Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Απόφ.ΔιευθΥπηρΑσύλου 8269/2018: Περιορισμός κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία



Με την παρούσα απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, που εκδόθηκε μετά από τη ακύρωση της προηγούμενης, με την αριθμ. 805/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ορίζεται ότι στους αιτούντες διεθνή προστασία οι οποίοι εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια μέσω των νησιών Λέσβου, Ρόδου, Σάμου, Κω, Λέρου και Χίου επιβάλλεται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ιδίως για την υλοποίηση της από 18-3-2016 Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας, περιορισμός κυκλοφορίας τους στα ως νησιά αντίστοιχα καθώς και για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Ο ως άνω περιορισμός αναφέρεται στα δελτία αιτούντων διεθνή προστασία

Ο περιορισμός κυκλοφορίας δεν επιβάλλεται ή αίρεται όταν η εξέταση της υπόθεσης παραπέμπεται σε περιφερειακή υπηρεσία της Υπηρεσίας Ασύλου της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Κατατέθηκε το σχέδιο νόμου με αλλαγές στη νομοθεσία περί αλλοδαπών και τη χορήγηση ασύλου



Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για την προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία και την τροποποίηση του ν. 4251/2014 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/66/ΕΕ σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης.

Το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει τροποποιήσεις σε αρκετά νομοθετήματα, μεταξύ των οποίων ο Νόμος 4251/2014.

Κατεβάστε το σχέδιο νόμου

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΔΕφΑθ 548/2018: Πότε θεωρείται ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις για τους ανηλίκους-αιτούντες άσυλο



5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση και το υπόμνημά του, ο αιτών βάλλει κατά της ορθότητος της προσβαλλομένης αποφάσεως και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι ακυρωτέα λόγω παραβιάσεως ουσιώδους τύπου της διοικητικής διαδικασίας που αφορά σε παράλειψη εφαρμογής των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται για τους ασυνόδευτους ανηλίκους και ορίζονται από το άρθρο 45 του ν. 4375/2016. Ειδικώς προβάλλει ότι ουδέποτε ορίσθηκε από τον Εισαγγελέα Ανηλίκων επίτροπος αυτού, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει και να διασφαλίσει τα δικαιώματά του και ούτε παρεστάθη κατά την προφορική του συνέντευξη κατά το αρχικό στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, αλλά ούτε εκλήθη προς προφορική συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής.

6. Επειδή, ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι με την αποστολή του υπ΄αριθμ. …/1.3.2016 εγγράφου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με θέμα τον διορισμό επιτρόπου του αιτούντος, προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Ανηλίκων, η εν λόγω Αρχή Παραλαβής και Εξετάσεως προέβη στην απαιτούμενη από το άρθρο 19 παρ. 1 του π.δ. 220/2017 ενέργεια, εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή της. Εκ μόνου δε του γεγονότος ότι δεν προκύπτει συμμετοχή της διορισθείσας προσωρινής Επιτρόπου, Αντιεισαγγελέως Πρωτοδικών, … κατά την προφορική συνέντευξη, ενώ αντιθέτως προκύπτει παρουσία αυτής κατά την άσκηση της προσφυγής (βλ. σχετ. το από 9.11.2017 έγγραφο της Εισαγγελέως Ανηλίκων), δεν καθίσταται ακυρωτέα η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξ άλλου, από το περιεχόμενο του από 6.4.2016 πρακτικού συνεντεύξεως προκύπτει ότι η υπεύθυνη χειρίστρια, με την συνδρομή διερμηνέως εξήγησε στον αιτούντα τον λόγο διεξαγωγής της συνεντεύξεως, τον διεβεβαίωσε ότι οι πληροφορίες που θα προκύψουν κατά την διάρκεια αυτής είναι εμπιστευτικές, τον παρότρυνε να αναφέρει τα αληθινά περιστατικά που τεκμηριώνουν το αίτημά του και να μην αποκρύψει κάποιο στοιχείο που αφορά σε ενδεχόμενους διώκτες του, του υπέβαλε ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, για τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και για τους λόγους που αιτείται την προστασία του Ελληνικού Κράτους, καθώς και για το τί θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στην οικογενειακή του εστία και στο τέλος, τον ερώτησε εάν επιθυμεί να προσθέσει κάτι άλλο σχετικώς με την υπόθεσή του. Με βάση το περιεχόμενο αυτό, η συνέντευξη του αιτούντος παρίσταται σύμφωνη με τα οριζόμενα στις ανωτέρω νομικές διατάξεις.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΑΔΑΕ: Υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης από αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες



Με το παρόν έγγραφο της Ανεξάρτητης αρχής Δημοσίων Εσόδων παρέχονται διευκρινήσεις αναφορικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τους αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα και δεν αποκτούν εισόδημα στη χώρα μας

Κατεβάστε το πλήρες κείμενο  


Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας στο πλαίσιο διαφορών γονικής μέριμνας περιλαμβάνει και τους παππούδες



Ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar προτείνει στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας στο πλαίσιο διαφορών γονικής μέριμνας περιλαμβάνει και το «δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας» των παππούδων. Το δίκαιο της Ένωσης θεσπίζει ενιαίο και ομοιόμορφο κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του.

Η Neli Valcheva, Βουλγάρα υπήκοος, είναι η γιαγιά, από την πλευρά της μητέρας, ανήλικου παιδιού που γεννήθηκε τo 2002. Μετά το διαζύγιο των γονέων του, το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα μαζί με τον Έλληνα υπήκοο πατέρα του. Η γιαγιά του επιθυμεί να της χορηγηθεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας. Θεωρώντας ότι αδυνατεί να διατηρήσει ποιοτική επαφή με τον εγγονό της και έχοντας ζητήσει ανεπιτυχώς την υποστήριξη των ελληνικών αρχών, προσέφυγε στα βουλγαρικά δικαστήρια με αίτημα τον καθορισμό του τρόπου άσκησης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας της με τον εγγονό της. Ζήτησε να βλέπει το παιδί τακτικά, ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα, και να το φιλοξενεί δύο φορές τον χρόνο, για δύο ή τρεις εβδομάδες, κατά τις διακοπές του. Τα βουλγαρικά δικαστήρια, δικάζοντας πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, απέρριψαν την αγωγή της λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, με το σκεπτικό ότι κανονισμός της Ένωσης (ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα) καθιερώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του (εν προκειμένω, των ελληνικών δικαστηρίων).

Το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Αναιρετικό Δικαστήριο, Βουλγαρία), ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, εκτιμά ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία, είναι ουσιώδες να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα έχει εφαρμογή ή όχι στο δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των παππούδων.

Ο Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΕ υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, τη θεμελιώδη σημασία που ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα αποδίδει στην αρχή της υπεροχής του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού, η οποία αποτελεί τον γνώμονα της ανάλυσής του στην υπό κρίση υπόθεση.

Στη συνέχεια, ο Γενικός Εισαγγελέας επισημαίνει ότι, αν οι αφορώσες δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας αγωγές άλλων προσώπων πέραν των γονέων αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, τότε η διεθνής δικαιοδοσία για τις αγωγές αυτές θα προσδιοριζόταν με βάση μη εναρμονισμένους εθνικούς κανόνες. Έτσι, θα εντεινόταν τόσο ο κίνδυνος να αχθεί η διαφορά ενώπιον δικαστηρίου με το οποίο το παιδί δεν έχει στενό δεσμό όσο και ο κίνδυνος παράλληλων δικών και αντιφατικών αποφάσεων, πράγμα που θα αντέβαινε στον σκοπό του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ο οποίος επιδιώκει να θεσπίσει ομοιόμορφους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, τηρoυμένης της αρχής της εγγύτητας στις δικαστικές διαδικασίες.

Περαιτέρω, αναλύοντας τα εφαρμοστέα διεθνή κείμενα, όπως η Σύμβαση της Χάγης του 1996, διαπιστώνει ότι στα εν λόγω κείμενα γίνεται δεκτή ευρεία αντίληψη για το «δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας», πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι στην οικογενειακή ζωή συμπεριλαμβάνονται οι σχέσεις μεταξύ στενών συγγενών, οι οποίες μπορούν να έχουν ουσιώδη σημασία.

Ο Γενικός Εισαγγελέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έννοια του «δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας» περιλαμβάνει και άλλα πρόσωπα πέραν των γονέων, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν νομικούς ή πραγματικούς οικογενειακούς δεσμούς με το παιδί.



Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΔΠρΘεσ 46/2018: Ανάκληση βεβαίωσης εγγραφής πολίτη ΕΕ και επιβολή μέτρου επιστροφής με οικειοθελή αναχώρησή της από τη Χώρα



8. Επειδή, η αιτούσα ήδη από το έτος 2006, σε ηλικία 26 ετών, εντάχθηκε στην εγκληματική οργάνωση που διηύθυνε ο σύζυγός της και παρέμεινε σ’ αυτήν έως τη σύλληψή της (στις 17.1.2012), νομιμοποιώντας υπέρογκα ποσά προερχόμενα από την εγκληματική δραστηριότητα του συζύγου της και συμμετέχοντας στη διάπραξη του ειδεχθούς εγκλήματος της εκβίασης, συμμετοχή που αν και χαρακτηρίστηκε ως απλή από το ποινικό δικαστήριο, συνίστατο, όπως έγινε δεκτό από το ίδιο, τόσο στην αυτοπρόσωπη είσπραξη χρηματικών ποσών από δύο τουλάχιστον εκβιαζόμενα καταστήματα όσο και στο σχεδιασμό και προγραμματισμό των εισπράξεων από τους εκβιαζόμενους επιχειρηματίες, αλλά και στην παροχή ψυχικής συνδρομής στο ηγετικό στέλεχος της εγκληματικής οργάνωσης και σύζυγό της, κατά τη διάπραξη απ’ αυτόν των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε. Ενόψει δε της φύσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία ενεπλάκη η αιτούσα, κατ’ επάγγελμα, συνεχώς και αδιαλείπτως επί σειρά ετών, η διάπραξη των οποίων δεν τερματίστηκε αυτοβούλως, αλλά μόνον κατόπιν συλλήψεως της ανωτέρω, και ενόψει της παντελούς έλλειψης ηθικών αναστολών που αυτή επέδειξε, του εθισμού της στο εύκολο παράνομο κέρδος και των διασυνδέσεων και της εμπειρίας που απέκτησε κατά το μεγάλο διάστημα της συνεχούς εγκληματικής δράσης της για την απόκτησή του, αποτελεί ενεστώσα, πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, λόγω του κινδύνου υποτροπής της σε συμμετοχή σε παράνομες πράξεις. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπό της οι επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που απαιτούνται προκειμένου να ανακληθεί η βεβαίωση εγγραφής πολίτη κράτους μέλους της Ε.Ε. που της είχε χορηγηθεί εν μέσω της εγκληματικής της δραστηριότητας και να επιβληθεί σε βάρος της το μέτρο της επιστροφής, παρόλο που είναι σύζυγος και μητέρα Ελλήνων, παρισταμένης, συνακόλουθα, νομίμως αιτιολογημένης της σχετικής κρίσης των αρμοδίων οργάνων της Διοίκησης, τα οποία ουδόλως υπερέβησαν τα άκρα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας, όπως αβασίμως η αιτούσα προβάλλει. Ομοίως απορριπτέος παρίσταται και ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και των άρθρων 9 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν οι οικογενειακές και εν γένει βιοτικές σχέσεις που έχει αναπτύξει επί δεκαετίας στην Ελλάδα, όπου διαβιούσε με τον Έλληνα σύζυγό της και το τέκνο τους. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως εάν οι επικαλούμενες συνθήκες της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης της αιτούσας δεν αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη πράξη, πάντως, δεν κώλυαν, όπως ορθώς κρίθηκε με την πράξη αυτή, την επιστροφή της, ενόψει των ως άνω επιτακτικών λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας που συντρέχουν στο πρόσωπό της, αλλά και του ότι αυτή, ναι μεν είναι σύζυγος και μητέρα Ελλήνων, όμως, ο σύζυγός της έχει καταδικαστεί σε κάθειρξη, με συνέπεια να παραμείνει έγκλειστος για πολλά έτη στο μέλλον, ενώ, το τέκνο της ουδόλως αποδεικνύεται ότι βρίσκεται στην Ελλάδα, καθώς δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό στοιχείο (π.χ. βεβαίωση φοίτησής του σε σχολείο), η ίδια δε, δεν αποδεικνύει ότι έχει νόμιμη, σταθερή κι ενεστώσα εργασία στη Χώρα, που να καθιστά δυνατή τη συντήρηση αυτής και του τέκνου της, η οποία δεν προκύπτει ότι θα κινδυνεύσει περισσότερο στη Χώρα καταγωγής της, ενόψει και του ότι ο σύζυγός της και πατέρας της θυγατέρας της αδυνατεί να συνδράμει στη συντήρησή τους λόγω του εγκλεισμού του. Εξάλλου, η επιστροφή της ουδόλως κωλύεται από το άρθρο 41 του ν. 3907/2011, λόγω της ιδιότητάς της ως γονέα ημεδαπού, καθόσον η σχετική απαγόρευση που τίθεται με το εν λόγω άρθρο δεν υφίσταται σε περίπτωση επικινδυνότητας του γονέα για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, όπως ρητώς αναφέρεται στο ίδιο αυτό άρθρο. Περαιτέρω, η μείωση της επιβληθείσας σε βάρος της αιτούσας ποινής κατ’ έφεση δεν αντικατοπτρίζει διαφορετική εκτίμηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που αυτή διέπραξε, ούτε οφείλεται σε αθώωσή της για κάποιο εκ των εγκλημάτων για το οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως, αλλά συνίσταται στην αναγνώριση ελαφρυντικών, η οποία αποτελεί παράμετρο της κρίσης του ποινικού δικαστή ως προς την επιμέτρηση της ποινής, που δεν κλονίζει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης σχετικά με τη συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο πρόσωπό της, ενώ, ούτε η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας κατ’ έφεση ποινής κλονίζει την εν λόγω αιτιολογία, καθόσον συναρτάται προς την κρίση του ποινικού δικαστηρίου επί του ζητήματος εάν η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία για ν’ αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων (ΣτΕ 1969/2012 σκ. 5), που δεν δεσμεύει την κρίση των αρμόδιων διοικητικών οργάνων και, συνακόλουθα, του Δικαστηρίου τούτου (πρβλ. ΣτΕ 4869/2012 σκ. 5, 2630/2012 σκ. 5). Τέλος, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης δεν κλονίζεται ούτε από την 12/2012 Διάταξη του Ανακριτή του 3ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία η αιτούσα αφέθηκε ελεύθερη, καθώς η Διάταξη αυτή, που, εξάλλου, δεν δεσμεύει τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, λήφθηκε υπ’ όψιν κατά το σχηματισμό της κρίσης τους, ενώ, άλλωστε, μ’ αυτήν τέθηκε ως όρος η καταβολή χρηματικής εγγύησης, ανερχόμενης στο υπέρογκο ποσό των 300.000,00 ευρώ.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

ΣυμβΕφΑιγ 36/2017: Παραπομπή των αλλοδαπών κρατουμένων στο ΚΥΤ Σάμου για το αδίκημα της στάσης κρατουμένων



Παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι να δικασθούν για τις πράξεις της στάσης κρατουμένων, της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς και ένας εξ αυτών και για την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή. Εν προκειμένω, θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος της στάσης κρατουμένων, πράξη για την οποία και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, καθόσον οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι τελούσαν υπό καθεστώς αναγκαίας διοικητικής κράτησης στο ΚΕΤΥΑ Σάμου, με σκοπό την επανεισδοχή τους στην Τουρκία και, επομένως, οι διοικητικά αυτοί κρατούμενοι θεωρούνται κρατούμενοι με διαταγή της αρμόδιας αρχής και τελούν σε καθεστώς περιορισμού της ελευθερίας τους εντός του Κέντρου, που συνεπάγεται την απαγόρευση εξόδου από το Κέντρο και την παραμονή στους χώρους του, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Κέντρου, για το περιεχόμενο του οποίου οι παραμένοντες ενημερώνονται σε γλώσσα που κατανοούν, στοιχεία που απαιτούνται για την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω κακουργήματος. Επίσης οι κατηγορούμενοι, διοικητικά κρατούμενοι, επιτέθηκαν με ευμεγέθεις λίθους στους αστυνομικούς, στους οποίους είχε ανατεθεί η φύλαξη και επίβλεψη του ως άνω Κέντρου.

Επομένως εσφαλμένα το πρωτόδικο βούλευμα έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της στάσης κρατουμένων, με την αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν ουσιαστικά την ιδιότητα του φυλακισμένου ή κρατούμενου, ότι το ΚΕΤΥΑ δεν αποτελεί κέντρο κράτησης με περιορισμό της ελευθερίας τους, αλλά και ότι οι αστυνομικοί, στους οποίους επιτέθηκαν οι κατηγορούμενοι, δεν ήταν υπάλληλοι φυλακής ή κρατητηρίου και δεν τους είχε ανατεθεί η φύλαξη των αλλοδαπών και μετέβαλε, κατά πλειοψηφία, την κατηγορία από το αδίκημα της στάσης κρατουμένων και της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού κατά συρροή, σε αντίσταση κατά της αρχής από κοινού, λόγω της φαινομενικής συρροής, δυνάμει της οποίας η απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης απορροφάται από το αδίκημα της αντίστασης κατά της αρχής. Επιπλέον, οι εν λόγω κατηγορούμενοι επιτέθηκαν με έργα και βιαιοπραγία κατά των αστυνομικών, στους οποίους είχε ανατεθεί η φύλαξη και επιτήρηση του Κέντρου, κατά την ώρα που αυτοί απομακρύνονταν από τον χώρο, και επομένως η βία που μεταχειρίστηκαν δεν κατέτεινε στην αποτροπή νόμιμης ενέργειας των αστυνομικών, καθόσον οι τελευταίοι δεν εκτελούσαν υπηρεσιακή ενέργεια κατά τον επίδικο χρόνο, όπως θα απαιτείτο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της αντίστασης κατά της Αρχής. Επίσης εσφαλμένα το πρωτόδικο βούλευμα έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής κατά του δεύτερου κατηγορουμένου για την πράξη της ψευδούς αναφοράς προς την Αρχή και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την πράξη αυτή, καθόσον υφίσταται αδυναμία εξακρίβωσης των αληθινών στοιχείων ταυτότητας αυτού και ως εκ τούτου ουδόλως προέκυψε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτός δήλωσε τα αληθή του στοιχεία.

Το πλήρες κείμενο του βουλεύματος δημοσιεύεται στην Ποινική Δικαιοσύνη 2018, σελ. 176



Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *