνοχή. Πολλά από τα παιδιά αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα παραμείνουν στη χώρα. Αφήνοντάς τα στο περιθώριο και μην προνοώντας για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και την προαγωγή της ψυχικής τους υγείας τα σπρώχνουμε ακόμα περισσότερο στο περιθώριο, καθιστώντας τα πιο «ευάλωτα» σε κάθε είδους κίνδυνο.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το πρώτον στην Εφημερίδα των Συντακτών (efsyn.gr) στις 11/10/17  

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Απόφ. 11ης Επιτροπής Προσφυγών 14011/2017: Η Τουρκία δεν συνιστά ασφαλή τρίτη χώρα για τους προσφεύγοντες και τα 4 ανήλικα παιδιά τους


17. [...] Η Επιτροπή αναγνωρίζει, αρχικά, ότι στην Τουρκία, παρά τα προβλήματα που παρατηρούνται, υπάρχει ένα νομικό καθεστώς προστασίας για τους Σύρους πολίτες. Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι σύμφωνα με την από 14.12.2016 επιστολή της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και η οποία αφορά στις προηγούμενες επιστολές της Ύπατης Αρμοστείας την 4η Μαΐου και 9η Ιουνίου 2016 αντίστοιχα σχετικά με τη διαδικασία επανεισδοχής στην Τουρκία από την Ελλάδα των σύρων υπηκόων, 2,7 εκ. Σύροι απολαμβάνουν το εν λόγω προσωρινό νομικό καθεστώς στην Τουρκία. Επιπλέον, η συγκεκριμένη επιστολή αναφέρει ότι «Όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση, 59 τοις εκατό εκ των άνω του 1 εκατομμυρίου παιδιών από τη Συρία που βρίσκονται σε σχολική ηλικία, είναι εγγεγραμμένα σε προγράμματα τυπικής εκπαίδευσης, γεγονός που καταδεικνύει σημαντική πρόοδο από τις αρχές αυτού του χρόνου. Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας επιτράπηκε δια νόμου από τον Ιανουάριο του 2016 για τους Σύρους, ανεξαρτήτως του αν είναι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας ή όχι, παρότι υπόκειται σε ειδικές προϋποθέσεις και περιορισμούς. Περίπου 10.000 άδειες εργασίας είχαν εκδοθεί από το Σεπτέμβριο».

18. Επειδή, επιπλέον, η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως το γεγονός, ότι κατ’ εφαρμογήν των ευρωπαϊκών κανόνων για το άσυλο και της εθνικής νομοθεσίας, η εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και για κάθε αιτούντα ξεχωριστά, αναγνωρίζει στην υπό κρίση περίπτωση την ιδιαίτερη ευάλωτη θέση στην οποία βρίσκονται οι προσφεύγοντες και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τους, γεγονός που οδήγησε άλλωστε στην άρση του γεωγραφικού περιορισμού. Το γεγονός αυτό επιτείνεται σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η προσφεύγουσα (σύζυγος). Στο πλαίσιο αυτό και παρά την ύπαρξη συστήματος προστασίας στην Τουρκία, η Επιτροπή κρίνει ότι οι συγκεκριμένοι προσφεύγοντες διέμειναν για ιδιαίτερα μικρό διάστημα στην Τουρκία (15 ημέρες) χωρίς να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιο υποστηρικτικό δίκτυο ενώ δεν απέκτησαν δικαίωμα διαβίωσης σε κάποιο από τα κέντρα παραμονής. Μάλιστα, γίνεται αντιληπτό ότι τους αρνήθηκε η παραμονή στον προσφυγικό καταυλισμό ενώ ένα από τα ανήλικα τέκνα δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Οι προσφεύγοντες δεν είχαν κάποια άλλη επαφή με τις τουρκικές αρχές ούτε άλλους δεσμούς με τη χώρα, όπως παραδείγματος χάριν προηγούμενες επισκέψεις μακράς διάρκειας ή σπουδές. Επιπρόσθετα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν διατηρούν κανένα οικογενειακό ή κοινωνικό δεσμό με τη συγκεκριμένη χώρα βάσει του οποίου η μετάβασή τους θα καθίστατο δυνατή. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι μόνη η διέλευση δεν συνιστά επαρκή σύνδεσμο ή σημαντικό δεσμό. Ενδέχεται συχνά να είναι το αποτέλεσμα τυχαίων περιστάσεων και δεν σημαίνει απαραίτητα κάποια σημαντική σύνδεση ή δεσμό. Ομοίως, ένα απλό δικαίωμα εισόδου δεν συνιστά από μόνο του μια ουσιαστική σύνδεση βάσει της οποίας θα ήταν εύλογο για το πρόσωπο να πάει σε αυτή τη χώρα. Παραδείγματα τέτοιου είδους συνδέσεων θα μπορούσαν να αποτελέσουν η ύπαρξη οικογενειακών δεσμών, συμπεριλαμβανομένων μακρινών συγγενών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σύνδεση με μια ευρύτερη κοινότητα θα μπορούσε επίσης να συνιστά ένα είδος σύνδεσης με την τρίτη χώρα. Ως επαρκής σύνδεσμος θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί η προηγούμενη διαμονή στην εν λόγω χώρα, όπως επισκέψεις μακράς διάρκειας ή σπουδές και η ύπαρξη γλωσσικών και πολιτιστικών δεσμών. Τέτοιου είδους δεσμοί θα πρέπει να απαιτούνται επιπλέον από το απλό γεγονός της διέλευσης από τη χώρα (βλ. UNHCR, Legal considerations on the return of asylum-seekers and refugees from Greece to Turkey as part of the EU-Turkey Cooperation in Tackling the Migration Crisis under the safe third country and first country of asylum concept, 23 March 2016, http://www.unhcr.org/56f3ec5a9.pdf).

19. Στο πλαίσιο αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη την εξατομικευμένη εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη ευάλωτη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι προσφεύγοντες και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τουςη Επιτροπή κρίνει ότι η Τουρκία δεν μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και παρά τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, να χαρακτηριστεί «ασφαλής τρίτη χώρα» για τους συγκριμένους προσφεύγοντες, σύμφωνα με τα άρθρα 55 και 56 του νόμου 4375/2016. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δέχεται την προσφυγή τους και προχωρά στην επί της ουσίας εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας.



Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

ΕΣΠ: Ανακοίνωση σχετικά με τη μετεγκατάσταση των Σύριων προσφύγων μετά τις 20.3.2016


Με την από 25-09-2017 επιστολή του προς την Υπηρεσία Ασύλου και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες κάλεσε τις αρμόδιες ελληνικές αρχές να αναθεωρήσουν την υφιστάμενη πρακτική τους, κατ’ εφαρμογή της οποίας αποκλείεται από το πρόγραμμα της μετεγκατάστασης όποιο πρόσωπο συγκεντρώνει μεν τις προϋποθέσεις που τίθενται με τις Αποφάσεις (ΕΕ) 2015/1523 και 2015/1601 του Συμβουλίου, πλην όμως εισήλθε στην ελληνική επικράτεια μετά την Κοινή Δήλωση Ε.Ε. –Τουρκίας, ήτοι από την 20-3-2016 και εξής.

Όπως είναι γνωστό, με τις ανωτέρω Αποφάσεις του Συμβουλίου, προβλέφθηκε η δυνατότητα μετεγκατάστασης 160.000 αιτούντων διεθνούς προστασίας από την Ελλάδα και την Ιταλία σε άλλες χώρες της Ε.Ε. υπό ένα μηχανισμό «δικαιότερης» κατανομής του βάρους διαχείρισης της ροής του προσφυγικού πληθυσμού στη βάση της αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 5-10-2017 από την Επιτροπή από τους 63.302 αιτούντες που θα έπρεπε να μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα σε άλλο Κράτος Μέλος, μόνο 20.471 εντάχθηκαν επιτυχώς στον εν λόγω μηχανισμό, ήτοι ποσοστό λιγότερο από 30%.

Είναι βέβαιο ότι εάν είχαν εφαρμοσθεί ορθά οι ως άνω αποφάσεις του Συμβουλίου, το σύνολο σχεδόν των προσφύγων που εισήλθαν στην Ελληνική Επικράτεια έως τις 26-9-2017, θα είχε μετεγκατασταθεί σε άλλες χώρες της ΕΕ, δεδομένου ότι η πλειοψηφία εξ αυτών πληρούσε τις προϋποθέσεις μετεγκατάστασης (κυρίως Σύριοι πολίτες).


Γιατί η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν θα ανοίξει το δρόμο για αναγκαστικές επιστροφές στη Τουρκία


Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας της 22ας Σεπτεμβρίου 2017 είναι μία απόφαση έντονα πολιτική. Η Ελλάδα ενεργεί ουσιαστικά για λογαριασμό ολόκληρης της ΕΕ, οπότε το Δικαστήριο έχει αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να υποστηρίξει με κάποιο τρόπο τη συμφωνία ΕΕ -Τουρκίας, όπως αντίστοιχα και οι Επιτροπές Προσφυγών. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να μην παραπέμψει την υπόθεση στο ΔΕΕ με οριακή πλειοψηφία 13 ψήφων έναντι 12.

Ο καθηγητής Steve Peers επεσήμανε πρόσφατα ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ουδέποτε έχει αποφανθεί σχετικά με την ουσία και τη νομιμότητα της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας. Για το λόγο αυτό και υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι το θέμα δεν είναι τελικά σαφές, υπάρχει υποχρέωση να απευθυνθεί σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση Gerhard Köbler κατά Αυστρίας το 2003 έκρινε ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να υπέχουν αποζημίωση αν τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δεν εκπληρώνουν το καθήκον παραπομπής τους. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Schipani κατά Ιταλίας το 2015 έκρινε ότι η παράλειψη του «δικαστηρίου υποχρέωσης» να παραπέμπει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ μπορεί να παραβιάζει την ΕΣΔΑ (βλ. περισσότερα εδώ), οπότε αν ο αιτών υποχρεωθεί να επιστρέψει στην Τουρκία, μπορεί να ζητήσει προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Αν το άτομο επιστραφεί τελικά και υποστεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, τότε μπορεί να υπάρχει ευθύνη του ελληνικού κράτους επειδή, παρά τον «χαμηλό βαθμό» σαφήνειας και ακρίβειας του νόμου, το κράτος αποφάσισε να ενεργήσει. Έτσι, εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρά την «ασάφεια» του νόμου και την ύπαρξη σχετικής του υποχρέωσης, αποφασίσει να αναλάβει το ρίσκο μιας πιθανούς εσφαλμένης ερμηνείας, μη απευθύνοντας  προδικαστικό ερώτημα, τότε το σφάλμα του αυτό δεν μπορεί να είναι συγγνωστό.


Το ευρύτερο πλαίσιο του ζητήματος

Μια άλλη υπόθεση για το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί ήδη ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ. Η υπόθεση Ilias και Ahmed αφορά στον κίνδυνο «αλυσιδωτής επαναπροώθησης (“chain refoulement”) δύο πολιτών Μπαγκλαντές που διήλθαν από την Ελλάδα, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Σερβία πριν φτάσουν στην Ουγγαρία. Η υπόθεση προορίζεται να θέσει ένα σημαντικό νομολογιακό προηγούμενο. Προκαλεί εντύπωση, λοιπόν το γεγονός ότι, ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας υποστηρίζει ότι η Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί ως «ασφαλής τρίτη χώρα» στην Ilias και Ahmed, το τέταρτο τμήμα του ΕΔΔΑ, έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος αλυσιδωτής επαναπροώθησης -από τη Σερβία στην Ελλάδα - εξαιτίας των ελλιπών συνθηκών υποδοχής στην Ελλάδα, που αν το σκεφτεί καλά κανείς δεν διαφέρουν και τόσο πολύ από τις συνθήκες ακραίας φτώχειας και έλλειψης πρόσβασης σε βασικές παροχές ή υποστήριξη που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στην Τουρκία.

Αυτό μας οδηγεί στο κρίσιμο ζήτημα που διακυβεύεται τελικά και στις δύο υποθέσεις- δηλαδή στο γεγονός ότι μετά τις αποφάσεις MSS του ΕΔΔΑ και N.S./M.E. του ΔΕΕ σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής στην Ελλάδα, δεν μπορεί πλέον να γίνει δεκτό σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, ένα οριστικό – αμάχητο τεκμήριο υπέρ της «ασφάλειας» οποιασδήποτε χώρας - είτε πρόκειται για κράτος μέλος της ΕΕ είτε για τρίτη χώρα. Ειδικά μάλιστα όταν υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις, όπως π.χ. στην περίπτωση της Τουρκίας, ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος «αλυσιδωτής επαναπροώθησης» στη Συρία, μετά και την πρόσφατη απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στη γείτονα χώρα. Επομένως, πριν από τη λήψη μιας απόφασης να επιστραφεί κάποιος στην Τουρκία, οι ελληνικές αρχές και τα δικαστήρια πρέπει να διεξάγουν proprio motu μια αξιολόγηση του κινδύνου ενδεχόμενης παραβίασης του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην Τουρκία ή ακόμη και πιθανότητα περαιτέρω απέλασης–επαναπροώθησης προς άλλες χώρες. Τελικά, πιθανότατα η Ελλάδα θα αναγκαστεί να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό (ΔΕΕ) θα πρέπει να λάβει υπόψη του το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης Ilias και Ahmed, όπου το ΕΔΔΑ - τουλάχιστον το τέταρτο τμήμα του δικαστηρίου μέχρι στιγμής- έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος «αλυσιδωτής επαναπροώθησης» από την Ουγγαρία προς την Ελλάδα, με αποτέλεσμα η μεταφορά να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί.


Ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας

Εάν, λοιπόν, μια τέτοια «ελληνική» υπόθεση παραπεμφθεί τελικά στο ΔΕΕ, τότε μπορεί να μας φέρει ενώπιον ορισμένων εκπλήξεων. Ένας από τους λόγους είναι ότι, σε αντίθεση με όσα προβλέπει η ΕΣΔΑ, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει ρητά στο άρθρο 18 αυτού το δικαίωμα να ζητήσει κανείς άσυλο, οπότε η εκτίμηση μιας υπόθεσης στο πλαίσιο αυτού του άρθρου ίσως ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Πράγματι, το άρθρο 18 του ΧΘΔΕΕ  πρέπει να ερμηνεύεται με τον δέοντα σεβασμό των κανόνων της σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι το ΔΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει την προβληματική της ασφαλούς τρίτης χώρας λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις νομολογιακές παραδοχές του στην υπόθεση NS/ME, όπου έκρινε ότι τα κράτη μέλη που ασκούν διακριτική εξουσία βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου - (για τους σκοπούς του άρθρου 51 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ) - πρέπει να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο και να ασκούν τις εξουσίες τους σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ και τα θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 18 ΧΘΔΕΕ. Δεδομένου όμως ότι ο κανονισμός του Δουβλίνου συνδέεται στενά με τη διαδικασία ασύλου, το ΔΕΕ θα πρέπει επίσης να εξετάσει εάν η Οδηγία για τις διαδικασίες ασύλου (νομική πράξη του παράγωγου ενωσιακού δικαίου) και η ίδια η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας δεν παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, το δίκαιο της ΕΕ και τις εν γένει διεθνείς υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη-μέλη.

Εφόσον τελικά μια «ελληνική» υπόθεση παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πολύ πιθανό να ιδωθεί, επίσης, και υπό το πρίσμα μιας πρόσφατης έντονα αμφισβητούμενης απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση Mirza C-695/15 PPU, όπου το Δικαστήριο απέτυχε να διαφυλάξει το σεβασμό του διεθνούς προσφυγικού δικαίου. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ επέτρεψε την εξέταση αιτήσεων ασύλου επί του παραδεκτού πριν την οποιαδήποτε εφαρμογή των κριτηρίων του «Δουβλίνου», δίχως προϋποθέσεις και ασφαλιστικές δικλείδες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει εκ των πραγμάτων στην επιβολή μιας παράνομης «κύρωσης» εν αντιθέσει προς όσα προβλέπει το άρθρο 31 παράγραφος 1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Η απόφαση αυτή θεωρείται ευρέως αντίθετη προς το δίκαιο της ΕΕ, δεδομένου ότι επιτρέπει την «παράκαμψη» του κανονισμού του Δουβλίνου και των θετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7 του ΧΘΔΕΕ, το οποίο σύμφωνα με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο απαιτεί να εξακριβωθεί αν ο αιτών έχει μέλη της οικογένειας του σε κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ. Κάτι τέτοιο, λοιπόν μπορεί επίσης να ανοίξει τη συζήτηση σχετικά με την τρέχουσα μεταρρύθμιση του Κανονισμού «Δουβλίνου», στο πλαίσιο του οποίου έχει προταθεί η υποχρεωτική εισαγωγή μιας διαδικασίας επί του παραδεκτού, πριν από την εφαρμογή οποιονδήποτε άλλων κριτηρίων και η οποία εκ των πραγμάτων παραβιάζει το άρθρο 7 του ΧΘΔΕΕ.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ένας αιτών άσυλο στην ΕΕ μπορεί να έχει "βάσιμους λόγους" να ζητά να μεταφερθεί σε άλλο κράτος μέλος, παρά να παραμείνει στην Ελλάδα ή την Ουγγαρία ή να επιστρέψει σε μια «ασφαλή τρίτη χώρα» όπως η Τουρκία. Μεταξύ αυτών των λόγων είναι και η παρουσία μελών της οικογένειας σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, μια αίτηση στην ΕΕ δεν μπορεί να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 της Οδηγίας για τις Διαδικασίες Ασύλου πριν από τη διεξαγωγή μίας σχετικής έρευνας,  σύμφωνα με τους κανόνες του Κανονισμού «Δουβλίνο». Λόγω της παραπομπής στο άρθρο 33 παράγραφος 1 της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, η απόφαση απαραδέκτου βάσει του ίδιου άρθρου μπορεί να ακολουθήσει μόνο μετά τον προσδιορισμό της ευθύνης βάσει του άρθρου 3 του Κανονισμού «Δουβλίνο». Στο πλαίσιο αυτό, μια πρόσφατη απόφαση – σταθμός δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου διαπίστωσε ότι το άρθρο 17 του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» θεσπίζει ένα «εύλογο δικαίωμα» (προσέγγιση που ακολούθησε εμμέσως και το ίδιο το ΔΕΕ στην υπόθεση Mengesteab, όπου υπογράμμισε ότι ο κανονισμός του Δουβλίνου δεν ρυθμίζει μόνο τις διακρατικές σχέσεις αλλά και δικαιώματα των αιτούντων άσυλο), έτσι ώστε ένα κράτος μέλος να υποχρεωθεί να αποστείλει αίτημα σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία, ιδίως, για οικογενειακούς ή άλλους πολιτιστικούς λόγους, ώστε να δύναται στη συνέχεια να ασκήσει τυχόν τη διακριτική του ευχέρεια, ακόμα και όταν το κράτος αυτό δεν είναι καταρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης.


Πρόθυμη πλην όμως αδύναμη …

Εκτός από αυτές τις καθαρά νομικές και τεχνικές πτυχές, τις οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ΔΕΕ -εκτός εάν βέβαια αποφασίσει τελικά να υιοθετήσει μια περιοριστική προσέγγιση- το δικαστήριο θα χρειαστεί στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΕΕ - Τουρκίας να αξιολογήσει την βούληση των τουρκικών αρχών να δεχθούν τον αιτούντα, υπό το πρίσμα της ύπαρξης δύο βασικών σχετικών διασφαλίσεων. Πρώτον, η Τουρκία πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρει αποτελεσματική προστασία, η οποία πρέπει να υπάρχει στην πράξη και όχι μόνο θεωρητικά. Για την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ως αποτελεσματική τέτοια προστασία θεωρείται μία ποιοτικού καταρχήν χαρακτήρα προστασία, η οποία τότε μόνο μπορεί να θεωρείται επαρκής εφόσον εξασφαλίζεται αξιόπιστα ότι:
  • Δεν υπάρχει πιθανότητα δίωξης, επαναπροώθησης ή βασανιστηρίων ή άλλης σκληρής και εξευτελιστικής μεταχείρισης.
  • Δεν υπάρχει άλλος πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή του ενδιαφερόμενου προσώπου.
  • Υπάρχει μια πραγματική προοπτική μιας προσβάσιμης βιώσιμης λύσης μέσα ή από τη χώρα ασύλου, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
  • Εν αναμονή μιας βιώσιμης λύσης, η διαμονή επιτρέπεται υπό συνθήκες που προστατεύουν τον ενδιαφερόμενο από αυθαίρετη απέλαση και στέρηση της ελευθερίας και οι οποίες προβλέπουν επαρκή και αξιοπρεπή μέσα διαβίωσης.
  • Διασφαλίζεται η ενότητα και η ακεραιότητα της οικογένειας, και
  • Οι ειδικές ανάγκες προστασίας των ατόμων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την ηλικία και το φύλο, μπορούν να εντοπιστούν και να γίνουν σεβαστές.
Μια πρόσφατη μελέτη του πανεπιστημίου Vrije Amsterdam έδειξε ότι η Τουρκία δεν πληροί σαφώς πολλά από τα κριτήρια αυτά και το σύστημα ασύλου της οδηγεί σε σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δεύτερον, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη φύση και την ποιότητα της διαθέσιμης προστασίας, η αξιολόγηση πρέπει να είναι ατομική και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τρέχουσες και πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στην Τουρκία. Η έκδοση συλλήβδην αποφάσεων που βασίζονται στην εθνικότητα των αιτούντων δεν είναι επιτρεπτή. Αντίθετα, πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε άτομο να ανατρέψει το «τεκμήριο ασφάλειας» της Τουρκίας. Η απόφαση επιστροφής πρέπει επίσης να περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου προβλεπόμενου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης τυχόν «αλυσιδωτής επαναπροώθησης». Από την άποψη αυτή, οι νομικές αλλαγές που εισήχθησαν στο τουρκικό δίκαιο στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος, αύξησαν τον κίνδυνο «αλυσιδωτών επαναπροωθήσεων». Συνεπώς, ακόμη και αν δεν λάβει κανείς υπόψη τις συνθήκες διαβίωσης στην Τουρκία, ο κίνδυνος  «αλυσιδωτής επαναπροώθησης» αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για οποιαδήποτε επιστροφή στην Τουρκία. Επιπλέον, ένα άλλο εμπόδιο είναι ότι μετά το πραξικόπημα η Τουρκία κοινοποίησε στο Συμβούλιο της Ευρώπης ότι μπορεί να παρεκκλίνει από την ΕΣΔΑ και ότι η Τουρκία έχει υπογράψει τη σύμβαση του 1951 για τους πρόσφυγες, αλλά διατηρεί τον γεωγραφικό περιορισμό στην Ευρώπη, επομένως δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά σε διεθνές επίπεδο οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι στους πρόσφυγες και δεν το πράττει με αξιοπιστία στην πράξη.

Εφόσον, λοιπόν, μια «ελληνική» υπόθεση παραπεμφθεί στο ΔΕΕ, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη - μεταξύ άλλων - τις ανωτέρω εκτιμήσεις. Τούτο μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να υιοθετήσει και πάλι την επίμαχη στάση που κράτησε στην υπόθεση Mirza, όπου όπως προελέχθη, απέτυχε να διαφυλάξει το σεβασμό του διεθνούς προσφυγικού αλλά και ενωσιακού δικαίου, επιτρέποντας την εξέταση αιτήσεων ασύλου επί του παραδεκτού πριν την οποιαδήποτε εφαρμογή των κριτηρίων του «Δουβλίνου». Μπορεί, όμως, και να αναγκάσει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με το δικαίωμα να ζητήσει κανείς άσυλο, κατ’ άρθρο 18 του ΧΘΔΕΕ και τη σχέση του με την ρήτρα της «ασφαλούς τρίτης και τον Κανονισμό «Δουβλίνο» Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ρήτρα αυτή μπορεί να εφαρμοστεί τόσο «εκτός» όσο και «εντός» της ΕΕ, υπερβαίνοντας τα κριτήρια κατανομής ευθύνης βάσει «Δουβλίνο». Επομένως, ένα πρόσωπο με στενούς ή ουσιαστικούς δεσμούς με ένα κράτος μέλος της ΕΕ θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει να μεταφερθεί σε μια τέτοια χώρα και όχι να απομακρυνθεί σε μια χώρα όπου απλώς διήλθε για λίγες μέρες.


Συμπέρασμα

Εν αντιθέσει με όσα υποστήριξε η Διεθνής Αμνηστία ή όσα αναφέρει πρόσφατο άρθρο της Washington Post, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι μάλλον απίθανο να ανοίξει το δρόμο για μαζικές αναγκαστικές επιστροφές στην Τουρκία. Η κρίση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Ελλάδας θα τεθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τελικά υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και επομένως, μπορεί να ανατραπεί. Η τελική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Ilias και Ahmed θα έχει επίσης και αυτή σημαντικό αντίκτυπο στις πιθανές επιστροφές στην Τουρκία. Η Τουρκία δεν πληροί τα περισσότερα από τα κριτήρια για να θεωρηθεί ότι συνιστά «ασφαλή τρίτη χώρα». Δεδομένης της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη Συρία και των συνεχών μεταρρυθμίσεων της νομοθεσίας της, ένα απόλυτο τεκμήριο υπέρ της Τουρκάις ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» δεν μπορεί επ’ ουδενί να γίνει δεκτό. Ακόμα και με τη στενή έννοια του όρου, η χώρα αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει πραγματική και αποτελεσματική προστασία στους πρόσφυγες.

Ακόμη και αν το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσει να ακολουθήσει κατά κάποιο τρόπο την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και να αντιταχθεί σε όσα έχει δεχθεί το ΕΔΑΔ αλλά και το δικό του νομολογιακό προηγούμενο, η απόφαση αυτή δεν θα ανοίξει ακόμα το δρόμο για μαζικές επιστροφές στην Τουρκία. Η διαδικασία επι του παραδεκτού πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να διεξάγεται με τις κατάλληλες διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μια «δίκαιη» διαδικασία χορήγησης ασύλου. Ένα οριστικό τεκμήριο υπέρ της Τουρκίας ως ασφαλούς τρίτης χώρας για κάθε άτομο που φθάνει στην Ελλάδα δεν μπορεί επ’ ουδενί να γίνει αποδεκτό και κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται ουσιαστικά.

Paolo Βiondi, PhD candidate and Research affiliate to the Refugee Law Initiative at the School of Advanced Study, University of London

(επιμέλεια – απόδοση στα ελληνικά Στάθης Πουλαράκης) 

Πρώτη δημοσίευση: Bosphorus Migration Studies, 7.10.2017

Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *