Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

ΜΠΛαρ 3/2019: Επιτροπεία ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσφυγα

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας προσδιορίζεται τη βάση τη lex fori, και ειδικότερα με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι «στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου». Έτσι, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν, πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ως εφαρμοστέο δίκαιο (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312). Κατά το 2447/1996: «η επιτροπεία, καθώς και κάθε άλλη επιμέλεια, διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου το οποίο αφορούν. Ελληνικό Δικαστήριο μπορεί να διορίσει επίτροπο ή άλλο επιμελητή για αλλοδαπό που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα. Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα». Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 24 ΑΚ, καθιερώνεται κανόνας διεθνούς δικονομικού δικαίου που εμπεδώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε θέματα επιτροπείας αλλοδαπού στην ύπαρξη συνήθους διαμονής, διαμονής ή περιουσίας στην Ελλάδα κατά τρόπο αποκλειστικό (Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου/Ζ. Παπασιώτη-Πασιά/Ε. Βασιλακάκης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2002, σ. 256, Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ II, Εισαγ. 739-866 αρ. 17, ΕφΑΘ 7226/1998 ΕλλΔνη 1999.1757). Η συνήθης διαμονή είναι έννοια πραγματική, εύκολα μπορεί να προσδιορισθεί (επειδή προϋποθέτει μια μακρά παραμονή σε ένα τόπο) και εξαρτάται λιγότερο από κάποιο κανόνα δικαίου και περισσότερο από τα πραγματικά περιστατικά που συνδέουν ένα άτομο με μία συγκεκριμένη χώρα (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 π.δ. 220/2007 με το οποίο έγινε προσαρμογή στην οδηγία 2003/9/ΕΚ σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 30 παρ.6 Ν. 4540/2018 (ΦΕΚ Α 91/22.5.2018): «ι. Προκειμένου περί ασυνόδευτων ανηλίκων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αμέσως τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία εκπροσώπησή τους. Προς τούτο οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον εισαγγελέα ανηλίκων και όπου δεν υπάρχει τον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος ενεργεί ως προσωρινός επίτροπος και προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό επιτρόπου του ανηλίκου» ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. ε του Ν. 4540/2018 «ασυνόδευτος ανήλικος είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, τη γονική του μέριμνα ή την επιμέλεια του ή από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του και για όσο χρόνο η άσκηση των καθηκόντων αυτών δεν έχει ανατεθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το νόμο. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται και ο ανήλικος που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδο του στην Ελλάδα». Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.δ. 3989/1959 «Περί κυρώσεως της πολυμερούς Συμβάσεως περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων», η προσωπική κατάσταση των προσφύγων διέπεται από τους νόμους της χώρας κατοικίας ή, εν ελλείψει κατοικίας, από τους νόμους της χώρας της διαμονής αυτών (ΜΠρΘεσ 25756/2009 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ1063/2012, Νόμος).
Με την υπό κρίση αίτηση, που εισάγεται αυτεπαγγέλτως προς συζήτηση, αφού τέθηκε υπόψη της η από 22-8-2018 γνωστοποίηση της Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, η Προεδρεύουσα Πρωτοδίκης Ελένη Μπαλατσού ζητεί να διορισθεί επίτροπος του ασυνόδευτου ανήλικου Ιρακινού υπηκόου] …………. ο οποίος γεννήθηκε στις 24-10-2001 και διαμένει στο Ανοιχτό Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων και Μεταναστών που εδρεύει στο Κουτσόχερο Λάρισας. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση παραδεκτά (άρθρα 747 § 4,748 και 796 § 2 ΚΠολΔ) και αρμοδίως καθʼ ύλη (άρθρο 740 § ι ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 796 § 1 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (739 επ ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1589, 1591, 1592, 1593, 1594, 1598, 1603, 1647 και 1648 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 §§ 2 και 4 ΚΠολΔ προδικασία, με την επίδοση αντιγράφου της αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας και στον προτεινόμενο ως επίτροπο ... (βλ. τις από 24-8-2018 και 11-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Λάρισας ….).
Από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας και από όσα κατέθεσε χωρίς όρκο ο προτεινόμενος επίτροπος ....  αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ασυνόδευτος ανήλικος Ιρακινός υπήκοος ... που γεννήθηκε στις 24-10-2001 και είναι σήμερα ηλικίας 17 ετών προέρχεται από πολυμελή πυρηνική οικογένεια που αποτελείται από τους δύο γονείς του, τον ίδιο και τα έτερα επτά αδέλφια του. Λόγω αναταραχών που επικρατούν στο Ιράκ τον Σεπτέμβριο του 2017 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του μαζί με τον ενήλικο φίλο του. Ο ως άνω ανήλικος μαζί με τον ενήλικο φίλο του ξεκίνησαν το ταξίδι τους από το Ιράκ προς την Τουρκία και ήρθαν στην Ελλάδα μέσω των ελληνοτουρκικών συνόρων προς το Φυλάκιο Ορεστιάδας, στη συνέχεια διαμείναν σε camp για 2,5 συνέχεια μετακινήθηκαν στο Ανοικτό Κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών του Κουτσόχερου Λάρισας όπου διαμένουν έως σήμερα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο παραπάνω ανήλικος εισήλθε παράνομα στη χώρα, στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων, χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον συγγενή ή από κάποιο δικαιούμενο από το νόμο πρόσωπο. Συνεπώς, παρίσταται ανάγκη διορισμού επιτρόπου για την προστασία αυτού και την εν γένει ομαλή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του. Κατάλληλο πρόσωπο για το λειτούργημα του επιτρόπου κρίνεται ο ενήλικος φίλος του ιρανικής καταγωγής, ενόψει του ότι διατηρεί με τον ανήλικο φιλικές σχέσεις, διαμένουν μαζί στο ίδιο κοντέινερ στο Ανοικτά Κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών του Κουτσόχερου Λάρισας και ο ίδιος ο ανήλικος, του οποίου η γνώμη ενόψει και της ηλικίας του εκτιμάται εξέφρασε στην κοινωνική λειτουργό της Κινητής Μονάδας ΑΡΣΙΣ Βόλου που διερευνά τη συγκεκριμένη υπόθεση την επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει μαζί του και να οριστεί αυτός ως επίτροπός του. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην κρίση του λαμβάνοντας υπόψη την από 5-6-2018 έκθεση κοινωνικής έρευνας της ως άνω κοινωνικής λειτουργού, στην οποία αναφέρεται ότι στην παρούσα φάση καταλληλότερο πρόσωπο για να διορισθεί ως επίτροπος του άνω ασυνόδευτου ανηλίκου είναι ο ανωτέρω ενήλικος φίλος του. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήρια κρίνει ότι πρέπει να διορισθεί ο Ειρηνοδίκη Λάρισας ως .υπεύθυνος για την άσκηση των έργων του εποπτικού συμβουλίου. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1598 ΑΚ, η Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου αφενός μεν να καταχωρήσει το διατακτικό της παρούσας απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου,-αφετέρου δε να επιμεληθεί για την επίδοση της παρούσας στα πρόσωπα, πού αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΑΥ Μεταναστευτικής Πολιτικής 6382/19: Καθορισμός πλαισίου υλοποίησης του προγράμματος παροχής οικονομικής βοήθειας και στέγασης «ΕΣΤΙΑ»


Με την παρούσα Απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής καθορίζονται οι όροι και οι ειδικότερες λεπτομέρεις εφαρμογής του προγράμματος στέγασης αιτούντων διεθνή προστασία (“ESTIA”)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΕφΠειρ (Α1/Πρ) 20/2019: Πιστοποίηση θυμάτων βασανιστηρίων μετά την ισχύ του ν.4540/2018


4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών υποστηρίζει ότι η εκκρεμής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, για τους λόγους που εκτίθενται σ’ αυτή, ειδικότερα δε γιατί δεν παραπέμφθηκε να εξετασθεί το αίτημά του με την κανονική διαδικασία ως ευάλωτο άτομο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Προσφυγών δεν έλαβε υπόψη της την από 2.11.2018 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου ..., με τη διάγνωση ότι πάσχει από μετατραυματικό σύνδρομο του στρες. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η εν λόγω βεβαίωση, αφετέρου διότι μετά την ισχύ του ν. 4540/2018 ( φ. 91/22-5-2018 Α΄), άρθρο 23, τα θύματα βασανιστηρίων πιστοποιούνται με ιατρική γνωμάτευση δημόσιου νοσοκομείου, στρατιωτικού νοσοκομείου ή κατάλληλα εκπαιδευμένων ιατρών δημοσίων φορέων παροχής υγείας.

Σημείωση: Πρβλ. σχετικά απόφαση RCκατά Σουηδίας του ΕΔΔΑ και από την ελληνική νομολογία ΣτΕ 288/2012, Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών 2012, σελ. 19 επ. με σχόλιο επιμελήτριας (Ερ.Καλαντζή) διαθέσιμο εδώ καθώς και Η πιστοποίηση θυμάτων βασανιστηρίων αποκλειστικό «προνόμιο»του κράτους;

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΔΕΕ: Απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του πραγματικού δεσμού μεταξύ ενδιαφερομένου και κράτους μέλους


Tο δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απώλεια της ιθαγένειας κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, της ιθαγένειας της Ένωσης, σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του πραγματικού δεσμού μεταξύ του ενδιαφερομένου και του εν λόγω κράτους μέλους. Εντούτοις, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει τη διενέργεια ατομικής εξέτασης των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτή για τους ενδιαφερομένους από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης στην πρόσφατη υπόθεση  C-221/17 Tjebbes κ.λπ.

Τα πραγματικά περισταικά της υπόθεσης έχως ως εξής: Ολλανδοί πολίτες που έχουν ως δεύτερη ιθαγένεια την ιθαγένεια κράτους εκτός της ΕΕ προσέφυγαν ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων κατόπιν της άρνησης του Υπουργού Εξωτερικών να εξετάσει τις αιτήσεις τους για την ανανέωση εθνικού διαβατηρίου. Η άρνηση του εν λόγω υπουργού βασιζόταν στον νόμο για την ολλανδική ιθαγένεια, ο οποίος προβλέπει ότι ενήλικος χάνει την ιθαγένεια αυτή εάν έχει επίσης αλλοδαπή ιθαγένεια και, μετά την ενηλικίωσή του, έχει επί συνεχές διάστημα δέκα ετών την κύρια διαμονή του εκτός των Κάτω Χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, η δεκαετής αυτή προθεσμία διακόπτεται εάν ο ενδιαφερόμενος έχει για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους την κύρια διαμονή του στις Κάτω Χώρες ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ομοίως, η προθεσμία διακόπτεται εάν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει τη χορήγηση πιστοποιητικού ολλανδικής ιθαγένειας, ταξιδιωτικού εγγράφου (διαβατηρίου) ή ολλανδικού δελτίου ταυτότητας. Από τη χορήγηση ενός εκ των εγγράφων αυτών αρχίζει νέα δεκαετής προθεσμία. Επιπλέον, ανήλικος χάνει, καταρχήν, την ολλανδική ιθαγένεια εάν ο πατέρας ή η μητέρα του χάσει την ιθαγένεια αυτή.

Επιληφθέν των διαφορών αυτών, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ αναφορικά με τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων απώλειας της ιθαγένειας. Συγκεκριμένα, έθεσε το ερώτημα εάν η αυτοδίκαιη απώλεια της ολλανδικής ιθαγένειας, η οποία έχει επίσης ως αποτέλεσμα την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης.

Στην απόφαση που εξέδωσε, το Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης, υπενθυμίζει ότι, όπως έχει κρίνει, βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους καθίσταται πολίτης της Ένωσης, ιδιότητα η οποία προορίζεται να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η περίπτωση πολιτών της Ένωσης οι οποίοι, όπως οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης, έχουν την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και των συνακόλουθων δικαιωμάτων εμπίπτει, λόγω της φύσης και των συνεπειών της, στο δίκαιο της Ένωσης.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Ολλανδός νομοθέτης επιδίωξε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εξάλειψη των ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων που συνεπάγεται η κατοχή, από το ίδιο πρόσωπο, πολλών ιθαγενειών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρίνισε συναφώς ότι ο νόμος περί ιθαγένειας αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να κωλύει την κτήση ή τη διατήρηση της ολλανδικής ιθαγένειας από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν ή δεν έχουν πλέον πραγματικό δεσμό με τις Κάτω Χώρες. Οι σχετικές δε με τους ανηλίκους διατάξεις του νόμου αυτού αποσκοπούν στο να διατηρηθεί η ενιαία ιθαγένεια εντός της ίδιας οικογένειας.

Συναφώς, το Δικαστήριο φρονεί ότι ένα κριτήριο το οποίο βασίζεται στη συνήθη διαμονή των υπηκόων των Κάτω Χωρών, επί συνεχές διάστημα δέκα ετών, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό καθότι αντανακλά την έλλειψη του πραγματικού αυτού δεσμού. Επιπλέον, ο θεμιτός αυτός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται από διεθνείς διατάξεις οι οποίες προβλέπουν, σε ανάλογες περιπτώσεις, την απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι αποτρέπεται ο κίνδυνος ανιθαγένειας, τον οποίο αποτρέπει, εν προκειμένω, η ολλανδική νομοθεσία. Ο θεμιτός αυτός χαρακτήρας ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι η χορήγηση πιστοποιητικού κατοχής της ολλανδικής ιθαγένειας, ταξιδιωτικού εγγράφου ή ολλανδικού δελτίου ταυτότητας αρκεί ώστε να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος σκοπεύει να διατηρήσει πραγματικό δεσμό με τις Κάτω Χώρες.

Εντούτοις, η αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους δεν θα ήταν συμβατή προς την αρχή της αναλογικότητας εάν οι σχετικοί εθνικοί κανόνες δεν επέτρεπαν, οποτεδήποτε, ατομική εξέταση των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτή για τους ενδιαφερομένους από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν, παρεμπιπτόντως, τις συνέπειες της απώλειας της ιθαγένειας και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, να αποδίδουν εκ νέου αναδρομικά την ιθαγένεια στον ενδιαφερόμενο, κατόπιν της εκ μέρους του υποβολής αίτησης για χορήγηση ταξιδιωτικού εγγράφου ή κάθε άλλου εγγράφου που αποδεικνύει την ιθαγένειά του.

Το Δικαστήριο προσθέτει ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης της αναλογικότητας, εναπόκειται, ειδικότερα, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι η απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

Όσον αφορά τις σχετικές με την εξέταση αυτή κρίσιμες περιστάσεις, το Δικαστήριο αναφέρει, ιδίως, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος θα αντιμετωπίσει περιορισμούς κατά την άσκηση του δικαιώματός του να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, που καθιστούν, ενδεχομένως, ιδιαιτέρως δυσχερές το να εξακολουθήσει αυτός να μεταβαίνει στις Κάτω Χώρες ή σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διατηρήσει εκεί πραγματικούς δεσμούς και τακτικές επαφές με μέλη της οικογενείας του, να ασκήσει εκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του ή να προβεί εκεί στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να ασκήσει εκεί τέτοια δραστηριότητα. Κρίσιμη σημασία έχουν επίσης, αφενός, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε ίσως να αποποιηθεί την ιθαγένεια τρίτου κράτους και, αφετέρου, ο σοβαρός κίνδυνος να υποβαθμισθούν σημαντικά η ασφάλειά του ή η ελευθερία μετακίνησής του, λόγω του ότι δεν θα μπορεί να απολαύει προξενικής προστασίας.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απώλεια της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους υπό περιστάσεις όπως οι προβλεπόμενες από την ολλανδική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές είναι σε θέση να προβούν σε ατομική εξέταση της περίπτωσης του ενδιαφερόμενου υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

ΔΠρΘεσ 8/2019: Δεν αποκλείεται από την άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς αλλοδαπος που θα μπορουσε να λάβει ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονης



4. […] με την -προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση- απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης η παραπάνω αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς απορρίφθηκε ως καταχρηστική, διότι, δεδομένου ότι σε βάρος του αιτούντος υφίσταντο δυνάμει της προαναφερθείσας 103/2016 διάταξης περιοριστικοί όροι, αυτός κατά το νόμο (άρθρο 25 παρ. 4 και 5 του ν. 4251/2014) θα έπρεπε να υποβάλει αίτημα έκδοσης ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής.

6. Επειδή, αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί η δυνατότητα του αιτούντος να λάβει την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 5 περ. β΄ του ν. 4251/2014 ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής ως τελών υπό περιοριστικούς όρους στο πλαίσιο ποινικής προδικασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι πολίτης τρίτης χώρας υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της εν λόγω διάταξης δεν προβλέπεται ρητά, ούτε συνάγεται από την κείμενη νομοθεσία ότι κωλύει ή αποκλείει την υποβολή αιτήματος εκ μέρους του για χορήγηση άδειας διαμονής, και δη οποιουδήποτε τύπου. Άλλωστε, ο εκάστοτε οριστικός τίτλος διαμονής παρέχει στον αλλοδαπό δικαίωμα νόμιμης διαμονής, μετά από έλεγχο της συνδρομής των σχετικών, γενικών και ειδικών, προϋποθέσεων που προβλέπει ο μεταναστευτικός νομοθέτης, σε αντιδιαστολή με την ως άνω ειδική βεβαίωση, που του παρέχει προσωρινά τέτοιο δικαίωμα, υπό την έννοια της συνέχισης της παραμονής του στη χώρα υπό την ανοχή της ελληνικής πολιτείας, αποκλειστικά για λόγους αναγόμενους στην ιδιότητά του ως υπόδικου και την επιβολή σε βάρος του περιοριστικών όρων από τον ποινικό δικαστή, μέχρι να δικαστεί για τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται νομίμως και πρέπει να ακυρωθεί για το λόγο αυτό, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τον αιτούντα.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

ΔΕφΑθ 261/2019: Γυναίκα θύμα εμπορίας ανθρώπων και επιστροφή στη χώρα καταγωγής


6. ... Εξάλλου, όσον αφορά τα προβληθέντα από την αιτούσα, σχετικά με το ότι υπήρξε θύμα διακίνησης γυναικών προς εκπόρνευση και σεξουαλική εκμετάλλευση (trafficking), η Επιτροπή Προσφύγων έκρινε κατά πλειοψηφία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αιτούσα υπήρξε επίσης γενικόλογη, ασαφής, αόριστη, αντιφατική και μη πειστική και ως εκ τούτου, δεν έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς αυτής περί του ότι υποχρεώθηκε από την γυναίκα που την έφερε στην Ελλάδα (την «U»), να εργασθεί ως ιερόδουλη, για 4-5 μήνες εντός των ετών 2007-2008, καθώς και ότι το 2008 ξέφυγε από τη συγκεκριμένη γυναίκα, που φέρεται να επανεμφανίσθηκε το 2014 και να την απείλησε, με σκοπό να εισπράξει χρήματα. Ειδικότερα, έκρινε ότι: α) Στις επανειλημμένες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν αναφορικά με την ανωτέρω γυναίκα, η αιτούσα έδωσε αποσπασματικές και αντιφατικές πληροφορίες, μη εξηγώντας με σαφήνεια και πληρότητα, πώς ακριβώς τη γνώρισε, γιατί την εμπιστεύθηκε και γιατί την ακολούθησε στην Ελλάδα, β) αν και όπως ισχυρίσθηκε, πίστευε πως δεν θα πέσει θύμα εκμετάλλευσης, σε άλλο σημείο της συνέντευξης ισχυρίσθηκε ότι προτού αναχωρήσει από τη Νιγηρία, αναγκάσθηκε να λάβει μέρος σε κάποια τελετή [«Juju»], προκειμένου να μην καταδώσει τα αφεντικά στην αστυνομία μετά την έλευσή της στην Ευρώπη, αναφορά που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, φανερώνει ότι η αιτούσα γνώριζε την επικείμενη συμμετοχή της σε παράνομη δραστηριότητα, γ) υπήρξε ιδιαιτέρως ασαφής και αόριστη ως προς το πώς εξαναγκάσθηκε να εκδίδεται στο δρόμο [μετά την έλευσή της στην Ελλάδα] και το χρονικό διάστημα που εκδιδόταν, ενώ δεν παρέσχε συγκεκριμένες πληροφορίας για το σπίτι της «U», τους διαμένοντες σε αυτό και τις συνθήκες διαβίωσής τους, δ) δεν υπήρξε πειστική κατά την αφήγησή της, ως προς το πώς κατόρθωσε να ξεφύγει από την «U» και να πάψει εκδίδεται, ενώ η ευκολία με την οποία φέρεται να συνέβη τούτο, παρά το γεγονός ότι, όπως η ίδια δήλωσε, εξακολουθούσε να βαρύνεται με «χρέος» ύψους 42.000-45.000 ευρώ, δεν συνάδει με την διαθέσιμες πληροφορίες που παρατίθενται στην απόφαση [αναφορικά με τη λειτουργία στη Νιγηρία ισχυρού διεθνούς δικτύου εμπορίας ανθρώπων, που προμηθεύει με γυναίκες τις ευρωπαϊκές αγορές, επιδιώκοντας την είσπραξη υψηλών χρηματικών ποσών, με τα οποία τις «χρεώνουν» μετά την άφιξή τους], ε) δεν παρέσχε επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις ως προς το πώς γνώριζε ότι η «U» είχε φύγει, κατά την άποψή της, από την Ελλάδα το έτος 2008, ούτε όσον αφορά το γεγονός ότι το επόμενο έτος 2009, η ίδια (αιτούσα) συνελήφθη στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Σωκράτους, για παράβαση του νόμου περί εκδιδομένων προσώπων, ο δε ισχυρισμός της περί του ότι πήγε εκεί για να συναντήσει φίλες της, δεν παρίσταται ευλογοφανής, στ) δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα για ποιό λόγο ουδέποτε ζήτησε τη συνδρομή των ελληνικών αρχών, αν και βάσει του αρχικού αιτήματος ασύλου, κατείχε επί σειρά ετών σχετικό δελτίο («ροζ κάρτα»), ούτε ακόμη και κατά το έτος 2014, οπότε φέρεται να επανεμφανίσθηκε η «U», συνοδεία ανδρών, απειλώντας την (μία φορά, κατά τα αναφερόμενα σε ορισμένο σημείο της συνέντευξης ή συνεχώς, κατά τα αναφερόμενα σε άλλο σημείο), ενώ αντιφατικώς απέδωσε τη σιωπή της στο φόβο από την τελετή βουντού στην οποία υποβλήθηκε, παρότι στη συνέχεια, ασπάσθηκε τον χριστιανισμό και έπαψε πλέον να φοβάται. Κατόπιν αυτών, η Επιτροπή Προσφυγών κατέληξε, κατά πλειοψηφία, στην κρίση ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω, η προϋπόθεση της συνδρομής αντικειμενικά δικαιολογημένου φόβου δίωξης ... Με επάλληλη δε αιτιολογία, ως προς το τελευταίο, η ανωτέρω Επιτροπή έκρινε ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αληθείς υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί της αιτούσας ότι στο παρελθόν υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων, δεν πιθανολογείται εύλογα ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της, θα κινδυνεύσει να καταστεί ξανά θύμα εμπορίας, ενόψει της ηλικίας της (34 ετών) και της εμπειρίας που έχει αποκτήσει, ζώντας μόνη κατά τα περισσότερα από τα 11 χρόνια διαμονής της στην Ελλάδα. Εξάλλου, κατά την ίδια απόφαση, πιθανολογείται ότι η αιτούσα θα έχει στην περίπτωση αυτή, υποστηρικτικό δίκτυο στη Νιγηρία, αφού, όπως η ίδια δήλωσε, έχει σύντροφο Νιγηριανό, ο οποίος επιθυμεί να την παντρευτεί και να την γνωρίσει στην οικογένειά του, [σύμφωνα δε με τις διαθέσιμες πληροφορίες που παρατίθενται στην απόφαση αυτή], η ΝΑΡΤΙΡ (National Agency for the Prohibition of Traffic In Persons) και δεκάδες Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνται σε διάφορες πόλεις της Νιγηρίας, μπορούν να συνδράμουν τα θύματα εμπορίας ανθρώπων και τις γυναίκες εν γένει και παράλληλα, οι νιγηριανές αρχές, τα τελευταία χρόνια, έχουν κάνει βήματα προόδου προς την κατεύθυνση αφενός της καταστολής της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας και αφετέρου της συνδρομής των θυμάτων trafficking, ενώ δεν τίθεται ζήτημα κοινωνικού στιγματισμού της αιτούσας, αφού όπως ρητά δήλωσε, δεν έχει εκμυστηρευθεί τη δράση της ως ιερόδουλης στην Ελλάδα, σε οποιοδήποτε πρόσωπο στη πατρίδα της και ως εκ τούτου, το γεγονός αυτό δεν έχει καταστεί εκεί ευρέως γνωστό. [...]

8. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η αιτούσα προβάλλει ότι ενώ κατά τη διενεργηθείσα συνέντευξη, παρέσχε, απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, πληροφορίες περί της προσωπικής εμπλοκής της σε κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων προς σεξουαλική εκμετάλλευση (trafficking), με τη δε ενδικοφανή προσφυγή της, αναφέρθηκε εκτενέστερα στο θέμα αυτό, παραθέτοντας πηγές που αποδεικνύουν τον αντίστοιχο φόβο δίωξής της, ως μέλους της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας των γυναικών θυμάτων της ως άνω εμπορίας, εν τούτοις, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγιναν δεκτοί, αλλά κρίθηκαν αβάσιμοι, κατά πλειοψηφία, οι σχετικοί με την παρελθούσα δίωξη ισχυρισμοί της, με αποτέλεσμα να μην εξεταστούν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και να μην της χορηγηθεί διεθνής προστασία, τούτο δε, με ελλιπή, εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία και κατά παράβαση κατ' ουσίαν διατάξεων νόμου. Κι αυτό διότι, κατά την αιτούσα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, στηρίχθηκε σε υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις και όχι σε αντικειμενική αξιολόγηση βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε για τους Πρόσφυγες, εκδόθηκε δε, παρακάμπτοντας ισχυρισμούς και πηγές πληροφόρησης για την κατάσταση στη Νιγηρία, που οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα από εκείνο στο οποίο κατέληξε, τις οποίες παρέθεσε η αιτούσα με την ενδικοφανή προσφυγή της και, κατ΄ επίκληση πηγών που αναφέρουν ότι τα θύματα εμπορίας ανθρώπων τυγχάνουν ικανής προστασίας από τις νιγηριανές αρχές, ενώ άλλες επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πηγές αναφέρουν το αντίθετο και συνεπώς, έπρεπε, κατά την άποψή της, να της χορηγηθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Εξάλλου, κατά την αιτούσα, έγινε επιλεκτική χρήση από τη Διοίκηση αποσπασμάτων των ως άνω κατευθυντηρίων οδηγιών και δεν εξετάστηκε το αίτημά της σύμφωνα με τους κανόνες της κείμενης νομοθεσίας και τους προβλεπόμενους τύπους περί υπαγωγής [στο προστατευτικό καθεστώς], χρήσης και αξιολόγησης όλων των κρίσιμων πληροφοριών και εγγράφων, αιτιολόγησης της κρίσης και εξατομικευμένης, in concreto, αξιολόγησης με βάση το ατομικό της προφίλ. Η προσβαλλόμενη απόφαση, ωστόσο, με την αιτιολογία που προεκτέθηκε, παρίσταται, κατά το μέρος αυτός, κατ' αρχήν νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, ενώ είναι απορριπτέα τα ως άνω προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Τούτο, δοθέντος ότι η Επιτροπή Προσφυγών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιορίσθηκε στο να μην κάνει αποδεκτούς τους ισχυρισμούς της αιτούσας αναφορικά με τον τρόπο που έφυγε από τη Νιγηρία και όσα της συνέβησαν κατά την αρχική περίοδο άφιξής της Ελλάδα, περί του ότι δηλαδή, υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων, αλλά προέβη, όπως προαναφέρθηκε, στην περαιτέρω κρίση ότι και αληθείς υποτιθέμενοι οι εν λόγω ισχυρισμοί, δεν μπορεί πάντως, να θεμελιώσουν αντικειμενικά δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρας καταγωγής της αιτούσας. Για την κρίση της αυτή, η Επιτροπή Προσφυγών, αφού έλαβε προηγουμένως υπόψη τα δηλωθέντα από την αιτούσα, την προσωπική της κατάσταση και τις διαθέσιμες πληροφορίες για την κατάσταση στη Νιγηρία, από συγκεκριμένες εθνικές ή διεθνείς πηγές-ιστοσελίδες, παραθέτοντας αυτές στην απόφασή της, στηρίχθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις και τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν (ώριμη πλέον ηλικία της αιτούσας, απόκτηση εμπειρίας κατά τη διαβίωσή της στην Ελλάδα, ύπαρξη του Νιγηριανού συντρόφου κλπ). Μεταξύ των σκέψεων αυτών είναι και εκείνη σύμφωνα με την οποία, οι νιγηριανές αρχές, όπως προκύπτει από τις εν λόγω πηγές, παρουσιάζουν κατά τα τελευταία χρόνια, βήματα προόδου τόσο ως προς την καταστολή της ανωτέρω παράνομης δραστηριότητας, όσο και ως προς τη συνδρομή των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων (πληροφορία που δεν αμφισβητεί η αιτούσα) και όχι το δεδομένο ότι οι ανωτέρω κρατικές αρχές παρέχουν ικανή προστασία στα θύματα αυτά, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα. Κατά της ανωτέρω δε σκέψης και των λοιπών σχετικών αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλόμενης, δεν βάλλει η τελευταία με ειδικές και συγκεκριμένες αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης. Άλλωστε, η αιτούσα αορίστως με τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να προσδιορίζει τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες, που κατά τους ισχυρισμούς της, δεν εφαρμόσθηκαν ή τα αποσπάσματα αυτών που επιλεκτικά, κατ' αυτήν, χρησιμοποιήθηκαν από τη Διοίκηση ή τους προβληθέντες ισχυρισμούς και τις παρασχεθείσες πληροφορίες που φέρεται να «παρακάμφθηκαν», ούτε παραθέτει κατά τρόπο συγκεκριμένο τον τρόπο και τους λόγους, για τους οποίους θεωρεί ότι παραβιάσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση κανόνες της κείμενης νομοθεσίας.

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ένωσης Δικαίου Αλλοδαπών & Μετανάστευσης


Η Ένωση Δικαίου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης διοργανώνει στην Αθήνα, 30 Μαρτίου, το 4ο Πανελλήνιο συνέδριο της με θέμα «Πρόσφατες εξελίξεις στη Θεωρία και Νομολογία στο Δίκαιο Καταστάσεως Αλλοδαπών».

Το συνέδριο θα λάβει χώρα στην Αίθουσα «Ευρώπη» , ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Μαυρομιχάλη 23, ΑΘΗΝΑ

Δείτε περισσότερα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *