Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Συνθήκες διαβίωσης αιτούντων άσυλο: Η χαμένη ευκαιρία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Στην προχθεσινή απόφαση C-163/17 το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αντιτίθεται στην Άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) η μεταφορά ενός αιτούντος διεθνή προστασία σε άλλο Κράτος Μέλος βάσει του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, για το μόνο λόγο ότι οι συνθήκες διαβίωσης που θα συναντήσει στο εν λόγω Κράτος θα είναι λιγότερο ευνοϊκές. Αντιθέτως, ο προσφεύγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ενδεχόμενη μεταφορά του θα είχε ως συνέπεια να περιέλθει, «ανεξαρτήτως των θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως ή θα τον εμπόδιζε να αντιμετωπίσει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως είναι μεταξύ άλλων η τροφή, η προσωπική καθαριότητα και η στέγαση, και η οποία θα έβλαπτε την ψυχική ή σωματική υγεία του ή θα τον περιήγε σε κατάσταση εξευτελισμού ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Εφαρμόζοντας το ως άνω σκεπτικό, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι ούτε η έλλειψη προγραμμάτων ένταξης ούτε το γεγονός ότι η κοινωνική προστασία ή οι συνθήκες διαβιώσεως στην Ιταλία θα ήταν λιγότερο ευνοϊκές από ό,τι στη Γερμανία απαγόρευαν τη μεταφορά ενός 27-χρονου Γκαμπιανού αιτούντος άσυλο από την Ιταλία στη Γερμανία μέσω της διαδικασίας του Δουβλίνου.
Η ως άνω απόφαση δημοσιεύεται σε ένα κρίσιμο χρονικό σημείο στο πλαίσιο αναμόρφωσης του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Μία από τις πέντε προτεραιότητες της Επιτροπής για τη διαρθρωτική βελτίωση του συστήματος είναι ο περιορισμός των λεγόμενων δευτερογενών μετακινήσεων, ήτοι των μετακινήσεων αιτούντων άσυλο ή και δικαιούχων διεθνούς προστασίας από ένα Κράτος Μέλος σε άλλο, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το 2014, 24% των αιτούντων είχαν προηγουμένως καταθέσει αίτηση ασύλου σε άλλο Κράτος Μέλος. Η θωράκιση των εσωτερικών συνόρων  της ΕΕ και η ταχεία επιστροφή των μετακινούμενων προσώπων στο Κράτος Μέλος πρώτης καταγραφής αποτελούν τους βασικούς άξονες επίτευξης του στόχου αυτού. Ήδη από τα τέλη του 2015, πέντε Κράτη Μέλη (Αυστρία, Γερμανία, Δανία, Σουηδία και Νορβηγία) που υπήρξαν και οι βασικοί αποδέκτες των δευτερογενών αυτών μετακινήσεων επανέφεραν τους εσωτερικούς συνοριακούς ελέγχους. Το Μάιο του 2016, οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναμόρφωση του Κανονισμού Δουβλίνου, προβλέπουν μεταξύ άλλων την επιβολή κυρώσεων για τους αιτούντες σε περίπτωση δευτερογενούς μετακίνησης. Από τα μέσα περίπου του 2018, η Γερμανία ξεκίνησε να συνάπτει χωριστές διμερείς συμφωνίες με άλλα Κράτη Μέλη (Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία) με σκοπό την εντός 48-ωρών επιστροφή ενός αιτούντα άσυλο στη χώρα πρώτης καταγραφής, παρακάμπτοντας επί της ουσίας την πιο χρονοβόρα διαδικασία του Δουβλίνου. Εν μέσω των εξελίξεων αυτών, η απόφαση C-163/17 αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οριοθετεί νομικά τη δυνατότητα περιορισμού των δευτερογενών μετακινήσεων, ειδικά όταν επίκειται επιδείνωση των βιοτικών συνθηκών για τον αιτούντα.
Η βασική θέση του ΔΕΕ είναι ότι καταρχήν δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο η μεταφορά ενός προσώπου σε άλλο Κράτος Μέλος, εκτός εάν ο εν λόγω αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του Άρθρου 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει στο εν λόγω κράτος μέλος. Είναι δε αδιάφορο αν εξαιτίας της μεταφοράς του ο αιτών θα διατρέξει τέτοιο σοβαρό κίνδυνο στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου καθεαυτής ή μετά το πέρας αυτής, ως αναγνωρισμένος πλέον δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Ως προς το ερώτημα του πότε οι συνθήκες διαβίωσης συνιστούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική συνθήκη διαβίωσης, το ΔΕΕ ακολουθεί σχεδόν κατά γράμμα την στενή ερμηνευτική προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνου Δικαιωμάτων σε αντίστοιχες υποθέσεις. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, οι συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και τις συνθήκες υποδοχής αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους ότι ο αιτών θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σε περίπτωση μεταφοράς του(βλ. και (C-411/10)). Ωστόσο για να εμπίπτουν στην έννοια του Άρθρου 4 του Χάρτη, θα πρέπει οι ελλείψεις να έχουν έναν ιδιαιτέρως αυξημένο βαθμό σοβαρότητας. Η ενδεχόμενη έντονη επιδείνωση των συνθηκών διαβιώσεως ή και η μεγάλη ανασφάλεια που ενδεχομένως να βιώσει ο αιτών σε περίπτωση μεταφοράς δεν αρκούν, εφόσον δεν συνεπάγονται έσχατη υλική στέρηση. Με άλλα λόγια, ο απαιτούμενος βαθμός σοβαρότητας πληρούται μόνο αν ο αιτών κινδυνεύει να περιέλθει, «ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης, τόσο σοβαρής που θα τον εμπόδιζε να καλύψει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως είναι η τροφή, η προσωπική καθαριότητα και η στέγαση, και η οποία θα έβλαπτε την ψυχική ή σωματική υγεία του ή θα τον περιήγε σε κατάσταση εξευτελισμού ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Aπό άποψη κοινοτικού δικαίου, η απόφαση αυτή παρέχει αρκετά ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη. Το ΔΕΕ αναγνωρίζει μεν ότι μία πολύ σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης μπορεί να αποκλείσει την ενδοκοινοτική  μεταφορά ενός προσώπου, ωστόσο χαρακτηρίζει την περίπτωση αυτή ως άκρως εξαιρετική. Ο αιτών φέρει το βάρος να αποδείξει ότι θα περιέλθει, «λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσεώς του, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών» σε «κατάσταση εσχάτης ολικής στέρησης» και να αντιστρέψει το τεκμήριο ότι το θιγόμενο Κράτος Μέλος σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Περαιτέρω καθοδήγηση ως προς την ακριβή έννοια του κάθε κριτηρίου και το πεδίο εφαρμογής του μας παρέχει η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στην οποία εξάλλου αναφέρεται ρητά και το ίδιο το ΔΕΕ. Για παράδειγμα, η «ιδιαίτερα ευάλωτη θέση» του αιτούντος, η οποία μπορεί να απορρέει είτε από τα βιολογικά χαρακτηριστικά του ή κοινωνικούς παράγοντες ή και τα δύο, φαίνεται να έχει σχεδόν καθοριστικό ρόλο κατά την εκτίμηση των υλικών στερήσεων στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ο βαθμό σοβαρότητάς των στερήσεων που υφίσταται ένα πρόσωπο φαίνεται να αυξομειώνεται αναλόγως με το είδος και το βαθμό της ευαλωτότητάς του. Σε πολλές πρόσφατες αποφάσεις το ΕΔΔΑ έχει τονίσει ότι τα παιδιά, για παράδειγμα, τόσο τα ασυνόδευτα όσο και τα συνοδευόμενα είναι σε ιδιαιτέρως ευάλωτη θέση τόσο λόγω της ηλικίας τους όσο και του μεταναστευτικού τους καθεστώτος, με αποτέλεσμα η έλλειψη ασφαλούς και επαρκούς στέγης, έστω και για μερικές ημέρες, να θεωρείται απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση (βλ. Rahimi κατά Ελλάδος, Khan κατά Γαλλίας, Α.Β. κατά Γαλλίας, Tarakhel κατά Ελβετίας). Για τους αιτούντες ενήλικες, η αξιολόγηση τείνει να είναι πιο αυστηρή, ενώ συχνά λαμβάνονται υπόψη και οι πιέσεις που αντιμετωπίζει ένα κράτος από τις αυξημένες προσφυγικές ροές (βλ. Khlaifia και άλλοι κατά Ιταλίας). Η ιδιαίτερη ευαλωτότητα ενός ενήλικα μπορεί να απορρέει από την προχωρημένη ηλικία του, από το καθεστώς τους ως αιτούντα άσυλο εφόσον αυτό συνάγεται την παρατεταμένη έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υλικές συνθήκες, ή την ύπαρξη τραυματικών προηγούμενων εμπειριών (βλ. Khlaifia και άλλοι κατά Ιταλίας). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η νομολογία αναφορικά με την ενδεχόμενη συνυπαιτιότητα του αιτούντος. Το ΕΔΔΑ έχει για παράδειγμα κρίνει ότι η άρνηση της παρεχόμενης στέγης για πολιτιστικούς λόγους αποτελεί υλική στέρηση από προσωπική επιλογή του αιτούντος για την οποία το Κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο (Godova κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Ωστόσο, δεν αποτελεί προσωπική επιλογή η άρνηση στέγης που θα συνεπαγόταν τον χωρισμό των παιδιών από τους γονείς τους.
Από άποψης διαχείρισης των δευτερογενών ροών, είναι αμφίβολο κατά πόσο η απόφαση αυτή εξυπηρετεί τους σκοπούς του ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου. Σε ορισμένα Κράτη Μέλη όπως είναι η Ελλάδα, οι συνθήκες διαβίωσης φαίνονται να πληρούν για έναν μεγάλο αριθμό προσώπων την κατάσταση έσχατης στέρησης που προϋποθέτει η εν λόγω απόφαση, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η επιστροφή. Στα Κράτη Μέλη που οι συνθήκες συνιστούν απλώς επιδείνωση σε περίπτωση μεταφοράς, η απόφαση είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε τουλάχιστον βραχυπρόθεσμη αύξηση της επιστροφής των αιτούντων αλλά μακροπρόθεσμα να δημιουργηθούν νέα μονοπάτια διακίνησης και νέοι τρόποι καταστρατήγησης του συστήματος. Βασικό αίτιο των δευτερογενών μετακινήσεων είναι η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και η πραγματικά μεγάλη ανομοιομορφία μεταξύ των Κρατών Μελών στον τομέα αυτό. Μία πιο γενναιόδωρη ερμηνευτική προσέγγιση από το ΔΕΕ, που θα απέκλειε για παράδειγμα τη μεταφορά σε περίπτωση που επίκειται σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, ίσως να ήταν πιο αποτελεσματική στο να κατευθύνει τα Κράτη Μέλη να βελτιώσουν ουσιαστικά τις συνθήκες διαβίωσης κατά τρόπο ομοιόμορφο εντός της ΕΕ, αντιμετωπίζοντας εν τέλει και τους λόγους δευτερογενούς μετακίνησης.
Δανάη Αγγελή, ΔΝ European University Institute (EUI) in Florence, Δικηγόρος
* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

ΔΕφΠειρ (Συμβ) 116/2018: Ευαλωτότητα και πληρότητα προσκομισθείσας ιατρικής βεβαίωσης


6. [...] ο λόγος ακυρώσεως, ότι μη νομίμως η αίτηση του για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας εξετάστηκε με τη διαδικασία συνόρων, παρά την ευαλωτότητα του αιτούντος, ως θύματος βασανιστηρίων, δεν είναι προδήλως βάσιμος. Και τούτο, διότι ο αιτών, ο οποίος και έφερε το σχετικό βάρος επίκλησης, δεν προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στην κατηγορία των ευάλωτων ατόμων (ΣτΕ 2348/2017 Ολομ. σκ. 33η). Εξάλλου, τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από την προσκομισθείσα ενώπιον της Επιτροπής, από 20-4-2017 ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου ..., σύμφωνα με την οποία ο αιτών «παρουσιάζει διαταραχή προσαρμογής, αρ. (F43.2). σύμφωνα με την ταξινόμηση ψυχικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς ICD-10. Παρουσιάζει καταθλιπτικό αίσθημα και αίσθηση ανικανότητας χειρισμού των απαιτήσεων της ζωής. Υπάρχει έντονη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος με αφύπνιση, υπερβολική αντίδραση στο φόβο και αϋπνία». Και τούτο, διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα προβλήματα υγείας του αιτούντος είναι απόρροια βασανιστηρίων.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

ΠρΕισΠρΑμαλιάδας 14/2019: Απασχόληση εργατών γης µε ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας



Δυνάμει του όρθρου 83 παρ. 1 Ν. 4052/2012 «Στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι απασχολήθηκαν με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας ἡ ως ανήλικοι, πράξεις οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τέτοιες από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και οι οποίοι παρέχουν τη συνδρομή τους στην ποινική διαδικασία που κινείται, δυνάμει των άρθρων 83, 88 και 83 του παρόντος, κατά των εργοδοτών τους, χορηγείται, μετά από σχετική αίτηση τους, που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ἡ µέσω του αρμοδίου Εισαγγελέα, άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σύμφωνα µε τους λοιπούς όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 44 του ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε µε το όρθρο 42 παράγραφος 1 εδάφιο ε᾽ του ν. 3907/2011. Άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους μπορεί να χορηγηθεί ακόμα και σε περίπτωση που ο ως άνω παράνομα απασχολούμενος αλλοδαπός δεν συνεργάζεται µε τις διωκτικές Αρχές, εφόσον κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών, ότι δεν συνεργάζεται εξαιτίας απειλών που στρέφονται κατά προσώπων της οικογένειας του που βρίσκονται στην Ελλάδα ἡ στη χώρα της προέλευσης του ἡ οπουδήποτε αλλού και ότι, εάν αυτός δεν προστατευθεί ἡ εάν απελαθεί, αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο τα προαναφερόμενα πρόσωπα».

Στην προκείμενη περίπτωση µας διαβιβάστηκε από την κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η από 6-2-2019 µε αρ. πρωτ … μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σύμφωνα µε την ανωτέρω μηνυτήρια αναφορά κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς την 7.6.2018 στη Νέα Μανωλάδα του Δήμου Ανδραβίδας – Κυλλήνης Ηλείας από τους 355 συνολικά αλλοδαπούς εργάτες που βρέθηκαν στον χώρο εκδήλωσης της πυρκαγιάς να διαμένουν σε σκηνές – παραπήγματα (μπαγκλαντεσιανής και πακιστανικής υπηκοότητας κατά δήλωσή τους) µόνο οι δεκατρείς (13) διέμεναν μόνιμα στην ελληνική επικράτεια, ενώ εξ αυτών των δεκατριών οι έντεκα (11) ήταν κάτοχοι δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία (βλ. συνημμένες ονομαστικές καταστάσεις κατωτέρω, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας). Με δεδομένο ότι από την έρευνα αναζήτησης, που πραγματοποιήθηκε στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ κανείς εξ’ αυτών δεν βρέθηκε καταχωρημένος να απασχολείται σε κάποιον εργοδότη κατά το χρονικό διάστημα εκδήλωσης της πυρκαγιάς (7.6.2018), βασίμως πιθανολογείται η ύπαρξη αδήλωτης εργασίας και μάλιστα υπό τις συνθήκες του άρθρου 88 παρ.1 εδ β και γ του ν. 4052/2012, οπότε και σχηματίστηκε η με ΑΒΜ …. δικογραφία και με την από 20.2.2019  παραγγελία µας παραγγείλαμε τη διενέργειά επείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία και εκκρεμεί.

Επειδή σύμφωνα µε τα όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω μηνυτήρια αναφορά η ύπαρξη αδήλωτης εργασίας των αλλοδαπών εργατών, που αναφέρονται στις κατωτέρω συνημμένες ονομαστικές καταστάσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, σε συνδυασμό µε τη διαμονή τους σε αυτοσχέδιες και «πρόχειρες» εγκαταστάσεις και παραπήγματα µη πληρούντα τους βασικούς κανόνες υγιεινής και ασφάλειας αποτελεί βάσιμη ένδειξη περί της ύπαρξης απασχόλησης που συνοδεύεται µε ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χαρακτηρίζουμε τους αναφερόμενους στις συνημμένες ονομαστικές καταστάσεις, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, αλλοδαπούς εργάτες -- πολίτες τρίτης χώρας ως απασχολούμενους µε ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας κατ’ άρθρο 89 ν. 4052/2012 και ως εκ τούτου δικαιούνται να λάβουν άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

ΜΠΛαρ 3/2019: Επιτροπεία ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσφυγα

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας προσδιορίζεται τη βάση τη lex fori, και ειδικότερα με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι «στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου». Έτσι, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν, πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ως εφαρμοστέο δίκαιο (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312). Κατά το 2447/1996: «η επιτροπεία, καθώς και κάθε άλλη επιμέλεια, διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου το οποίο αφορούν. Ελληνικό Δικαστήριο μπορεί να διορίσει επίτροπο ή άλλο επιμελητή για αλλοδαπό που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα. Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα». Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 24 ΑΚ, καθιερώνεται κανόνας διεθνούς δικονομικού δικαίου που εμπεδώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε θέματα επιτροπείας αλλοδαπού στην ύπαρξη συνήθους διαμονής, διαμονής ή περιουσίας στην Ελλάδα κατά τρόπο αποκλειστικό (Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου/Ζ. Παπασιώτη-Πασιά/Ε. Βασιλακάκης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2002, σ. 256, Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ II, Εισαγ. 739-866 αρ. 17, ΕφΑΘ 7226/1998 ΕλλΔνη 1999.1757). Η συνήθης διαμονή είναι έννοια πραγματική, εύκολα μπορεί να προσδιορισθεί (επειδή προϋποθέτει μια μακρά παραμονή σε ένα τόπο) και εξαρτάται λιγότερο από κάποιο κανόνα δικαίου και περισσότερο από τα πραγματικά περιστατικά που συνδέουν ένα άτομο με μία συγκεκριμένη χώρα (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 π.δ. 220/2007 με το οποίο έγινε προσαρμογή στην οδηγία 2003/9/ΕΚ σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 30 παρ.6 Ν. 4540/2018 (ΦΕΚ Α 91/22.5.2018): «ι. Προκειμένου περί ασυνόδευτων ανηλίκων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αμέσως τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία εκπροσώπησή τους. Προς τούτο οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον εισαγγελέα ανηλίκων και όπου δεν υπάρχει τον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος ενεργεί ως προσωρινός επίτροπος και προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό επιτρόπου του ανηλίκου» ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. ε του Ν. 4540/2018 «ασυνόδευτος ανήλικος είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, τη γονική του μέριμνα ή την επιμέλεια του ή από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του και για όσο χρόνο η άσκηση των καθηκόντων αυτών δεν έχει ανατεθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το νόμο. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται και ο ανήλικος που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδο του στην Ελλάδα». Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.δ. 3989/1959 «Περί κυρώσεως της πολυμερούς Συμβάσεως περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων», η προσωπική κατάσταση των προσφύγων διέπεται από τους νόμους της χώρας κατοικίας ή, εν ελλείψει κατοικίας, από τους νόμους της χώρας της διαμονής αυτών (ΜΠρΘεσ 25756/2009 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ1063/2012, Νόμος).
Με την υπό κρίση αίτηση, που εισάγεται αυτεπαγγέλτως προς συζήτηση, αφού τέθηκε υπόψη της η από 22-8-2018 γνωστοποίηση της Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, η Προεδρεύουσα Πρωτοδίκης Ελένη Μπαλατσού ζητεί να διορισθεί επίτροπος του ασυνόδευτου ανήλικου Ιρακινού υπηκόου] …………. ο οποίος γεννήθηκε στις 24-10-2001 και διαμένει στο Ανοιχτό Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων και Μεταναστών που εδρεύει στο Κουτσόχερο Λάρισας. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση παραδεκτά (άρθρα 747 § 4,748 και 796 § 2 ΚΠολΔ) και αρμοδίως καθʼ ύλη (άρθρο 740 § ι ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρθρο 796 § 1 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (739 επ ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1589, 1591, 1592, 1593, 1594, 1598, 1603, 1647 και 1648 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 §§ 2 και 4 ΚΠολΔ προδικασία, με την επίδοση αντιγράφου της αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας και στον προτεινόμενο ως επίτροπο ... (βλ. τις από 24-8-2018 και 11-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Λάρισας ….).
Από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας και από όσα κατέθεσε χωρίς όρκο ο προτεινόμενος επίτροπος ....  αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ασυνόδευτος ανήλικος Ιρακινός υπήκοος ... που γεννήθηκε στις 24-10-2001 και είναι σήμερα ηλικίας 17 ετών προέρχεται από πολυμελή πυρηνική οικογένεια που αποτελείται από τους δύο γονείς του, τον ίδιο και τα έτερα επτά αδέλφια του. Λόγω αναταραχών που επικρατούν στο Ιράκ τον Σεπτέμβριο του 2017 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του μαζί με τον ενήλικο φίλο του. Ο ως άνω ανήλικος μαζί με τον ενήλικο φίλο του ξεκίνησαν το ταξίδι τους από το Ιράκ προς την Τουρκία και ήρθαν στην Ελλάδα μέσω των ελληνοτουρκικών συνόρων προς το Φυλάκιο Ορεστιάδας, στη συνέχεια διαμείναν σε camp για 2,5 συνέχεια μετακινήθηκαν στο Ανοικτό Κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών του Κουτσόχερου Λάρισας όπου διαμένουν έως σήμερα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο παραπάνω ανήλικος εισήλθε παράνομα στη χώρα, στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων, χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον συγγενή ή από κάποιο δικαιούμενο από το νόμο πρόσωπο. Συνεπώς, παρίσταται ανάγκη διορισμού επιτρόπου για την προστασία αυτού και την εν γένει ομαλή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του. Κατάλληλο πρόσωπο για το λειτούργημα του επιτρόπου κρίνεται ο ενήλικος φίλος του ιρανικής καταγωγής, ενόψει του ότι διατηρεί με τον ανήλικο φιλικές σχέσεις, διαμένουν μαζί στο ίδιο κοντέινερ στο Ανοικτά Κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών του Κουτσόχερου Λάρισας και ο ίδιος ο ανήλικος, του οποίου η γνώμη ενόψει και της ηλικίας του εκτιμάται εξέφρασε στην κοινωνική λειτουργό της Κινητής Μονάδας ΑΡΣΙΣ Βόλου που διερευνά τη συγκεκριμένη υπόθεση την επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει μαζί του και να οριστεί αυτός ως επίτροπός του. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην κρίση του λαμβάνοντας υπόψη την από 5-6-2018 έκθεση κοινωνικής έρευνας της ως άνω κοινωνικής λειτουργού, στην οποία αναφέρεται ότι στην παρούσα φάση καταλληλότερο πρόσωπο για να διορισθεί ως επίτροπος του άνω ασυνόδευτου ανηλίκου είναι ο ανωτέρω ενήλικος φίλος του. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήρια κρίνει ότι πρέπει να διορισθεί ο Ειρηνοδίκη Λάρισας ως .υπεύθυνος για την άσκηση των έργων του εποπτικού συμβουλίου. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1598 ΑΚ, η Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου αφενός μεν να καταχωρήσει το διατακτικό της παρούσας απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου,-αφετέρου δε να επιμεληθεί για την επίδοση της παρούσας στα πρόσωπα, πού αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΑΥ Μεταναστευτικής Πολιτικής 6382/19: Καθορισμός πλαισίου υλοποίησης του προγράμματος παροχής οικονομικής βοήθειας και στέγασης «ΕΣΤΙΑ»


Με την παρούσα Απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής καθορίζονται οι όροι και οι ειδικότερες λεπτομέρεις εφαρμογής του προγράμματος στέγασης αιτούντων διεθνή προστασία (“ESTIA”)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΕφΠειρ (Α1/Πρ) 20/2019: Πιστοποίηση θυμάτων βασανιστηρίων μετά την ισχύ του ν.4540/2018


4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών υποστηρίζει ότι η εκκρεμής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, για τους λόγους που εκτίθενται σ’ αυτή, ειδικότερα δε γιατί δεν παραπέμφθηκε να εξετασθεί το αίτημά του με την κανονική διαδικασία ως ευάλωτο άτομο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Προσφυγών δεν έλαβε υπόψη της την από 2.11.2018 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου ..., με τη διάγνωση ότι πάσχει από μετατραυματικό σύνδρομο του στρες. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η εν λόγω βεβαίωση, αφετέρου διότι μετά την ισχύ του ν. 4540/2018 ( φ. 91/22-5-2018 Α΄), άρθρο 23, τα θύματα βασανιστηρίων πιστοποιούνται με ιατρική γνωμάτευση δημόσιου νοσοκομείου, στρατιωτικού νοσοκομείου ή κατάλληλα εκπαιδευμένων ιατρών δημοσίων φορέων παροχής υγείας.

Σημείωση: Πρβλ. σχετικά απόφαση RCκατά Σουηδίας του ΕΔΔΑ και από την ελληνική νομολογία ΣτΕ 288/2012, Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών 2012, σελ. 19 επ. με σχόλιο επιμελήτριας (Ερ.Καλαντζή) διαθέσιμο εδώ καθώς και Η πιστοποίηση θυμάτων βασανιστηρίων αποκλειστικό «προνόμιο»του κράτους;

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΔΕΕ: Απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του πραγματικού δεσμού μεταξύ ενδιαφερομένου και κράτους μέλους


Tο δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απώλεια της ιθαγένειας κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, της ιθαγένειας της Ένωσης, σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του πραγματικού δεσμού μεταξύ του ενδιαφερομένου και του εν λόγω κράτους μέλους. Εντούτοις, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει τη διενέργεια ατομικής εξέτασης των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτή για τους ενδιαφερομένους από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης στην πρόσφατη υπόθεση  C-221/17 Tjebbes κ.λπ.

Τα πραγματικά περισταικά της υπόθεσης έχως ως εξής: Ολλανδοί πολίτες που έχουν ως δεύτερη ιθαγένεια την ιθαγένεια κράτους εκτός της ΕΕ προσέφυγαν ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων κατόπιν της άρνησης του Υπουργού Εξωτερικών να εξετάσει τις αιτήσεις τους για την ανανέωση εθνικού διαβατηρίου. Η άρνηση του εν λόγω υπουργού βασιζόταν στον νόμο για την ολλανδική ιθαγένεια, ο οποίος προβλέπει ότι ενήλικος χάνει την ιθαγένεια αυτή εάν έχει επίσης αλλοδαπή ιθαγένεια και, μετά την ενηλικίωσή του, έχει επί συνεχές διάστημα δέκα ετών την κύρια διαμονή του εκτός των Κάτω Χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, η δεκαετής αυτή προθεσμία διακόπτεται εάν ο ενδιαφερόμενος έχει για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους την κύρια διαμονή του στις Κάτω Χώρες ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ομοίως, η προθεσμία διακόπτεται εάν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει τη χορήγηση πιστοποιητικού ολλανδικής ιθαγένειας, ταξιδιωτικού εγγράφου (διαβατηρίου) ή ολλανδικού δελτίου ταυτότητας. Από τη χορήγηση ενός εκ των εγγράφων αυτών αρχίζει νέα δεκαετής προθεσμία. Επιπλέον, ανήλικος χάνει, καταρχήν, την ολλανδική ιθαγένεια εάν ο πατέρας ή η μητέρα του χάσει την ιθαγένεια αυτή.

Επιληφθέν των διαφορών αυτών, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ αναφορικά με τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων απώλειας της ιθαγένειας. Συγκεκριμένα, έθεσε το ερώτημα εάν η αυτοδίκαιη απώλεια της ολλανδικής ιθαγένειας, η οποία έχει επίσης ως αποτέλεσμα την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης.

Στην απόφαση που εξέδωσε, το Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης, υπενθυμίζει ότι, όπως έχει κρίνει, βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους καθίσταται πολίτης της Ένωσης, ιδιότητα η οποία προορίζεται να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η περίπτωση πολιτών της Ένωσης οι οποίοι, όπως οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης, έχουν την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και των συνακόλουθων δικαιωμάτων εμπίπτει, λόγω της φύσης και των συνεπειών της, στο δίκαιο της Ένωσης.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Ολλανδός νομοθέτης επιδίωξε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εξάλειψη των ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων που συνεπάγεται η κατοχή, από το ίδιο πρόσωπο, πολλών ιθαγενειών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρίνισε συναφώς ότι ο νόμος περί ιθαγένειας αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να κωλύει την κτήση ή τη διατήρηση της ολλανδικής ιθαγένειας από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν ή δεν έχουν πλέον πραγματικό δεσμό με τις Κάτω Χώρες. Οι σχετικές δε με τους ανηλίκους διατάξεις του νόμου αυτού αποσκοπούν στο να διατηρηθεί η ενιαία ιθαγένεια εντός της ίδιας οικογένειας.

Συναφώς, το Δικαστήριο φρονεί ότι ένα κριτήριο το οποίο βασίζεται στη συνήθη διαμονή των υπηκόων των Κάτω Χωρών, επί συνεχές διάστημα δέκα ετών, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό καθότι αντανακλά την έλλειψη του πραγματικού αυτού δεσμού. Επιπλέον, ο θεμιτός αυτός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται από διεθνείς διατάξεις οι οποίες προβλέπουν, σε ανάλογες περιπτώσεις, την απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι αποτρέπεται ο κίνδυνος ανιθαγένειας, τον οποίο αποτρέπει, εν προκειμένω, η ολλανδική νομοθεσία. Ο θεμιτός αυτός χαρακτήρας ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι η χορήγηση πιστοποιητικού κατοχής της ολλανδικής ιθαγένειας, ταξιδιωτικού εγγράφου ή ολλανδικού δελτίου ταυτότητας αρκεί ώστε να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος σκοπεύει να διατηρήσει πραγματικό δεσμό με τις Κάτω Χώρες.

Εντούτοις, η αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους δεν θα ήταν συμβατή προς την αρχή της αναλογικότητας εάν οι σχετικοί εθνικοί κανόνες δεν επέτρεπαν, οποτεδήποτε, ατομική εξέταση των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτή για τους ενδιαφερομένους από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν, παρεμπιπτόντως, τις συνέπειες της απώλειας της ιθαγένειας και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, να αποδίδουν εκ νέου αναδρομικά την ιθαγένεια στον ενδιαφερόμενο, κατόπιν της εκ μέρους του υποβολής αίτησης για χορήγηση ταξιδιωτικού εγγράφου ή κάθε άλλου εγγράφου που αποδεικνύει την ιθαγένειά του.

Το Δικαστήριο προσθέτει ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης της αναλογικότητας, εναπόκειται, ειδικότερα, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι η απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

Όσον αφορά τις σχετικές με την εξέταση αυτή κρίσιμες περιστάσεις, το Δικαστήριο αναφέρει, ιδίως, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος θα αντιμετωπίσει περιορισμούς κατά την άσκηση του δικαιώματός του να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, που καθιστούν, ενδεχομένως, ιδιαιτέρως δυσχερές το να εξακολουθήσει αυτός να μεταβαίνει στις Κάτω Χώρες ή σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διατηρήσει εκεί πραγματικούς δεσμούς και τακτικές επαφές με μέλη της οικογενείας του, να ασκήσει εκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του ή να προβεί εκεί στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να ασκήσει εκεί τέτοια δραστηριότητα. Κρίσιμη σημασία έχουν επίσης, αφενός, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε ίσως να αποποιηθεί την ιθαγένεια τρίτου κράτους και, αφετέρου, ο σοβαρός κίνδυνος να υποβαθμισθούν σημαντικά η ασφάλειά του ή η ελευθερία μετακίνησής του, λόγω του ότι δεν θα μπορεί να απολαύει προξενικής προστασίας.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απώλεια της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους υπό περιστάσεις όπως οι προβλεπόμενες από την ολλανδική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές είναι σε θέση να προβούν σε ατομική εξέταση της περίπτωσης του ενδιαφερόμενου υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *