Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

ΜΠλημΠατρ 2283/2018: Άρση του αδίκου των πράξεων της παράνομης εξόδου από τη χώρα και χρήσης πλαστού διαβατηρίου λόγω κατάσταση ανάγκης



Αθωώνεται η πρώτη κατηγορούμενη για τις πράξεις της παράνομης εξόδου από τη χώρα  και της κατοχής και χρήσης πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου, διότι, μη συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων, δεν μπορεί μεν να της αποδοθεί ξ ιδιότητα του πρόσφυγα, πλην όμως η τελευταία τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις, προκειμένου να αποτρέψει τον παρόντα και άλλως αναπότρεπτο κίνδυνο που διατρέχει, δίχως υπαιτιότητά της, αφού εάν επιστρέψει στην Τουρκία, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω των καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης που υπέστη κατά την κράτησή της (απομόνωση, ξυλοδαρμός, βιασμός), ευρισκόμενη δηλαδή σε κατάσταση ανάγκης, αίρουσα το καταρχήν άδικο των ανωτέρω πράξεων (άρ. 25 παρ. 1 ΠΚ), η τελευταία δε συντρέχει, καθόσον ξ προκληθείσα βλάβη στο κρατικό έννομο αγαθό της ελληνικής δημόσιας τάξεως και στο κοινωνικό αγαθό της πίστεως περί τα υπομνήματα είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και την σπουδαιότητα από την απειλούμενη βλάβη στα έννομα αγαθά της κατηγορουμένης, ήτοι την ζωή, την σωματική ακεραιότητα και την προσωπική ελευθερία, τα οποία αποτελούν υπέρτατα έννομα αγαθά. Αθωώνεται ο δεύτερος κατηγορούμενος για άμεση συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις, διότι απαραίτητη προϋπόθεσή για τη συνδρομή αξιόποινης συνέργειας είναι η ύπαρξη τελειωτικά άδικης αυτουργικής πράξης

Το πλήρες κείμενο της απόφασης δημοσιεύεται στο τεύχος Δεκεμβρίου (10/2018) των Ποινικών Χρονικών


Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

ΚΥΑ 8038/23/22/2018: Παράταση λειτουργίας Προαναχωρησιακών Κέντρων Κράτησης Αλλοδαπών



Με την παρούσα κοινή υπουργική απόφαση παρατείνεται μέχρι και την 31.12.2022 η λειτουργία των Προαναχωρησιακών Κέντρων Κράτησης Αλλοδαπών που ιδρύθηκαν με τις αριθμ.8038/23/22-ιγ’ από 20.01.2015 (Β’ 118) και 8038/23/22-ξε’ από 28.01.2017 (Β’ 322) κοινές υπουργικές αποφάσεις

Διαβάστε το πλήρες κείμενο


ΔΠρΚαβ 417/2018: Η έγκριση για κατ’ εξαίρεση απασχόληση αλλοδαπού στην αγροτική οικονομία ως λόγος αναβολής απομάκρυνσής του από τη Χώρα



6. Επειδή, λαμβάνοντας υπόψη: α) το γεγονός ότι ο αντιλέγων εισήλθε μεν στη χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 3386/2005, και παρέμεινε στερούμενος νομιμοποιητικών εγγράφων, όμως από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη στοιχεία προκύπτει ότι από 28-11-2018, εργάζεται ως εργάτης κτηνοτροφίας (βοσκός) για λογαριασμό της εργοδότριάς του, …. και για το επόμενο διάστημα (έξι μηνών) θα διαμένει στη …. , δεδομένου ότι έχει ήδη εκδοθεί η ανωτέρω αναφερόμενη …/28-11-2018 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης*, β) ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 13Α του ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α΄ 80), για την έκδοση της ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης απαιτούνται, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, έγκυρη σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου και αποδεικτικά στοιχεία ότι παρέχεται στον εργαζόμενο κατάλληλο κατάλυμα, προσκομίζονται δε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και υπεύθυνη δήλωση της εργοδότριας ότι θα αναλάβει τις προβλεπόμενες δαπάνες, γ) ότι η ανωτέρω χορηγηθείσα έγκριση για την κατ’ εξαίρεση απασχόληση του αντιλέγοντος συνιστά λόγο αναβολής απομάκρυνσής του από τη Χώρα (άρθρο 13Α παρ. 2 του ν. 4251/2014) και δ) ότι έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα αναστολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής που είχε επιβληθεί στον αντιλέγοντα, καθώς έχουν παρέλθει τρία έτη από την απέλασή του από τη χώρα, στις 07-07-2015, και την, κατά δήλωσή του, επανείσοδό του στις 23-09-2018, κι ως εκ τούτου, η ποινή αυτή θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί (άρθρα 99 παρ. 2 και 102 παρ. 2 ΠΚ), το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρσης της διαταχθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση κράτησης. Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση ορισμού προθεσμίας προς αναχώρηση του αντιλέγοντος από την Ελλάδα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 76 παρ. 5 του ν. 3386/2005, αφενός λόγω της χορηγηθείσας έγκρισης για κατ’ εξαίρεση απασχόλησή του στη Χώρα, η οποία συνιστά λόγο αναβολής της απομάκρυνσής του από αυτή, αφετέρου διότι κατά το χρόνο συζήτησης των κρινόμενων αντιρρήσεων δεν είχε ακόμη εκδοθεί απόφαση περί επιστροφής του αντιλέγοντος στη χώρα καταγωγής του.

Σημ επιμελητή: Με την εν λόγω απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εγκρίθηκε η κατ’ εξαίρεση απασχόληση του αντιλέγοντος στην αγροτική οικονομία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13α ν. 4251/2014, όπως αυτός ισχύει περί απασχόλησης παράτυπα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών στην αγροτική οικονομία

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1782/2017 Μεταφορά προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας


[...] το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε, ήτοι της αποδοχής προς μεταφορά από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλοδαπών υπηκόων μη κατεχόντων τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, που έδρασε στην προκειμένη περίπτωση από κερδοσκοπία κατά συρροή.

Οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους λόγους αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον: 2) οι ανωτέρω μεταφερόμενοι αλλοδαποί δεν ήταν πρόσφυγες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είχαν προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες και, ως εκ τούτου, δεν τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 Ν. 4251/2014 και αρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 4332/2015. 3) Η χορήγηση αναστολής απέλασης για τους αναφερομένους αλλοδαπούς δεν καθιστά αυτούς πρόσφυγες, παραβίασαν δε, κατά τις αυτές ανέλεγκτες παραδοχές του ουσιαστικού Δικαστηρίου, και τον περιοριστικό όρο να μη διαμένουν σε ορισμένους νομούς όπως και στο Νομό Αχαΐας. 4) 'Ολοι δε, με βάση τις ίδιες ανέλεγκτες παραδοχές, δεν είχαν δικαίωμα εξόδου από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, αλλά μόνο δικαίωμα παραμονής στην Ελληνική Επικράτεια έως την διοικητική απέλασή τους στη Συρία.


Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως δημοσιεύεται στο τεύχος Δεκεμβρίου (10/2018) των Ποινικών Χρονικών σελ. 757 μαζί με τις ακόλουθες παρατηρήσεις του γράφοντος 

Παρατηρήσεις

Η ως άνω δημοσιευόμενη απόφαση είναι δεκτική κριτικής για την ερμηνευτική προσέγγιση που ακολούθησε το Ανώτατο Ακυρωτικό μας αναφορικά με τον ειδικό λόγο άρσης του αδίκου της μεταφοράς παράτυπων μεταναστών, που προβλέπεται στο άρθρο 30 παρ. 6 ν. 4251/2014 («Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις»).

Ως γνωστόν, κατά την κρατούσα άποψη στη Νομολογία το άτομο που επιχειρεί την είσοδο ή την έξοδο από την Ελληνική Επικράτεια παράνομα, παραμένει ατιμώρητο, εφόσον έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα, που προσδιορίζεται από τη Σύμβαση της Γενεύης (28.7.1951) και το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης (31.1.1967), οι οποίες θεσπίζουν προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή[1]. Αντιθέτως, όσοι μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην ελληνική επικράτεια τελούν ως φυσικοί αυτουργοί το έγκλημα του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014 και τιμωρούνται καταρχήν γι’ αυτό ανεξαρτήτως αν έχει αναγνωριστεί στους αλλοδαπούς η προσφυγική ιδιότητα ή όχι[2].

Εντούτοις, ο αρχικά άδικος χαρακτήρας της πράξης των μεταφορέων μπορεί να αρθεί αν συντρέχουν οι γενικοί λόγοι άρσης του αδίκου που προβλέπονται στο γενικό μέρος του Ποινικού Κώδικα, όπως η εκπλήρωση καθήκοντος (άρ. 20 ΠΚ) ή η κατάσταση ανάγκης (άρ. 25 ΠΚ), ή ο ειδικός λόγος άρσης του αδίκου που προβλέπεται στο άρ. 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014[3].

Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη οι μεταφορείς δεν τιμωρούνται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στην θάλασσα[4] ή της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας[5], κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου. Ο νομοθέτης προβλέπει την ανωτέρω εξαίρεση, σταθμίζοντας το έννομο αγαθό που επιδιώκει να προστατεύσει η διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014, την πολιτειακή εξουσία, το κυριαρχικό δηλαδή δικαίωμα της ελληνικής πολιτείας να καθορίζει τους όρους εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, με το έννομο αγαθό που τίθεται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μεταφοράς προσφύγων, ήτοι την προστασία της ζωής τους.

Με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ο ως άνω λόγος άρσης του αδίκου επεκτάθηκε και σε εκείνους που μεταφέρουν πολίτες τρίτων χωρών, με σκοπό να τους παραδώσουν στις αρχές ώστε να υποβληθούν στις νόμιμες διαδικασίες για την ταυτοποίησή τους και την περαιτέρω διαχείρισή τους από τις αρχές. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι δεν επιβάλλονται κυρώσεις και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς το σκοπό υπαγωγής στις διαδικασίες των άρθρων 83 του Ν. 3386/2005 ή του άρθρου 13 του Ν. 3907/2011, κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών. Σύμφωνα με την οικεία αιτιολογική έκθεση με την εν λόγω προσθήκη «επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αδυναμίας μεταφοράς, ή ακόμα και ιδιωτικά μέσα, πολιτών τρίτων χωρών, εισερχομένων στα διάφορα σημεία της χώρας, προς το σκοπό μεταφοράς τους στις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία (βλ. ν. 3386/2005 και 3907/2011), καθώς σήμερα απειλούνται ποινικές κυρώσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις που η μεταφορά διενεργείται προς το σκοπό εφαρμογής του νόμου»[6].

Η αναγνώριση του λόγου άρσης του αδίκου του άρ. 30 παρ. 6 ν. 4251/2014, δεν συναρτάται κατ’ ανάγκη με τη διοικητική διαδικασία της υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας ή της τελικής παροχής προστασίας στον μεταφερόμενο[7]. Στον νόμο γίνεται λόγος για άρση του αδίκου στην περίπτωση μεταφοράς προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας δίχως να απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να έχουν αναγνωριστεί επισήμως ως πρόσφυγες ή να έχουν εκκινήσει τις σχετικές διαδικασίες[8]. Άλλωστε, ενόψει των συνθηκών φυγής και των διακυβευομένων εννόμων αγαθών, κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο, καθόσον θα ακυρωνόταν στην πράξη η εύνοια με την οποία θέλησε να περιβάλλει, τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και το διεθνές δίκαιο, όσους διασώζουν πρόσωπα στη θάλασσα ή μεταφέρουν πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας.

Εν προκειμένω, ωστόσο, ο Άρειος Πάγος απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, κρίνοντας ότι δεν ετύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014, καθόσον οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί, πολίτες Συρίας, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν πρόσφυγες, αφού δεν είχαν προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες, η δε χορήγηση αναστολής απέλασης για τους αναφερομένους αλλοδαπούς δεν καθιστούσε αυτούς πρόσφυγες. Η ερμηνευτική εκδοχή που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό υπήρξε ατυχής, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την γραμματική διατύπωση αλλά και την ίδια την ratio της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 6 του ν. 4251/2014.

Εξάλλου, η ιδιότητα του πρόσφυγα δεν ταυτίζεται με την τυπική υποβολή αιτήματος ασύλου ενώπιον των αρμόδιων αρχών της Διοίκησης. Κατά γενική αρχή του προσφυγικού δικαίου, η αναγνώριση ατόµου ως πρόσφυγα από ένα κράτος έχει διαπιστωτικό και όχι διαπλαστικό χαρακτήρα, εφόσον «πρόσφυγας δεν γίνεται κάποιος εξ αιτίας της αναγνώρισης αλλά αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας επειδή είναι»[9]. Συγκεκριμένα, «ένα πρόσωπο έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα σύμφωνα με την Σύμβαση του 1951 από τη στιγμή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του σχετικού ορισμού. Τούτο πρέπει να συμβαίνει αναγκαστικά πριν του αναγνωρισθεί επίσημα το καθεστώς του πρόσφυγα. Συνεπώς η σχετική αναγνώριση έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα[10].

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία ότι η εξακρίβωση των προϋποθέσεων περί υπαγωγής στην έννοια του πρόσφυγα κατά τη Σύμβαση της Γενεύης, εναπόκειται στην ουσιαστική κρίση του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και ενώπιον του συνεδριάζοντος δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί σχετική επί της υποθέσεως τελεσίδικη απόφαση[11], και δεν εξαρτάται από την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως του πρόσφυγα να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, ούτε από την παραδοχή ή όχι της αιτήσεως του αυτής, αφού μάλιστα η αντίστοιχη διοικητική πράξη, θετική ή αρνητική, έχει διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα και όχι συστατικό-δημιουργικό[12].

Το βάρος της αποδείξεως φέρει καταρχήν ο αιτών την αναγνώριση του ως πρόσφυγα, πλην όμως, λόγω των περιστάσεων και των εν γένει συνθηκών διαφυγής του, δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί πλήρης απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών του[13]. Άλλωστε στην ποινική διαδικασία ισχύει η αρχή της ηθικής αποδείξεως, κατ’ άρθρο 177 ΚΠΔ και σε περίπτωση αμφιβολιών ερμηνεύεται υπέρ του κατηγορούμενου πρόσφυγα[14].

Προς υπαγωγή αλλοδαπού στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Συμβάσεως της Γενεύης δεν απαιτείται να έχουν υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο τυπικά αποδεικτικά στοιχεία[15] ούτε απαιτείται να έχει εκδοθεί εις βάρος του, καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου της χώρας από την οποία προέρχεται[16]. Η ανυπαρξία προγενέστερης ατομικής δίωξης του αιτούντος δεν αποκλείει την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, εφόσον διαπιστώνεται αντικειμενικά δικαιολογημένος φόβος ατομικής δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων στη χώρα του[17].

Επιπροσθέτως, γίνεται δεκτό ότι σε περιπτώσεις μαζικής εξόδου προσφύγων, όπως στην περίπτωση πολέμου, εχθροπραξιών και αμάχων που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, όλα τα μέλη αυτού του πληθυσμού, θεωρούνται ως «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) πρόσφυγες, χωρίς να απαιτείται ατομική αξιολόγηση[18].

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα μεταφερόμενα πρόσωπα ήταν πολίτες Συρίας, οι οποίοι, εξαιτίας του πλέον των επτά ετών εμφυλίου πολέμου που μαίνεται στην χώρα τους και της καταφανούς ανάγκης προστασίας αυτών, αναγνωρίζονται σαφώς ως πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας και  προστατεύονται από την ρήτρα μη επαναπροώθησης (non-refoulment) ανεξαρτήτως της υποβολής αιτήματος ασύλου[19].

Για τους λόγους αυτούς η ερμηνευτική προσέγγιση του ειδικού λόγου άρσης του άρθρου 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014 από το Δικαστήριο υπήρξε ατυχής. Σε κάθε δε περίπτωση, η μη επιβολή ποινικών κυρώσεων στις περιπτώσεις διάσωσης και μεταφοράς προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, προβλέπεται σαφώς από κανόνες του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού δικαίου, που δεν εισάγουν οιονδήποτε περαιτέρω περιορισμό και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου δεσμεύοντας τη χώρα μας.  

Ευστάθιος Πουλαράκης
Δικηγόρος




[1] ΤρΠλημΧίου 233/1993 ΝοΒ 1993,1128 = ΕλλΔνη 1993,120 = ΕΔΠΑ 1998,128, ΤριμΠλημΜυτ 585/1993 ΕλλΔνη 1994,235 = ΕΔΠΑ 1998,132, ΜονΠλημΛασ 1268/1996 ΕΔΠΑ 1998,139, ΣυμβΕφΘράκ 125/2003 ΕΔΠΑ 2003,408, ΤριμΠλημΚέρκ 2012/2004 ΠοινΔικ 2005,691 η οποία επεκτείνει την προβληματική αυτήν και στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση της προσφυγικής ιδιότητας. Η άποψη έχει υιοθετηθεί και από το Ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο. Βλ. σχετικά ΣυμβΑΠ 1498/1999 ΠοινΔικ 1999,1217, με σύμφωνες παρατ. Μ Σταυροπούλου = ΝοΒ 2000, 232 = ΠοινΧρον 2000,709, ΑΠ 1513/2007. Πρβλ. και ΕγκΕισΑΠ [Π Δημόπουλος] 7/1998 ΕΔΠΑ 1999,63, 77.
[2] Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα και η σημασία της για το Ποινικό Δίκαιο της παράνομης μετανάστευσης, ΠοινΧρ 2018,256-263. Έχει βέβαια υποστηριχθεί μεμονωμένα στη θεωρία ότι οι ίδιοι ως άνω λόγοι που επιβάλλουν την έλλειψη ποινικής ευθύνης του πρόσφυγα είναι αυτοί που θεμελιώνουν επίσης την έλλειψη ποινικής ευθύνης αυτού που τον βοηθά να αποφύγει τον κίνδυνο δίωξης που αντιμετωπίζει, καθώς συντρέχει, κατάσταση ανάγκης που λειτουργεί αντικειμενικά, αίροντας κατά συνέπεια και το άδικο της πράξης του «μεταφορέα» για τις αποδιδόμενες κατηγορίες του άρθρου 30 ν. 4251/2014 βλ. Ν. Χατζηνικολάου, Η απέλαση αλλοδαπού ως κύρωση του ποινικού δικαίου, 2006, σ. 498-499, του ιδίου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, 2009, σ. 156, 162.
[3] Όπως γίνεται δεκτό, η συγκεκριμένη διάταξη, παρά την προβληματική διατύπωση αυτής, θεσπίζει ειδικό λόγο άρσης του αδίκου της μεταφοράς, και όχι λόγο απαλλαγής από την ποινή βλ. Γ. Μπέκα, Η ποινική ευθύνη του μεταφορέα λαθρομεταναστών, σε Αλλοδαποί στην Ελλάδα: ένταξη ή περιθωριοποίηση;, Αντ.Ν.Σάκκουλας 2008, σ. 273-274
[4] Η υποχρέωση παροχής βοήθειας σε πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα συνιστά «[…] ένα εκ των παλαιότερων και θεμελιωδέστερων στοιχείων του δικαίου της θάλασσας». Βλ. V. Moreno-Lax, Seeking Asylum in the Mediterranean: Against a Fragmentary Reading of EU Member States’ Obligations Accruing at Sea, 23(2), International Journal of Refugee Law, (2011), σ. 174 έως 220, ιδίως σ. 194. Το άρθρο 98 παρ. 1, στοιχ. β΄ της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) ορίζει ότι κάθε κράτος πρέπει να απαιτεί από τον πλοίαρχο οποιουδήποτε πλοίου φέρει τη σημαία του να πλέει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα για τη διάσωση ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο, εφόσον μπορεί να το πράξει χωρίς να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το πλοίο, το πλήρωμα ή τους επιβάτες του. Το άρθρο 98 παρ. 2 της UNCLOS προβλέπει ότι κάθε παράκτιο κράτος πρέπει να μεριμνά για την ίδρυση, λειτουργία και συντήρηση επαρκούς και αποτελεσματικής υπηρεσίας έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα.
[5] Ως διεθνής προστασία νοείται το καθεστώς πρόσφυγα και το καθεστώς επικουρικής προστασίας που χορηγείται σε αλλοδαπό σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 141/2013. Βλ. άρ. 34 στοιχ. ζ΄, θ΄ και ι’ ν. 4375/2016, σε συνδυασμό. Περαιτέρω, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική́ προστασία» νοείται ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί́ τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί́ ως πρόσφυγας, αλλά́ στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από́ τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί́ σοβαρή́ βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Βλ. άρ. 2 στοιχ. ζ΄και 15 π.δ. 141/2013, σε συνδυασμό.
[6] Οίκοθεν νοείται ότι με την εν λόγω προσθήκη δεν θεσπίζεται ως πρόσθετη προϋπόθεση για την μη επιβολή γενικά κυρώσεων σε όσους διασώζουν ή μεταφέρουν πρόσφυγες την προηγούμενη ενημέρωση των αστυνομικών και λιμενικών αρχών. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι η ενημέρωση των αρχών αφορά όλες τις περιπτώσεις που προβλέπει η συγκεκριμένη παράγραφος, θα οδηγούσε στο ατυχές συμπέρασμα η διάσωση ανθρώπου στη θάλασσα που χρήζει διεθνούς προστασίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των αρχών να είναι ποινικά κολάσιμη σε ευθεία αντίθεση, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις των άρθρων 306 και 307 του ΠΚ και του άρθρου 120 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου.
[7] Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα …, ό.π.,263.
[8]  Έτσι και Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα, ό.π. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι η διάταξη του άρ. 30 παρ. 6 ν. 4251/2014 δεν εφαρμόζεται όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται ήδη σε ασφαλή τρίτη χώρα και απλώς επιλέγει να μεταβεί σε άλλη τρίτη χώρα και να αιτηθεί εκεί διεθνούς προστασίας. Η άποψη αυτή φαίνεται να εκκινεί από την παραδοχή ότι οι αιτούντες θα πρέπει να ζητήσουν άσυλο στην πρώτη «ασφαλή χώρα» στην οποία είναι σε θέση να φτάσουν. Εντούτοις, πολλοί συγγραφείς επισημαίνουν ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν βασίζεται στο ίδιο το κείμενο της Σύμβασης της Γενεύης και υπονομεύει τον πρωταρχικό σκοπό του άρθρου 31 της Σύμβασης. Βλ. αντί άλλων R. Byrne/A. Shacknove, The Safe Country Notion in European Asylum Law, Harvard Human Rights Journal, 9 (2009),185-228, C. Costello, The Asylum Procedures Directive and the Proliferation of Safe Country Practices: Deterrence, Deflection and the Dismantling of International Protection? European Journal of Migration and Law, 7 (2005),35-69. Εξάλλου, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου γίνεται δεκτό ότι, μολονότι τέτοιες ρυθμίσεις για την μεταφορά ευθύνης μεταξύ κρατών για την εξέταση αιτήσεων ασύλου με βάση την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας είναι καταρχήν αποδεκτές, εντούτοις, δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας που να επιβάλει στους αιτούντες άσυλο να υποβάλλουν πάντα τη σχετική τους αίτηση στην πρώτη ασφαλή χώρα που προσεγγίζουν βλ. Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Background Note on the Safe Country Concept and Refugee Status., EC/SCP/68 (26 July 1991), http://www.unhcr.org/3ae68ccec.html. Για την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας βλ. σχετικά και ΣτΕ Ολ 2347/2017.
[9] Αθ. Συκιώτου-Ανδρουλάκη, Η διαδικασία ασύλου και τα δικαιώματα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην ελληνική έννομη τάξη, ΔτΑ 2001,104, Π. Νάσκου-Περράκη, Περί ασύλου και προσφύγων, Ανάλεκτα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 28
[10] Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα, Στ’ Έκδοση, 2009, σ. 13. Ρητή αποτύπωση της αρχής αυτής απαντάται στην υπ’ αριθμ 21 Αιτιολογική Σκέψη στο Προοίμιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ενσωματώθηκε στο δίκαιο μας με το π.δ. 141/2013), που αναφέρει ότι: «Η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα είναι πράξη με αναγνωριστικό χαρακτήρα».
[11] ΕφΑιγ 47/2006 ΕΔΠΑ 2006, σ. 462 = ΠρΛογΠΔ 2006,583.
[12] Ηλ. Κυριακόπουλος, Διοικητικό Δίκαιο, τομ. Β΄, 1959, σ. 353, Π. Νάσκου Περάκη, Περί ασύλου και προσφύγων, ό.π., σ. 36
[13] Δ. Σιδέρης, Η επίκληση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα ενώπιον των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων, ΠοινΧρ 1993,1224.
[14] Idem.
[15] ΣτΕ 1647/2003, 1628/2007, 4323/2009, 2913/2011 κ.ά.
[16] ΣτΕ 1904/2003, 2172/2009.
[17] ΣτΕ 822-6/2006, 2172/2009 κ.ά.
[18] Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα, ό.π., σ. 18, της ιδίας, Guidelines On International Protection No.11: Prima Facie Recognition of Refugee Status, HCR/GIP/15/11, 24 Ιουνίου 2015.  
[19] Πρβλ. το υπ’αριθμ. Α1604/15/1423412/10.08.2015 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, “Διαχείριση  μεταναστευτικής πίεσης στο Ανατολικό Αιγαίο – Διαδικασίες ταυτοποίησης προσφύγων/παράτυπων μεταναστών”, δυνάμει του οποίου οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ρητώς αναγνωρίζουν ότι στην περίπτωση των πολιτών Συρίας, συντρέχουν “οι όροι της αρχής της μη επαναπροώθησης” και σε αυτούς χορηγείται έγγραφο νόμιμης παραμονής στην χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 78 Α ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σύμφωνα με το ν. 4332/2015 (βεβαίωση περί μη απομάκρυνσης για λόγους ανθρωπιστικούς), ανεξαρτήτως της υποβολής αιτήματος ασύλου. Ρητώς δε το άρθρο 78 Α ν. 3386/2005 αναφέρεται μεταξύ άλλων “στα άρθρα 31 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων 1951, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α` 201)”

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

ΓνωμΝΣΚ 201/2018: Καταχώριση ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως τέκνων από Ελληνίδα και ομόφυλη αλλοδαπή υπήκοο που σύνηψαν γάμο στο εξωτερικό



α) Πράξη η οποία συντάχθηκε κατά την παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 344/1976 για τη δηλωθείσα γέννηση νεογνού από ελληνίδα υπήκοο, είναι, ως προς την ελληνική έννομη τάξη, εσφαλμένη κατά το μέρος που εγγράφει ως γονέα του νεογνού ομόφυλη αλλοδαπή υπήκοο, με την οποία η ελληνίδα μητέρα του νεογνού είχε συνάψει έγκυρο γάμο κατά το δίκαιο του κράτους της επιχώριας αρχής και ως επώνυμο του νεογνού το συνδυασμό του επώνυμου της ελληνίδας μητέρας του και της αλλοδαπής. Το Τμήμα του Ειδικού Ληξιαρχείου οφείλει να καταχωρίσει την πράξη, εφόσον πληροί τα τυπικά στοιχεία της συντάξεώς της και, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του για διόρθωση των εσφαλμένων ληξιαρχικών πράξεων, οφείλει να γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τις εσφαλμένες εγγραφές, ώστε να κινηθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών η κατά νόμο προβλεπόμενη διαδικασία εκδόσεως τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 782 ΚΠολΔ για τη διόρθωση της πράξεως (πλειοψ.).

β) Πράξη η οποία συντάχθηκε κατά την παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 344/1976 για τη δηλωθείσα γέννηση νεογνού από ελληνίδα υπήκοο είναι, ως προς την ελληνική έννομη τάξη, εσφαλμένη κατά το μέρος που εγγράφει ως γονέα του νεογνού και ομόφυλη ελληνίδα υπήκοο και ως επώνυμο αυτού το επώνυμο της τελευταίας, με την οποία η μητέρα του νεογνού είχε συνάψει έγκυρο γάμο κατά το δίκαιο του κράτους της επιχώριας αρχής και έγκυρο σύμφωνο συμβίωσης κατά το ημεδαπό δίκαιο. Το Τμήμα του Ειδικού Ληξιαρχείου οφείλει να καταχωρίσει την πράξη, εφόσον πληροί τα τυπικά στοιχεία συντάξεώς της και, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του για διόρθωση των εσφαλμένων ληξιαρχικών πράξεων, οφείλει να γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τις εσφαλμένες εγγραφές, ώστε να κινηθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών η κατά νόμο προβλεπόμενη διαδικασία εκδόσεως τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 782 ΚΠολΔ για τη διόρθωση της πράξεως (πλειοψ.).

γ) Το Ειδικό Ληξιαρχείο στερείται αρμοδιότητας για την καταχώριση των πράξεων, οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 344/1976, για τη δηλωθείσα γέννηση νεογνών με τη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας από κυοφόρους υπηκόους κρατών των αλλοδαπών επιχώριων αρχών και στις οποίες εγγράφονται ως γονείς οι έλληνες υπήκοοι οι οποίοι ήλθαν σε συμφωνία με τις κυοφόρους, όταν προκύπτει ότι τα πρόσωπα τα οποία ήρθαν σε συμφωνία για την παρένθετη μητρότητα δεν είχαν ούτε κατοικία, ούτε προσωρινή διαμονή στην Ελλάδα, εφόσον δεν θεμελιώνεται ελληνική υπηκοότητα των νεογνών για την γέννηση των οποίων συντάχθηκαν οι πράξεις (ομόφ.).


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

ΔΕΕ: Υποχρεώσεις μεταφορέων που διασχίζουν εσωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν να ελέγχουν τα διαβατήρια και τους τίτλους διαμονής των επιβατών



Ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν δεν επιτρέπει στη Γερμανία να υποχρεώνει τις επιχειρήσεις μεταφορών με λεωφορεία που εκμεταλλεύονται διασυνοριακές γραμμές να ελέγχουν το διαβατήριο και τον τίτλο διαμονής των επιβατών πριν από την είσοδο στη γερμανική επικράτεια

Τέτοιοι έλεγχοι έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους συνοριακούς ελέγχους και, επομένως, απαγορεύονται.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Touring Tours und Travel.      
          
Κατά τη γερμανική νομοθεσία, κάθε επιχείρηση μεταφορών με λεωφορεία που εκτελεί τακτικά διασυνοριακά δρομολόγια εντός του χώρου Σένγκεν με προορισμό τη Γερμανία υποχρεούται να ελέγχει το διαβατήριο και τον τίτλο διαμονής των επιβατών πριν από τη διέλευση των γερμανικών συνόρων. Σκοπός του ελέγχου αυτού είναι να αποτρέπεται η μεταφορά στη γερμανική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν τα εν λόγω ταξιδιωτικά έγγραφα. Προς εξασφάλιση της τήρησης της ως άνω υποχρέωσης ελέγχου, οι αστυνομικές αρχές δύνανται να εκδίδουν απόφαση περί απαγόρευσης τέτοιων μεταφορών, επ’ απειλή χρηματικών ποινών, εις βάρος επιχειρήσεων μεταφορών ως προς τις οποίες διαπιστώνεται ότι έχουν μεταφέρει στη γερμανική επικράτεια υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν τα εν λόγω ταξιδιωτικά έγγραφα.

Η Touring Tours und Travel και η Sociedad de Transportes, οι οποίες εδρεύουν, αντιστοίχως, στη Γερμανία και την Ισπανία, είναι επιχειρήσεις που διοργανώνουν ταξίδια και μεταφορές με λεωφορεία και εκμεταλλεύονται τακτικές γραμμές με προορισμό τη Γερμανία οι οποίες διασχίζουν τα σύνορα της Γερμανίας με τις Κάτω Χώρες και με το Βέλγιο. Εκτιμώντας ότι οι επιχειρήσεις αυτές είχαν μεταφέρει στη Γερμανία σημαντικό αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, η Bundespolizeipräsidium (διεύθυνση της ομοσπονδιακής αστυνομίας, Γερμανία) εξέδωσε το 2004, κατόπιν προειδοποίησης, αποφάσεις με τις οποίες τους απαγόρευε, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, να μεταφέρουν στο γερμανικό έδαφος υπηκόους τρίτων χωρών που δεν είχαν το απαιτούμενο διαβατήριο και τους απαιτούμενους τίτλους διαμονής.

Οι δύο επιχειρήσεις μεταφορών με λεωφορεία άσκησαν προσφυγές κατά των ανωτέρω απαγορευτικών αποφάσεων ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της επίδικης υποχρέωσης ελέγχου με την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν, το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία) υπέβαλε σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο.

Με την απόφαση του, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν (όπως ίσχυε το 2014) δεν επιτρέπει να επιβάλλεται στις επιχειρήσεις που διοργανώνουν ταξίδια με λεωφορεία προς τη Γερμανία η επίδικη υποχρέωση διενέργειας ελέγχου ούτε να εκδίδονται αποφάσεις με τις οποίες απαγορεύεται, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, στις επιχειρήσεις που παρέβησαν την υποχρέωση αυτή να πραγματοποιούν οιαδήποτε νέα μεταφορά υπό τις ίδιες συνθήκες.

Οι επίμαχοι έλεγχοι, δεδομένου ότι διενεργούνται κατά τον χρόνο που οι επιβάτες επιβιβάζονται στο λεωφορείο στην αρχή του διασυνοριακού ταξιδιού, συνιστούν ελέγχους στο εσωτερικό της επικράτειας του οικείου κράτους μέλους και απαγορεύονται όταν έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους συνοριακούς ελέγχους.

Κατά το Δικαστήριο, οι επίμαχοι έλεγχοι έχουν τέτοιο αποτέλεσμα και, συνεπώς, απαγορεύονται.

Πράγματι, οι έλεγχοι αυτοί έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να διασφαλισθεί ότι μπορεί πράγματι να επιτραπεί η είσοδος στο γερμανικό έδαφος στους επιβαίνοντες στο λεωφορείο, οι οποίοι προτίθενται να διασχίσουν τα γερμανικά σύνορα. Επομένως, σκοπός των ελέγχων είναι να εμποδισθεί η είσοδος στο γερμανικό έδαφος των επιβατών εκείνων που δεν έχουν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, όπως ακριβώς είναι και ο σκοπός των ελέγχων που διενεργεί η αστυνομία συνόρων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων. Η γενεσιουργός τους αιτία είναι ακριβώς η διέλευση εσωτερικών συνόρων.

Επιπροσθέτως, η επίδικη υποχρέωση ελέγχου είναι γενικού χαρακτήρα και αφορά όλες τις διασυνοριακές γραμμές λεωφορείων, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των οικείων προσώπων και ανεξαρτήτως περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει κίνδυνος προσβολής της δημοσίας τάξης. Επιπλέον, ο έλεγχος των ταξιδιωτικών εγγράφων πρέπει να διενεργείται κατά συστηματικό τρόπο σε όλα τα πρόσωπα που ταξιδεύουν σε οιαδήποτε διασυνοριακή γραμμή λεωφορείων. Αντιθέτως, η υποχρέωση διενεργείας του επίμαχου ελέγχου δεν καλύπτει τις γραμμές μεταφοράς με λεωφορεία που περιορίζονται στο γερμανικό μόνον έδαφος, παρότι αυτές ενδέχεται να διανύουν ίση ή και μεγαλύτερη ακόμη απόσταση από τις διασυνοριακές γραμμές στις οποίες εφαρμόζεται η εν λόγω υποχρέωση διενέργειας ελέγχου.

Δεδομένου ότι η υποχρέωση διενέργειας ελέγχου είναι, αυτή καθαυτήν, αντίθετη προς τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν, ο τελευταίος αντιτίθεται επίσης στην επιβολή κυρώσεων λόγω παράβασης της υποχρέωσης αυτής διά της έκδοσης αποφάσεων περί απαγόρευσης μεταφοράς, επ’ απειλή χρηματικής ποινής.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΕγκΕισΑΠ 5/2018: Δικογραφίες ρατσιστικής βίας



Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαϊδης εξέδωσε Εγκύκλιο προς τους/τις Εισαγγελείς Εφετών και τους/τις Εισαγγελείς Πρωτοδικών σχετικά με την καταχώρηση δικογραφιών για εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο, τη διερεύνηση των κινήτρων - με την ιδιαίτερα σημαντική επισήμανση ότι "ενδιαφέρει το κίνητρο του δράστη και όχι η ταυτότητα του παθόντος ή η συμμετοχή του στην προστατευόμενη ομάδα" - την ανάγκη κατανόησης των βασικών εννοιών "έγκλημα μίσους", "δείκτες μεροληψίας " και "προστατευόμενα χαρακτηριστικά".

Τέλος, επισυνάπτονται κατάλογος δεικτών προκατάληψης (OSCHE/ODIHR) και κατάλογος αρμόδιων τοπικών εισαγγελικών λειτουργών.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω. Υπεύθυνος Προάσπισης και Διεκδίκησης Δικαιωμάτων, Γιατροί του Κόσμου- Ελληνική Αντιπροσωπεία. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *