Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

ΕΔΔΑ: Καταδίκη Γαλλίας για εξευτελιστικές συνθήκες διαβίωσης αιτούντων άσυλο



Το Ευρωπαικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση N.H. κ.α. κατά Γαλλίας της 02.07.2020 (αριθ. προσφ. 28820/13, 75547/13 και 13114/15) διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ αναφορικά με την περίπτωση αιτούτνων άσυλο που έζησαν για αρκετούς μήνες στους δρόμους χωρίς οικονομική βοήθεια παρά τη νομοθετική πρόβλεψη της γαλλικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα, αιτούντες άσυλο, οι οποίοι ζουν στη Γαλλία, κατήγγειλαν ότι δεν είχαν πρόσβαση σε υλική και οικονομική βοήθεια την οποία  δικαιούνταν σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, και ως εκ τούτου αναγκάζονταν να κοιμούνται το βράδυ στο δρόμο υπό απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες για αρκετούς μήνες.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου παρατήρησε ότι ο πρώτος προσφεύγων ζούσε στο δρόμο χωρίς πόρους. Ομοίως και οι δεύτερος και τρίτος των προσφευγόντων, οι οποίοι έλαβαν προσωρινό επίδομα μετά από 185 και 133 ημέρες αντίστοιχα. Επιπλέον, πριν καταφέρουν να εγγραφθούν ως αιτούντες άσυλο, οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να επιβιώνουν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα χωρίς να μπορούν να επιδείξουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για τη κατάστασή τους.

Οι γαλλικές αρχές παραβίασαν τα καθήκοντά τους βάσει του εσωτερικού δικαίου. Κρίθηκαν  υπεύθυνες για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι προσφεύγοντες ζούσαν για αρκετούς μήνες: κοιμόντουσαν στους δρόμους, χωρίς πρόσβαση σε εγκαταστάσεις υγιεινής, χωρίς μέσα διαβίωσης και συνεχώς με τον φόβο ότι θα τους επιτεθούν ή θα τους ληστέψουν. Συνεπώς οι προσφεύγοντες υπήρξαν θύματα εξευτελιστικής μεταχείρισης, καθώς οι αρχές επέδειξαν έλλειψη σεβασμού στην αξιοπρέπεια τους.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τέτοιες συνθήκες διαβίωσης, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατάλληλης απάντησης από τις  γαλλικές αρχές και με το γεγονός ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν συστηματικά ισχυριστεί ότι οι προσφεύγοντες δεν πληρούσαν το προφίλ των αιτούντων άσυλου που προτεραιοποιούνται στην πρόσβαση στο πρόγραμμα επειγουσας στέγασης λόγω του γεγονότος ότι ήσαν μόνοι άνδρες, χωρίς εξαρτώμενα μέλη οικογένειας, είχε υπερβεί το όριο σοβαρότητας που απαιτείται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο


Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Γνωμ ΝΣΚ 86/2020: Ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με αιτήσεις πολιτογράφησης ομογενών από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης



Αιτήσεις πολιτογράφησης που είχαν υποβληθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 76 του ν. 2910/2001 και για τις οποίες δεν είχαν γνωμοδοτήσει, μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 4604/2019, οι Ειδικές Επιτροπές της προϊσχύσασας παραγράφου 3 του άρθρου 15 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ΚΕΙ), καθώς και αιτήσεις ομογενών της κατηγορίας αυτής που υποβλήθηκαν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 46 του ν. 4508/2017 και ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 4604/2019, εξετάζονται με τις ισχύουσες διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 15 του ΚΕΙ, κατ’ εφαρμογή της γενικής διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του πιο πάνω ν. 4604/2019. 

Το εδάφιο γ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 76 του ν. 2910/2001 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, όπως αυτές τροποποιήθηκαν εκ νέου με το ν. 4674/2020 και ρυθμίζει την ανανέωση των βεβαιώσεων όσων είχαν υποβάλλει αίτημα πολιτογράφησης με τις προϊσχύσασες του ν. 4604/2019 διατάξεις και η διαμονή τους ρυθμίστηκε με τη διάταξη αυτή, καθώς και τη διαμονή όσων υπέβαλαν αίτημα πολιτογράφησης με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 4604/2019, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4674/2020, εφόσον κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος δεν κατείχαν τίτλο νόμιμης διαμονής σε ισχύ. 

Σε περίπτωση ακύρωσης απορριπτικής αποφάσεως αιτήματος πολιτογράφησης που είχε υποβληθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυαν πριν τις τροποποιήσεις του άρθρου 39 του ν. 4604/2019 και αναπομπής της υποθέσεως στη διοίκηση, το αίτημα πολιτογράφησης θα κριθεί με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 15 του ΚΕΙ, πλην της περιπτώσεως που η ακύρωση ανάγεται αποκλειστικά σε πλημμέλεια της τελικής αποφάσεως και δεν θίγει την εκδοθείσα στα πλαίσια της διαδικασίας πολιτογράφησης γνωμοδότηση της οικείας Ειδικής Επιτροπής της προϊσχύσασας παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ΚΕΙ περί της ομογενειακής ιδιότητας του αιτούντος (ομόφωνα).

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

ΑΥ Υ.Μ.ΑΣ 12772/2020: Καθορισμός λειτουργίας του Μητρώου Εισηγητών - βοηθών χειριστών Ασύλου



Με την παρούσα Απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου ορίζονται οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις της εγγραφής των εισηγητών-βοηθών χειριστών ασύλου στο νέο Μητρώο Εισηγητών-Βοηθών Χειριστών Ασύλου.

Το Μητρώο, το οποίο νομοθετήθηκε τον Μάιο, με τον νόμο 4686/2020, θα αποτελείται από δικηγόρους, οι οποίοι θα επιτελούν χρέη βοηθών εισηγητών στο έργο των χειριστών των αιτημάτων ασύλου.

Ταυτόχρονα, με την υπουργική απόφαση καθορίζονται και οι υποχρεώσεις των μελών του, η εκπαίδευση, η διαδικασία διαγραφής από αυτό, καθώς και η διαδικασία ανάθεσης εκθέσεων στα μέλη.

Τέλος, με απόφαση του διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, θα οριστεί ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας επιλογής, αλλά και ο αριθμός των δικηγόρων για τη συμπλήρωση του Μητρώου, όπως και η κατανομή τους ανά Περιφερειακή Υπηρεσία.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

ΑΥ Υ.Μ.ΑΣ 16987/2020: Όροι παροχής οικονομικού βοηθήματος σε αιτούντες διεθνή προστασία - έτος 2020



Με την παρούσα απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι παροχής οικονομικού βοηθήματος σε αιτούντες διεθνή προστασία για το έτος 2020.


Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Απόφ. 26292/2018/26.2.2020 της 17ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών (τριμ.συνθ.): Δίωξη λόγω συμμετοχής στηνιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όσων καταπάτησαν τον παραδοσιακό οικογενειακό κώδικα τιμής του Ιράκ



[...] Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, συνάγεται ότι -- εκτός απὀ το κριτήριο της φυσικής παρουσίας εκτός της χώρας καταγωγής, το οποίο πληρούται -- η υπαγωγή στο ειδικό καθεστώς διεθνούς προστασίας της Σύμβασης της Γενεύης προὐποθέτει. αφενός, τη θεμελίωση δικαιολογηµένου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συµµετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ως λόγου απομάκρυνσης από τη χώρα καταγωγής (i), αφετέρου την αδυναµία ἡ απροθυμία απόλαυσης της προστασίας της εν λόγω χώρας λόγω αυτού του φόβου (ii).

i) «Δικαιολογημένος φόβος»

Το πρώτο κριτήριο υπαγωγής στο άρθρο 1Α (2) στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 είναι η ύπαρξη «δικαιολογηµένου φόβου» δίωξης.

Όσον αφορά τη θεμελίωση του δικαιολογηµένου φόβου δίωξης (λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα), σύµφωνα µε πάγια νοµολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «για την υπαγωγή αλλοδαπού στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης, δεν απαιτείται να έχουν υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, ούτε απαιτείται να έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου της χώρας από την οποία προέρχεται, αλλά αρκεί να διαπιστωθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του δικαιολογηµένος φόβος δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων » (ΣτΕ 1904/2003, 2172/2009). Ωστόσο, αν και ο αλλοδαπός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι όµως υποχρεωμένος «να επικαλεστεί, έστω και χωρίς να προσκομίζει τα τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριµένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειµενικώς δικαιολογηµένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για έναν από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων » (ΣτΕ 1093/2008, 434/2009, 817/2009, 2534/2009, 3726/2009, 158/2010, 418/2010, 459/2010, 1464/2010, 2401/2010, 1556/2011 κ.ά.). Συνεπώς, ο αλλοδαπός ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης, οφείλει να εκθέσει με στοιχειώδη σαφήνεια τα συγκεκριµένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν δικαιολογηµένο φόβο δίωξης (λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων  ἡ συµµετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα).

Ο όρος «δικαιολογηµένος φόβος» περιλαμβάνει ένα υποκειμενικό («φόβος)) και ένα  αντικειμενικό στοιχείο («δικαιολογηµένος). Προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη του δικαιολογηµένου φόβου, πρέπει τα δύο στοιχεία να συνεκτιμηθούν, δηλαδή να θεµελιωθεί η ὑπαρξη φόβου τόσο ὡς µια ενδιάθετη κατάσταση του προσφεύγοντος (υποκειμενικό στοιχείο), όσο και ως πραγματική κατάσταση (αντικειμενικό στοιχείο).

Το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου υποδηλώνει µια ενδιάθετη κατάσταση, µια υποκειμενική προὔπόθεση που αφορά ένα συγκεκριµένο, επιτακτικό κίνητρο φυγής από τη χώρα καταγωγής. Επικεντρώνεται, δηλαδή, στην αντίληψη του ατόμου σχετικά µε τον κίνδυνο που διατρέχει στη χώρα του. Ἐφόσον, λοιπόν, οἱ προσφεύγοντες εξέφρασαν σαφώς κατά τη διάρκεια της συνέντευξής τους τον φόβο και την απροθυμία τους να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, τεκµαίρεται καταρχάς από την Επιτροπή η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του φόβου.

Όσον αφορά, έπειτα. το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου, κρίθηκε από την Επιτροπή με βάση την αξιολόγηση των κρίσιμων ἰσχυρισµών των προσφευγόντων και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την Επιτροπή για τη χώρα καταγωγής. Εφόσον οι κρίσιµοι ισχυρισμοί των προσφευγόντων κρίθηκαν ως αληθοφανείς στο σύνολό τους και, µε βάση τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την Επιτροπή για το Ιράκ, κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος ο φόβος τους σχετικά µε την κατάσταση που θα αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους (σχετικά µε το κίνδυνο για τη ζωή τους λόγω των προηγούμενων αλλά και συνεχιζόµενων επιθέσεων και απειλών του ξαδέρφου της προσφεύγουσας). Εφόσον ο ξάδερφος της προσφεύγουσας έχει ἤδη επιτεθεί 3 φορές στο σπίτι των προσφευγόντων, τη µία μάλιστα τραυματίζοντας µε 2 σφαίρες τον προσφεύγοντα, ενώ συνεχίζει να απειλεί πως θα τον σκοτώσει εξαιτίας του ζητήματος τιμής και παραμένει ασύλληπτος από τις αρχές παρά τις τρεις μηνύσεις που έχουν κατατεθεί εναντίον του, μπορεί ευλόγως να πιθανολογηθεί ότι οι προσφεύγοντες διατρέχουν κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράκ. Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει εύλογή πιθανότητα ο φόβος των προσφευγόντων να πραγµατοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, πρόκειται για φόβο βάσιµο και δικαιολογηµένο κατά την έννοια του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης.

ii) «δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συµµετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ως λόγου απομάκρυνσης από τη χώρα καταγωγής»

Το δεύτερο κριτήριο υπαγωγής στο άρθρο 1 Α (2) της Σύμβαση της Γενεύης του 1951 είναι η δίωξη. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό µιας πράξης ως πράξη «δίωξης», το άρθρο 9, παρ. 1 του Π.Δ. 141/2013 (ΦΕΚ Α΄’ 226) ορίζει ότι: «Μία πράξη για να θεωρηθεί ως πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου ΙΑ της Σύμβασης της Γενεύης πρέπει : α) να είναι αρκοὐντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψης της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εἰδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα µε το άρθρο 15 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (ν.δ. 53/1974, Α 256) [ήτοι το δικαίωµα στη ζωή κατ άρθρο 2, η απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατ’ άρθρο 3, η απαγόρευση της δουλείας κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 και η απαγόρευση επιβολής ποινής χωρίς νόμο κατ᾽ άρθρο 7 της ΕΣΔΑ], ή β) να αποτελεί σώρευση διαφόρων µέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρώωπίνων δικαιωµάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο µε τον αναφερόμενο στο στοιχείο α.». Επίσης, σύμφωνα µε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: « Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο μπορούν μεταξύ άλλων να έχουν τη µορφή: (α) πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας, (β) νομοθετικών, διοικητικών, αστυνομικών ή/και δικαστικὠν µέτρων, τα οποία ενέχουν διακρίσεις αφεαυτά ή εφαρμόζονται κατά τρόπο που ενέχει διακρίσεις, (γ) ποινικής δίωξης ή επιβολής ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή ενέχει διακρίσεις, (δ) άρνησης ενδίκων µέσων µε αποτέλεσµα την επιβολή δυσανάλογης ή ποινής που ενέχει διάκριση, (ε) ποινικής δίωξης ή επιβολής ποινής για την άρνηση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας σε σύρραξη, αν η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας θα συμπεριλάμβανε εγκλήματα ή πράξεις που εμπίπτουν στις ρήτρες αποκλεισμού όπως προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφο 2, (στ) πράξεων που στρέφονται κατά προσώπου λόγω φύλου ή παιδικής ηλικίας. Τέλος, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει: «Σύμφωνα µε το άρθρο 2(ε) πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 και των ως άνω πράξεων δίωξης ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών».

Όσον αφορά, λοιπόν, το θέµα της «δίωξης», δεδομένης και της επιβαρυµένης ψυχικής υγείας του προσφεύγοντος, η Επιτροπή κρίνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράκ, η ενδεχόµενη αντιμετώπισή των προσφευγόντων από τον ξάδερφο της προσφεύγουσας στοιχειοθετεί για αυτούς «δίωξη» µε την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης.

Συγκεκριµένα, σύμφωνα µε το άρθρο 9, παρ. 1α του Π.Δ. 141/2013, η αντιμετώπισή τους απὀ τον ξάδερφο της προσφεύγουσας - δηλαδή οι απειλές που δέχονταν και εξακολουθούν να δέχονται κατά της ζωής τους και οι προηγούμενες ένοπλες επιθέσεις στο σπίτι τους που οδήγησαν στον τραυματισμό του προσφεύγοντος µε δύο σφαίρες - συνιστά για τους προσφεύγοντες πράξη «αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης της ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα µε το άρθρο 15 παράγραφος 2 της ΕΣΔΑ», δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του δικαιώματος στη ζωή.

Όσον αφορά, τέλος, τους λόγους δίωξης, οι προσφεύγοντες διώκονται στη χώρα καταγωγής τους λόγω «συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» και συγκεκριµένα στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όσων καταπάτησαν τον παραδοσιακό οικογενειακό κώδικα τιμής του Ιράκ που θέλει την γυναίκα να συνάπτει γάμο µόνο µε όποιον της υποδεικνύει ο πατέρας της, τα αδέρφια της ἠ κάποιο άλλον άρρεν µέλος της οικογένειάς της. Όι προσφεύγοντες κινδυνεύουν από τον ξάδερφο της προσφεύγουσας γιατί παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά ενώ υπήρχε ήδη παλιά οικογενειακή συμφωνία η προσφεύγουσα να παντρευτεί με τον ξάδερφό της. Πρόσβαλαν έτσι την τιµή της οικογένειάς της καταπατώντας την παλιά οικογενειακή συμφωνία για τη σύναψη γάμου. Ομοίως, τα ανήλικα τέκνα τους κινδυνεύουν λόγω των ένοπλων επιθέσεων στο σπίτι τους γιατί είναι ο καρπός αυτής της παράνομης ένωσης και η γέννησή τους συνδέεται µε την ατίµωση της οικογένειάς τους. Εφόσον, λοιπόν, η δίωξή των προσφευγόντων οφείλεται στη συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη «αδιαίτερη κοινωνική οµάδα»της ιρακινής κοινωνίας, πρόκειται για «δίωξη» µε την έννοια του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης.

iii) « αδυναμία ή απροθυµία απόλαυσης της προστασίας τής εν λόγω χώρας λόγω αυτού του φόβου»

To τρίτο κριτήριο υπαγωγής στο άρθρο 1 Α (2) στη Σύμβαση της Γενεύης tov 1951 είναι η «αδυναμία ή απροθυµία απόλαυσης της προστασίας της εν λόγω χώρας λόγω αυτού του φόβου», δηλαδή του δικαιολογηµένου φόβου δίωξης για έναν από τους περιοριστικά αναφερόµενους λόγους στο ίδιο άρθρο. Συγκεκριµένα, το άρθρο 8 παρ. 1 του π.δ. 141/2013 ορίζει ότι ο αιτών δε χρήζει διεθνούς προστασίας εάν «αν σε τµήµα της χώρας καταγωγής: α) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποσστεί δίωξη (...) ή β) ο αιτών έχει πρόσβαση σε προστασία ατά της δίωξης (...) όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 7, και μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός  σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί λογικά να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί».  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από µη κρατικούς φορείς (οικογένεια), αποκλείεται από την Ἐπιτροπή το ενδεχόμενο άµεσης αναζήτησης κρατικής προστασίας από τους προσφεύγοντες, όπως άλλωστε και η δυνατότητα άµεσης μετεγκατάστασής τους µε ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράκ, όπου ενδεχομένως θα μπορούσαν να ζήσουν µε ασφάλεια. Με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την Επιτροπή για την προβληματική στάση της αστυνομίας και τη δικαστική αντιμετώπιση των εγκλημάτων τιμής, δεν προκύπτει δυνατότητα αποτελεσματικής προστασίας των προσφευγόντων στο Ιράκ. Παρά τις τρεις μηνύσεις που έχουν κατατεθεί εναντίον του, ο ξάδερφος της προσφεύγουσας δεν έχει συλληφθεί από τις αρχές ούτε έχει κινηθεί ποινική δίωξη εναντίον του λόγω της μεγάλης πολιτικής επιρροής του θείου του στην περιοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, προκύπτει πλήρης αναποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ασφαλή επιστροφή της οικογένειας στο Ιράκ ή και την μετεγκατάστασή τους σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας όπου θα μπορούσαν να είναι ασφαλείς, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για οικογένεια µε 4 ανήλικα παιδιά ενώ η ψυχική υγεία της μητέρας είναι ιδιαιτέρως επιβαρυμένη. Γίνεται,͵ λοιπόν, δεκτό από τη Επιτροπή ότι οι προσφεύγοντες δεν δύνανται να αναζητήσουν και να απολαύσουν την κρατική προστασία σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράκ ούτε μπορούν να μετεγκατασταθούν του σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράκ όπου θα μπορούσαν να είναι ασφαλείς.

Επομένως, πληρούται και το τρίτο και τελευταίο κριτήριο υπαγωγής στο άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

Τέλος, διαπιστώνεται από την Επιτροπή ότι, απὀ κανένα στοιχείο του διοικητικού φακέλου των προσφευγόντων, δεν προκύπτει κάποιος λόγος αποκλεισμού τους από το προσφυγικό καθεστώς σύμφωνα µε το άρθρο 12 του Π.Δ. 141/2013.

[...] Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την προσβαλλόµενη απόφαση.

Αναγνωρίζξει τους προσφεύγοντες ως πρόσφυγες

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Εγγρ ΥΠΕΣ Φ. 130181/4515: Διευκρινίσεις για την παράταση ισχύος των αδειών διαμονής και τη λήξη των αλλοδαπών διαβατηρίων



Με εγκύκλιό της η Γενική Γραμματεία Ιθαγένειας προχώρησε στην παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την παράταση ισχύος των αδειών διαμονής και τη λήξη των αλλοδαπών διαβατηρίων (πολιτογράφηση και εφαρμογή διατάξεων του ν.4332/2015).

Μεταξύ άλλων η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι:

Δεδομένου ότι για την υποβολή αιτήματος για κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, τόσο με τη διαδικασία της πολιτογράφησης όσο και με βάση τις διατάξεις του ν.4332/2015 (γέννηση/φοίτηση σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα) απαιτείται από τους αιτούντες η κατοχή οριστικού τίτλου Άδειας Διαμονής σε ισχύ, δεν είναι εφικτή η κατάθεση αιτήματος κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με Άδεια Διαμονής που έχει λήξει και ενόσω εκκρεμεί η ανανέωσή της κατά τα ανωτέρω.

Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση υποβολής αιτήματος κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1Β του ν.4332/2015 για τις οποίες υφίσταται εκ του νόμου αποκλειστική προθεσμία υποβολής του σχετικού αιτήματος (άρθρα 1Β παρ.5α, 1Β παρ.5β, 1Β παρ.2). Στην περίπτωση αυτή, λόγω των εξαιρετικών συνθηκών και της αντικειμενικής αδυναμίας έγκαιρης προσκόμισης οριστικού τίτλου διαμονής, προκειμένου οι δικαιούχοι να μην απωλέσουν το δικαίωμα στην κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με τις εν λόγω διατάξεις, μπορεί να γίνει δεκτή η κατάθεση αιτήματος με άδεια διαμονής που έχει λήξει και τελεί υπό ανανέωση.

Επισημαίνεται, όμως, ότι η εξέταση του αιτήματος, καθώς και η τελική απόφαση περί κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας μπορεί να λάβει χώρα μόνο κατόπιν έκδοσης και προσκόμισης από την πλευρά του ενδιαφερομένου του οριστικού τίτλου άδειας διαμονής του και υπό την προϋπόθεση ότι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω άδειας ανατρέχει σε χρόνο που καλύπτει την ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού αιτήματος.

Επιπλέον, για λόγους τήρησης της αρχής της νομιμότητας, η άδεια διαμονής οφείλει να είναι σε ισχύ και κατά το χρόνο έκδοσης της τελικής πράξης, δηλαδή της σχετικής απόφασης περί κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Κατά συνέπεια, ομοίως, δεν είναι εφικτή η έκδοση απόφασης κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας ενόσω η άδεια διαμονής του αιτούντος/των αιτούντων γονέων τελεί σε διαδικασία ανανέωσης κατά τα διαλαμβανόμενα στην με αρ. οικ.14119/2020 Υπουργική Απόφαση.

Τέλος αναφορικά με την ισχύ των αλλοδαπών διαβατηρίων/ταξιδιωτικών εγγράφων, επισημαίνεται ότι είναι εφικτή η έκδοση τελικής πράξης περί κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, σε περίπτωση που τα εν λόγω έγγραφα που τηρούνται στον οικείο φάκελο φέρουν ημερομηνία λήξης εντός του χρονικού διαστήματος από την 11 η /3/2020 έως την 30η /6/2020 και υπό τις προϋποθέσεις ότι α. το αλλοδαπό Διαβατήριο/ταξιδιωτικό έγγραφο ήταν σε ισχύ κατά την υποβολή του αιτήματος και β. η εξέταση της υπόθεσης έχει ολοκληρωθεί και δεν υφίσταται κάποιου είδους άλλη εκκρεμότητα, ειδικά ως προς τα στοιχεία ταυτοποίησης του αιτούντος.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

ΔΕΕ: Υποβολή αιτήματος ασύλου ενώπιον δικαστικών αρχών και κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία



Με την απόφαση Ministerio Fiscal (Αρχή η οποία μπορεί να παραλάβει αίτηση διεθνούς προστασίας) (C-36/20 PPU), η οποία εκδόθηκε στις 25 Ιουνίου 2020, στο πλαίσιο επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας (PPU), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ανακριτής ο οποίος καλείται να αποφανθεί επί της θέσης υπό κράτηση παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας εμπίπτει στην έννοια των «άλλων αρχών», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, 2013/32 1 (στο εξής: οδηγία για τις διαδικασίες), οι οποίες ενδεχομένως παραλαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ενώ δεν είναι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, αρμόδιες για την καταχώρισή τους. Με την ιδιότητά του αυτή, ο εν λόγω ανακριτής οφείλει να ενημερώσει τον αιτούντα σχετικά με τη συγκεκριμένη διαδικασία κατάθεσης τέτοιας αίτησης. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η αδυναμία εύρεσης καταλύματος σε κέντρο υποδοχής και παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη θέση υπό κράτηση ενός αιτούντος διεθνή προστασία.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2019, σκάφος στο οποίο επέβαιναν 45 υπήκοοι τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων και ο VL, υπήκοος Μάλι, συνελήφθη από την ισπανική υπηρεσία θαλάσσιων διασώσεων κοντά στη νήσο Gran Canaria (Ισπανία), στην οποία και μεταφέρθηκαν οι εν λόγω υπήκοοι. Την επόμενη ημέρα, μια διοικητική αρχή διέταξε την απομάκρυνση των υπηκόων αυτών και υπέβαλε στον Juzgado de Instrucción nº 3 de San Bartolomé de Tirajana (τρίτο ανακριτή του San Bartolomé de Tirajana, Ισπανία) αίτημα θέσης υπό κράτηση σε κέντρο κράτησης. Αφού ενημερώθηκε από τον ανακριτή σχετικά με τα δικαιώματά του, ο VL τού γνωστοποίησε την πρόθεσή του να ζητήσει διεθνή προστασία. Ελλείψει επαρκών διαθέσιμων θέσεων σε κέντρο υποδοχής και παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, ο ίδιος δικαστής διέταξε να κρατηθεί ο VL σε κέντρο κράτησης αλλοδαπών, στο οποίο έπρεπε να εξεταστεί η αίτησή του διεθνούς προστασίας. Ο VL άσκησε τότε ενώπιον του εν λόγω δικαστή προσφυγή κατά της απόφασης να τεθεί υπό κράτηση, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή ήταν αντίθετη προς την οδηγία για τις διαδικασίες, καθώς και προς την οδηγία 2013/33 (στο εξής: οδηγία για την υποδοχή). Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, ο εν λόγω δικαστής υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν ο ίδιος εμπίπτει στην έννοια των «άλλων αρχών», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί διαδικασιών και, ως εκ τούτου, αν μπορεί να παραλαμβάνει αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Ρώτησε επίσης το Δικαστήριο αν ήταν νόμιμη η θέση του VL υπό κράτηση.

Κατά πρώτον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η γραμματική ερμηνεία της έννοιας των «άλλων αρχών οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν [αιτήσεις διεθνούς προστασίας]», κατά την εν λόγω διάταξη, και, ειδικότερα, η επιλογή του επιθέτου «άλλες» μαρτυρούν τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να υιοθετήσει μια ευρεία αντίληψη ως προς τις αρχές οι οποίες, χωρίς να είναι αρμόδιες για την καταχώριση τέτοιων αιτήσεων, μπορούν παρά ταύτα να τις παραλαμβάνουν. Ως εκ τούτου, η έκφραση αυτή μπορεί να καλύπτει τόσο διοικητικές όσο και δικαστικές αρχές. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από τη συστηματική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης. Πράγματι, ένας από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία για τις διαδικασίες είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικής, δηλαδή της όσο το δυνατόν ευκολότερης, πρόσβασης στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας. Επομένως, το να απαγορευθεί σε μια δικαστική αρχή να παραλαμβάνει αιτήσεις διεθνούς προστασίας θα εμπόδιζε την επίτευξη του σκοπού αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για πολύ ταχείες διαδικασίες, στις οποίες η ακρόαση του αιτούντος από δικαστή μπορεί να αποτελεί και την πρώτη ευκαιρία για την άσκηση του δικαιώματος υποβολής τέτοιας αίτησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ανακριτής ο οποίος καλείται να αποφανθεί επί της θέσης υπό κράτηση παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την επαναπροώθησή του συμπεριλαμβάνεται στις «άλλες αρχές» που μπορούν να παραλαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας.

Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο ανακριτής αυτός με την ιδιότητά του ως «άλλης αρχής». Διαπίστωσε ότι από το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας για τις διαδικασίες απορρέει, αφενός, ότι ο δικαστής αυτός οφείλει να παρέχει πληροφορίες στους αιτούντες διεθνή προστασία σχετικά με τη συγκεκριμένη διαδικασία κατάθεσης τέτοιας αίτησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω δικαστής ενεργεί σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας αυτής, όταν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να ενημερώσει έναν υπήκοο τρίτης χώρας σχετικά με το δικαίωμά του να ζητήσει διεθνή προστασία. Αφετέρου, όταν υπήκοος τρίτης χώρας έχει εκδηλώσει τη βούλησή του να υποβάλει τέτοια αίτηση ενώπιον ανακριτή, ο τελευταίος οφείλει να διαβιβάζει τον φάκελο στην αρμόδια αρχή για την καταχώριση της αίτησης αυτής, προκειμένου ο εν λόγω υπήκοος να τύχει των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που προβλέπονται στο άρθρο 17 της οδηγίας για την υποδοχή.

Κατά τρίτον, το Δικαστήριο εξέτασε αν η θέση του VL υπό κράτηση είναι σύμφωνη προς τις οδηγίες για τις διαδικασίες και την υποδοχή. Επισήμανε καταρχάς ότι από τις οδηγίες αυτές προκύπτει ότι πρέπει να υιοθετηθεί μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «αιτούντος διεθνή προστασία», ώστε ο υπήκοος τρίτης χώρας να αποκτά την ιδιότητα αυτή από τη στιγμή που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ενέργεια της «υποβολής» τέτοιας αίτησης δεν απαιτεί καμιά διοικητική διατύπωση. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ο υπήκοος αυτός εκδηλώνει τη βούλησή του να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής», όπως είναι ο ανακριτής, αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, από την ημερομηνία κατά την οποία ο VL υπέβαλε την αίτησή του διεθνούς προστασίας, οι συνθήκες κράτησης του διέπονταν από το άρθρο 26, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες και από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας για την υποδοχή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέτουν ένα πρόσωπο υπό κράτηση απλώς και μόνον διότι είναι αιτών διεθνή προστασία και ότι οι λόγοι και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και οι εγγυήσεις που παρέχονται στους τελούντες υπό κράτηση αιτούντες, πρέπει να συνάδουν προς την οδηγία για την υποδοχή.  Στο μέτρο, όμως, που το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής απαριθμεί εξαντλητικώς τους διάφορους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση και που η αδυναμία εύρεσης καταλύματος, για έναν αιτούντα διεθνή προστασία, σε κέντρο υποδοχής και παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας δεν αντιστοιχεί σε κανέναν από τους έξι λόγους κράτησης που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, η θέση του VL υπό κράτηση ήταν, εν προκειμένω, αντίθετη προς τις επιταγές της οδηγίας για την υποδοχή.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

ΑΥ Υ.Μ.ΑΣ 16379/2020: Ανακαθορισμός αρμόδιας αρχής έκδοσης αδειών διαμονής επενδυτών (20 παρ. Β Κώδικα Μετανάστευσης)



Με την παρούσα απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου προβλέπεται ότι για το διάστημα από 18.05.2020 έως και 31.12.2020, οι αιτήσεις για την αρχική χορήγηση μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή, καθώς και οι αιτήσεις για την αρχική χορήγηση άδειας διαμονής στα μέλη οικογένειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. Β του ν. 4251/2014 δύνανται να κατατίθενται, πέραν των υπηρεσιών μιας στάσης των Διευθύνσεων Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας, και στην υπηρεσία μιας στάσης της Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Αιτήσεις που υποβλήθηκαν βάσει των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. Β του ν. 4251/2014 από 18.5.2020 και εκκρεμούν στις υπηρεσίες μιας στάσης των Διευθύνσεων Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας, εξετάζονται από τις υπηρεσίες στις οποίες υποβλήθηκαν.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ. 38739: Παράταση ισχύος λήψης μέτρων κατά του κορωνοϊού COVID-19 στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης,στο σύνολο της Επικράτειας, έως και τις 5.7.2020



Με την παρούσα Κοινή Υπουργική Απόφαση παρατείνεται εκ νέου από τη λήξη της έως και τις 5.7.2020 η ισχύς της υπ' αρ. Δ1α/ΓΠ.οικ.20030/21.3.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου «Λήψη μέτρων κατά της εμφάνισης και διασποράς κρουσμάτων του κορωνοϊού COVID-19 στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, στο σύνολο της Επικράτειας, για το χρονικό διάστημα από 21.3.2020 έως και 21.4.2020» (Β' 985)


Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *