Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: Golden visa: Χρυσές άδειες διαμονής & Επενδυτικές ευκαιρίες

 


Στο έργο «Golden visa: Χρυσές άδειες διαμονής & Επενδυτικές ευκαιρίες» γίνεται αναλυτική παρουσίαση

  • των προϋποθέσεων και της διαδικασίας για την έκδοση, την ανανέωση και την ανάκληση της «χρυσής άδειας» διαμονής
  • των δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων και της δυνατότητας απόκτησης ιθαγένειας) και των φορολογικών υποχρεώσεων των δικαιούχων των αδειών διαμονής
  • των κινδύνων για την καταστρατήγηση του σκοπού του νόμου από την ύπαρξη νομοθετικών κενών.

Η εν λόγω εξέταση συνοδεύεται από την παράθεση πρακτικών ζητημάτων που φωτίζουν τα νομοθετικά κενά του ισχύοντος πλαισίου, από τη συγκριτική παρουσίαση των χορηγούμενων golden visas σε διεθνές επίπεδο καθώς και από την αντίστιξή τους στον θεσμό των χρυσών διαβατηρίων (golden passports). Στο πλαίσιο δε, της ανάλυσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων, η συγγραφέας προχωρά παρεμπιπτόντως και σε μια εκτενή ανάλυση των διατάξεων για την εναλλακτική φορολόγηση.

Το βιβλίο έχει θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον και θα προσφέρει σημαντική βοήθεια σε όσους ασκούν τη μάχιμη δικηγορία –κυρίως, σε όσους ειδικεύονται στην υποβολή αιτήσεων για τη χορήγηση/ανανέωση της “Golden Visa”– σε δικαστές, συμβολαιογράφους, φοιτητές Νομικών Σχολών, αλλά και σε μεσίτες και σε εργαζόμενους σε υπηρεσίες κρατικών υπηρεσιών, όπως στις υπηρεσίες «μιας στάσης» (One stop shop) της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που είναι αρμόδιες για την έκδοση ή την ανανέωση ή την ανάκληση της “Golden Visa”.

Δείτε περισσότερα

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

ΔΠρΑθ 6341/2021: Αστική ευθύνη για θάνατο Σύριου διαμένοντα στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Μόρια της Λέσβου


Δεκτή έγινε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (ΔΠΑ 6341/2021) αγωγή περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει στους ενάγοντες, κατά το άρ. 105 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν, από τον θάνατο του συγγενούς τους, ο οποίος επήλθε κατά την παραμονή του τελευταίου στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Μόριας της Λέσβου, εξ αιτίας παράνομων, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου.

Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, το αίτημα της οποίας νομίμως μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με την κατατεθείσα στις 8.4.2021 δήλωση παράστασης, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., της προαναφερθείσας δικηγόρου των εναγόντων, οι τελευταίοι ζητούν, να αναγνωριστεί, η υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλλει, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν, από τον θάνατο του συγγενούς τους, Μ.Μ., ο οποίος επήλθε κατά την παραμονή του τελευταίου στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Μόριας, στη Λέσβο, εξ αιτίας παράνομων, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλλει, νομιμοτόκως, από την άσκηση της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, τα εξής ποσά: α) στην πρώτη εξ αυτών, χήρα του εκλιπόντος, το ποσό των 200.000 ευρώ, ατομικά για την ίδια, καθώς και το ποσό των 200.000 ευρώ, για καθένα από τα τρία τέκνα της, των οποίων ασκούσε τη γονική μέριμνα, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, β) σε καθέναν από τους δεύτερη και τρίτο από τους ενάγοντες, ενήλικα τέκνα του εκλιπόντος και της πρώτης ενάγουσας, ήδη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, το ποσό των 200.000 ευρώ, γ) σε καθέναν από τους τέταρτο και πέμπτη από τους ενάγοντες, γονείς του εκλιπόντος, το ποσό των 150.000 ευρώ, και δ) σε καθέναν από τους έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατη, ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο από τους ενάγοντες, αδέλφια του εκλιπόντος, το ποσό των 50.000 ευρώ.

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Στις 14.11.2016 ο συγγενής των εναγόντων, Σύριος υπήκοος, Μ.Μ., ηλικίας 45 ετών, μεταφέρθηκε, βάσει σχετικής έκθεσης σύλληψης των αστυνομικών αρχών της νήσου Λέσβου, στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.) Λέσβου, στη θέση Μόρια, στη Μυτιλήνη, όπου υποβλήθηκε σε διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης. Συναφώς, συντάχθηκε το με αριθ. υπόθεσης 37.611 και αριθ. φακέλου 05/000198992 έγγραφο καταγραφής των προσωπικών του στοιχείων, στο οποίο καταχωρήθηκε και η επιθυμία του να αιτηθεί διεθνή προστασία. Αυθημερόν, εκδόθηκαν, επίσης, από τον Διοικητή του Κ.Υ.Τ. Λέσβου: α) η υπ’ αριθ. 30637/14.11.2016 Απόφαση περί Περιορισμού της Ελευθερίας του, μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών υποδοχής του, για διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, κατ’ ανώτατο όριο, β) το υπ’ αριθ. 30638/14.11.2016 Παραπεμπτικό Σημείωμα, προς ενημέρωση της Υπηρεσίας Ασύλου, για την εκδήλωση της επιθυμίας του να αιτηθεί διεθνή προστασία, γ) η υπ’ αριθ. 30639/14.11.2016 σχετική Απόφαση Παραπομπής, όπου βεβαιώνεται και η ολοκλήρωση των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησής του, και δ) το υπ’ αριθ. 30676/14.11.2016 έγγραφο προς της Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Λέσβου, με θέμα την παραπομπή και μεταγωγή αυτού, καθώς και δώδεκα ακόμη αλλοδαπών υπηκόων. Ακολούθως, ο συγγενής των εναγόντων εγκαταστάθηκε σε σκηνή που του χορηγήθηκε προς τούτο, και όπου έκτοτε διέμενε, μοιραζόμενος αυτήν, μεταξύ άλλων, με τον 20χρονο Αιγύπτιο Α.Ε.. Ο Ιανουάριος του έτους 2017, κυρίως λόγω της εισβολής ψυχρών αέριων μαζών στη χώρα, υπήρξε ένας από τους πιο κρύους μήνες των τελευταίων τριάντα χρόνων. Ειδικότερα στη Μυτιλήνη σημειώθηκε απόκλιση 2,2 βαθμών στη μέση τιμή θερμοκρασίας, και 203% απόκλιση στο μηνιαίο ύψος υετού (κυρίως χιονιού) (βλ. το περιλαμβανόμενο στον διοικητικό φάκελο Κλιματικό Δελτίο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2017). Στις 24.1.2017, διαπιστώθηκε ο θάνατος του προαναφερθέντος συγκατοίκου του Μ.Μ.. Σε έκθεση εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα, που συντάχθηκε, αυθημερόν από ανακριτικό αστυνομικό υπάλληλο, για τα αίτια του ως άνω θανάτου, ο τελευταίος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση περί του εάν, εντός της σκηνής, υπήρχε κάποια εστία θέρμανσης (σόμπα με ξύλα ή κάτι άλλο), δήλωσε ότι «μέσα στη σκηνή απλά κοιμόμασταν. Ζεσταινόμασταν και ανάβαμε φωτιά απ’ έξω». Κατόπιν, στις 28.1.2017, εντοπίσθηκε νεκρός και ο ίδιος ο Μ.Μ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και γονέας του ανηλίκου τέκνου τους Μ.Μ., πατέρας των δεύτερης, τέταρτου, πέμπτης, έκτης και έβδομου των εναγόντων και αδελφός των δέκατης, ενδέκατης, δέκατης τρίτης και δέκατου έβδομου των εναγόντων (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. 817/3.3.2017 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου της Δ.Ε. Μυτιλήνης). Σε σχετική έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα που συντάχθηκε, συναφώς, αυθημερόν, από αστυνομικό ανακριτικό υπάλληλο, ο ευρισκόμενος, κατά τον επίμαχο χρόνο, σε διατεταγμένη υπηρεσία, εντός του εν λόγω Κ.Υ.Τ., αστυνομικός υπάλληλος, Π.Γ., απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το εάν υπήρχε εστία θέρμανσης εντός της σκηνής, δήλωσε ότι «προσωπικά από το σημείο που βρισκόμουν δεν διαπίστωσα κάτι αλλά από ότι άκουσα υπήρχαν πυρότουβλα εντός της σκηνής». Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 13-α/10.12.2017 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή του Γενικού Νοσοκομείου Μυτιλήνης «Βοστάνειο» Ν.Θ., κατά τον θάνατό του, ο συγγενής των εναγόντων έφερε, στο άνω τμήμα του σώματός του, μία ζακέτα, δύο φούτερ, και ένα γιλέκο, και στο κάτω τμήμα του, ένα παντελόνι, δύο φόρμες και εσώρουχο, ο δε θάνατός του οφείλεται σε «πρόσφατες ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις του μυοκαρδίου – εισρόφηση αναχθέντος γαστρικού περιεχομένου σε έδαφος οξείας δηλητηρίασης μονοξειδίου του άνθρακα από εισπνοή». Η έκθεση αυτή στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στην από 31.1.2017 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το δείγμα αίματος του εκλιπόντος «περιέχει ανθρακυλαιμοσφαιρίνη (HbCO, ένωση που σχηματίζεται από το εισπνεόμενο μονοξείδιο του άνθρακα), σε περιεκτικότητα 70%». Τέλος, με το υπ’ αριθ. πρωτ. 95/7.2.20188 έγγραφό του, ο Εισαγγελέας Εφετών Βορείου Αιγαίου ενέκρινε την αρχειοθέτηση της σχηματισθείσας, συναφώς, δικογραφίας, στην οποία προέβη ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Μυτιλήνης, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 49/6.2.2018 αναφορά του, ελλείψει εμπλοκής ή ευθύνης τρίτου προσώπου.

Επειδή, κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, βάσει της οποίας τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, είναι εγγενής στο σύστημα των Συνθηκών (βλ. την απόφαση του ΔΕΕ της 24.6.2019, Popławski, C-573/17 σκ. 55). Σε περίπτωση δε εκπρόθεσμης μεταφοράς στην έννομη τάξη κράτους μέλους μιας οδηγίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας αυτής, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα (βλ. την απόφαση του ΔΕΚ, της 4.7.2006, Adeneler και λοιποί, C-212/04, σκ. 124). Περαιτέρω, από σειρά διατάξεων των Οδηγιών 2013/32 και 2013/33 [βλ. ιδίως τα ταυτάριθμα άρθρα 2 (ορισμοί) και 3 (πεδίο εφαρμογής) των ως άνω Οδηγιών, υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων 27 της πρώτης και 8 της δεύτερης] προκύπτει ότι για τις ανάγκες εφαρμογής των κοινών διαδικασιών και των προτύπων υποδοχής που θεσπίζουν, αντιστοίχως, θα πρέπει ως αιτούντες άσυλο να θεωρούνται, κατ’ αρχήν, και όσοι υπήκοοι τρίτων χωρών εκφράζουν την επιθυμία τους να αιτηθούν διεθνή προστασία (βλ. και το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4375/2016). Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές υποδοχής και φιλοξενίας υπείχαν ήδη, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, έναντι, όχι μόνο των αιτούντων άσυλο, αλλά και των επιθυμούντων να αιτηθούν διεθνή προστασία, την υποχρέωση παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, που προέβλεπε το άρθρο 12 του π. δ/τος 220/2007 (και πλέον το άρθρο 17 του ν. 4540/2018) και τα άρθρα 17 και 18 της Οδηγίας 2013/33 (πρβλ. τις αποφάσεις του ΔΕΕ της 25.6.2020, PPU - Ministerio Fiscal, C36/20, σκ. 79, 83, 86 - 94, της 27.2.2014, Saciri και λοιποί, C79/13, σκ. 33 και της 27.9.2012, Cimade και Gisti, C-179/11, σκ. 39). Και ναι μεν κατά το άρθρο 18, παράγραφος 9, στοιχείο βʹ, της ως άνω Οδηγίας (βλ. συναφώς το άρθρο 13 παρ. 10 του ως άνω π. δ/τος) τα κράτη μέλη μπορούν, κατ’ εξαίρεση και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να καθορίζουν λεπτομέρειες των υλικών συνθηκών υποδοχής διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο, για εύλογη χρονική περίοδο η οποία είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, όταν, μεταξύ άλλων, έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι συνήθως διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης (βλ. την απόφαση PPU - Ministerio Fiscal, σκ. 108, και την απόφαση του ΔΕΕ, της 17.12.2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C808/18, σκ. 222-223). Ωστόσο, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την πρόσβαση του αιτούντος ή επιθυμούντος να αιτηθεί διεθνή προστασία, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθώς και ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης (πρβλ. απόφαση Haqbin, σκ. 45-46.) Αντιστοίχως, το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 4375/2016 θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και μετά την περάτωση των διαδικασιών ταυτοποίησης και υποδοχής, και μέχρι να μεταφερθεί ο επιθυμών να αιτηθεί διεθνή προστασία, με μέριμνα της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, από το ΚΥΤ, όπου υποβλήθηκε στις ως άνω διαδικασίες, σε κατάλληλη δομή για την προσωρινή υποδοχή του [πρβλ. το έβδομο εδάφιο της παρ.7 όπως αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 18 παρ.5 του ν.4587/2018 (Α΄ 218)], οι αρμόδιες υπηρεσίες του οικείου ΚΥΤ εξακολουθούν να υπέχουν την υποχρέωση που θεσπίζει η ως άνω διάταξη, περί μέριμνας για την αξιοπρεπή διαβίωση αυτού. Τούτο, μάλιστα, ενόψει και της σχετικώς διαμορφωθείσας νομολογίας του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία αφενός, η υποχρέωση εξασφάλισης αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, επιβάλλει στα κράτη μέλη, να παρέχουν διαρκώς και αδιαλείπτως το εν λόγω επίπεδο διαβίωσης. Αφετέρου, η πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής που θα είναι ικανή να εξασφαλίσει ένα τέτοιο επίπεδο διαβίωσης πρέπει να παρέχεται από τις αρχές των κρατών μελών, με συγκεκριμένες ρυθμίσεις και υπό τη δική τους ευθύνη (βλ. τις αποφάσεις Haqbin, σκ. 50, Saciri και λοιποί, σκ. 35, 49-50, και Cimade και Gisti, σκ. 56). Η υποχρέωση δε αυτή δεν αίρεται επί συνδρομής των κατά το άρθρο 54 παρ. 1 περ. α και β προϋποθέσεων ώστε η οικεία αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, είτε διότι άλλο Κράτος μέλος παρέχει ήδη διεθνή προστασία στον ενδιαφερόμενο (περ. α), είτε διότι άλλο Κράτος μέλος είναι υπεύθυνο με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 604/2013 για την εξέταση της αίτησής του (περ. β), αλλά εξακολουθεί, στη μεν πρώτη περίπτωση μέχρι την έκδοση της οικείας απόφασης, στη δε δεύτερη περίπτωση μέχρι τη μεταφορά αυτού στο αντίστοιχο Κράτος μέλος. Πριν τα ως άνω χρονικά σημεία οι συνθήκες υποδοχής μπορούν να περιοριστούν ή να διακοπούν μόνο με σχετική, ειδικώς αιτιολογημένη, απόφαση, κατά την παρ. 7 του άρθρου 15 του π. δ/τος 220/2007 (και πλέον κατά την παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 4540/2018, βλ. και το άρθρο 20 της Οδηγίας 2013/33), για έναν από τους εξαντλητικά προβλεπόμενους στην οικεία διάταξη λόγους (πρβλ. την απόφαση Cimade και Gisti, σκ. 50, 52-53 και 55-58).

Επειδή, ακολούθως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων, τις αποφάσεις προσωρινών μέτρων του ΕΔΔΑ, τις εκθέσεις από θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ελεγκτικό Συνέδριο) και της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ειδικός Εισηγητής), τις εκθέσεις από ανεξάρτητες αρχές και μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά και τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα (βλ. ΔΕφΑθ 2390/2005 σκ.9, πρβλ. ΣτΕ 2348/2017 Ολομ. σκ. 57 και τις αποφάσεις του ΔΕΕ, της 21.12.2011, N. S. και λοιποί, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C411/10 και C493/10, σκ. 90-92 και της 5.4.2016, Aranyosi και Căldăraru, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15, σκ. 89). Κατά την εκτίμηση δε του ως άνω αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις δέσμες αντικειμενικών και συγκλινουσών ενδείξεων που συγκροτούνται, καθώς και στην επικαιρότητα και χρονολογική διάταξη των στοιχείων [πρβλ. ως προς τη συγκρότηση δέσμης ενδείξεων, αντί πολλών ΣτΕ 2342/2018 7μ σκ. 14, και, επίσης τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, B.G. και λοιποί κατά Γαλλίας, σκ. 83, και της 15.12.2016, Κhlaifia και λοιποί κατά Ιταλίας, 16483/12, σκ. 168, πρβλ. περαιτέρω, ως προς την χρονολογική προσέγγιση του αποδεικτικού υλικού, την απόφαση του ΕΔΔΑ της 5.4.2011, Rahimi κατά Ελλάδος, 8687/08, σκ. 81]. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά το έτος 2015 σημειώθηκε ένα πρωτοφανές σε μέγεθος κύμα μετανάστευσης προς την Ευρώπη, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, περίπου 850.000 άτομα, ακολούθησε την «οδό της ανατολικής Μεσογείου», προσεγγίζοντας αρχικά την Ελλάδα και συνεχίζοντας, ακολούθως, την πορεία του προς τη Δυτική Ευρώπη. Από τον Απρίλιο του έτους 2016, το μεταναστευτικό αυτό ρεύμα σημείωσε κάμψη, πλην όμως ο αποκλεισμός της διαδρομής των Βαλκανίων και η Κοινή Δήλωση της 18ης Μαρτίου των κρατών μελών της ΕΕ με την Τουρκία, μετέτρεψε γρήγορα τον μεταναστευτικό πληθυσμό που είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα από έναν διερχόμενο απλώς πληθυσμό σε έναν ιδιαίτερα ευάλωτο στατικό πληθυσμό. Ιδίως, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, η ως άνω Κοινή Δήλωση μετέβαλλε άρδην την κατάσταση, οδηγώντας σε αιφνίδια εκτόξευση του αριθμού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, και αδρανοποιώντας, συνάμα, τη δυνατότητα μεταφοράς των νεοαφικνούμενων μεταναστών στην ενδοχώρα. Απότοκος των ανωτέρω ήταν η συγκέντρωση στα νησιά ενός αριθμού μεταναστών, ο οποίος υπερέβαινε κατά πολύ την αρχικώς σχεδιασθείσα χωρητικότητα των οικείων κέντρων φιλοξενίας, και η συμφόρηση της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας. Έτσι, ενώ η πρώτη προσέγγιση, την επαύριον της Κοινής Δήλωσης, ήταν η μετατροπή των ΚΥΤ σε κλειστές δομές, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η τακτική αυτή εγκαταλείφθηκε, υπερφαλαγγιζόμενη από τις πραγματικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν. Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού, μάλιστα, εξακολούθησε εντεινόμενο, καθ’ όλη τη διάρκεια των μηνών Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου, καθώς ο αριθμός των μεταναστών που έφευγαν ήταν κατά πολύ μικρότερος του αριθμού των μεταναστών που έφταναν στα νησιά, δεν είχε δε διευθετηθεί τον Νοέμβριο του 2016 και καθ’ όλη την κρίσιμη χρονική περίοδο μέχρι και τον Ιανουάριου του 2017. Παράλληλα, από πολλές πλευρές, καταμαρτυρείται ένα έλλειμα συντονισμού, οργάνωσης και διάκρισης αρμοδιοτήτων στα Κ.Υ.Τ., καθ’ όλη την επίμαχη περίοδο μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2017. Στην προκειμένη περίπτωση, οι διαδικασίες ταυτοποίησης και υποδοχής στις οποίες υποβλήθηκε ο θανών Μ.Μ., αμέσως με την προσαγωγή του στο Κ.Υ.Τ. της Μόριας, στις 14.11.2016, ολοκληρώθηκαν αυθημερόν, χωρίς να ακολουθήσει απόφαση περί παράτασης του περιορισμού της ελευθερίας του, ο οποίος (περιορισμός) σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπερβεί τις 25 ημέρες. Κατά την έννοια δε του άρθρου 14 του ν. 4375/2016, αρχής γενομένης από την ολοκλήρωση των ως άνω διαδικασιών, ήρθη αυτοδικαίως, ήτοι χωρίς να απαιτείται η έκδοση περαιτέρω διοικητικής πράξης, ο περιορισμός που του είχε επιβληθεί. Εξάλλου, κατά τον χρόνο προσαγωγής του θανόντος στο ως άνω Κ.Υ.Τ., οι εγκαταστάσεις του τελευταίου είχαν ήδη υπερπληρωθεί, σε βαθμό που ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών διέμεναν σε σκηνές που τους είχαν χορηγηθεί προς τούτο, στους παρακείμενους αγρούς- ελαιοκτήματα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εν γένει κατάσταση του θανόντος, ως προσώπου υγιούς και μη ανήκοντος σε κάποια ευάλωτη ομάδα, επιρρωνύει τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ο τελευταίος εγκαταστάθηκε σε σκηνή εκτός των ορίων του Κ.Υ.Τ.. Επομένως, τόσο κατά τον νόμο, όσο και εν τοις πράγμασι, μετά την περάτωση των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης, ο θανών συγγενής των εναγόντων, δεν τελούσε υπό κράτηση, υπό την έννοια του άρθρου 1 περ. ι του π. δ/τος 220/2007 και του άρθρου 2 περ. η της Οδηγίας 2013/33, αλλά ούτε υπό την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 περ. στ της ΕΣΔΑ (βλ. ιδίως την απόφαση του ΕΔΔΑ, της 25.1.2018, J.R. και λοιποί κατά Ελλάδας, 22696/16 σκ. 83-87). Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τις υποχρεώσεις που υπείχαν οι αρχές της Υπηρεσίας υποδοχής και ταυτοποίησης, βάσει του άρθρου 12 του π. δ/τος 220/2007 και του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 4375/2016, όπως ερμηνεύτηκαν ανωτέρω υπό το φως του ενωσιακού δικαίου, έναντι των προσώπων που ενέπιπταν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής τους. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο θανών συγγενής των εναγόντων ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, ενόψει του ότι ήταν υπήκοος τρίτης χώρας και είχε εκφράσει την επιθυμία του να αιτηθεί διεθνή προστασία. Είναι δε αδιάφορο από την άποψη αυτή το εάν ο θανών ήταν πράγματι δικαιούχος άδειας διαμονής στη Γερμανία, καθώς και το ειδικότερο νομικό έρεισμα της άδειας αυτής, ήτοι η χορήγηση διεθνούς ή άλλης προστασίας σε αυτόν, εφόσον, πάντως, μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, δεν είχε εκδοθεί απόφαση που να απορρίπτει την αίτησή του ως απαράδεκτη ή να περιορίζει/διακόπτει την υποχρέωση περί παροχής των υλικών συνθηκών του άρθρου 12 του π. δ/τος 220/2007. Ακολούθως, αναφορικά με τις υλικές συνθήκες που παρασχέθηκαν στον τελευταίο, διαπιστώνονται τα εξής. Όπως προεκτέθηκε, ο συγγενής των εναγόντων διέμενε από την ολοκλήρωση των διαδικασιών ταυτοποίησης και υποδοχής, στις 14.11.2016, μέχρι και τον θάνατό του, στις 28.1.2017, σε μια σκηνή που του είχε χορηγηθεί προς τούτο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΚΥΤ. Κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας το εν λόγω κατάλυμα παρίστατο ιδιαιτέρως ευάλωτο στα καιρικά φαινόμενα, κυρίως δε στο ψύχος. Μάλιστα η σκηνή του θανόντος βρισκόταν εκτός των κυρίως εγκαταστάσεων του ΚΥΤ. Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι τον εξέθετε ακόμη περισσότερο στα έντονα καιρικά φαινόμενα, έθετε, επίσης, ένα επιπλέον πρόσκομμα στην πρόσβασή του στις υπηρεσίες που προσφέρονταν από το ΚΥΤ, ήτοι στις υπηρεσίες υγιεινής, τροφοδοσίας, ενημέρωσης και ασφάλειας. Εξάλλου, οι υπηρεσίες αυτές δεν θα μπορούσαν, ενόψει του διαπιστωθέντος κατά τα ανωτέρω προβλήματος υπερπληθυσμού του ΚΥΤ, παρά να υπολειτουργούν. Την κατάσταση αυτή επιδείνωνε η συμφόρηση στην οποία είχαν περιέλθει, κατά τα ανωτέρω, οι διαδικασίες παροχής διεθνούς προστασίας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του θανόντος, παρά την παρέλευση δύο και πλέον μηνών από την απλή καταγραφή της βούλησής του να αιτηθεί άσυλο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μέχρι και τον θάνατό του, είχε προσδιοριστεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα πλήρους καταγραφής της αίτησής του. Τέλος, το επισφαλές της θέσης του εντεινόταν από το γεγονός ότι δεν του είχε χορηγηθεί προσωρινό δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία ούτε του είχε επιδοθεί, με τη συνδρομή διερμηνέα, η απόφαση περί παραπομπής του στην Υπηρεσία Ασύλου, και, συνεπώς, ο θανών δεν διέθετε άλλα νομιμοποιητικά έγγραφα πέραν του εγγράφου καταγραφής των στοιχείων του. Οι συνθήκες αυτές, αν και υπολείπονταν των απαιτήσεων του άρθρου 12 του π. δ/τος 220/2007 και των άρθρων 17-18 της Οδηγίας 2013/33, και χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ανασφάλεια και έντονη επιδείνωση των συνθηκών διαβιώσεως του θανόντος, μπορούν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν, ενόψει ιδίως της κατά τα ανωτέρω κρισιμότητας των περιστάσεων αλλά και της φυσιογνωμίας του θανόντος ως μη ανήκοντος σε ευάλωτη ομάδα, ως διαφοροποιημένες συνθήκες φιλοξενίας, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 18, παράγραφος 9 της ως άνω Οδηγίας και 13 παρ. 10 του ως άνω π. δ/τος (πρβλ. τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, B.G. και λοιποί κατά Γαλλίας, σκ. 84-89 και 95-98, και της 28.2.2019, Η. Α. και λοιποί κατά Ελλάδας, 19951/16, σκ. 171-175). Τούτο, όμως, εφόσον οι ως άνω συνθήκες διατηρούνταν για εύλογο χρονικό διάστημα, και ενόσω δεν άγγιζαν την έσχατη υλική στέρηση, η οποία εγείρει ζήτημα υπό το πρίσμα των άρθρων 4 του ΧΘΔΕΕ και 3 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, η εξακολούθηση της διαμονής του συγγενούς των εναγόντων, εκτός των ορίων του ΚΥΤ, στο πρόχειρο κατάλυμα της σκηνής που του είχε δοθεί, παρά την παρέλευση δύο και πλέον μηνών και την έλευση του χειμώνα, και κυρίως παρά την εκδήλωση έντονων καιρικών φαινομένων δριμύτατου ψύχους και χιονιού, με μόνο μέσο προστασίας του τα ρούχα του και μια κουβέρτα, ισοδυναμεί με περιέλευση αυτού σε συνθήκες έσχατης υλικής στέρησης, καταλίπουσες παντελώς ακάλυπτη τη στοιχειώδη ανθρώπινη ανάγκη του για αξιοπρεπή στέγαση υπό βιώσιμες συνθήκες θερμοκρασίας. Τα αρμόδια δε όργανα του εναγόμενου παρέλειψαν να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα προκειμένου να προλάβουν και αποτρέψουν την κατάσταση αυτή, προβαίνοντας στην προσωρινή έστω μεταφορά των έκθετων στο δριμύ ψύχος μεταναστών σε θερμαινόμενους χώρους ή τουλάχιστον εφοδιάζοντάς τους με επαρκή θερμαντικά μέσα (πρβλ. ΔΕφΠατ. 354/2020 σκ. 19, και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, σκ. 249 – 264, Rahimi κατά Ελλάδας, σκ. 87-94, της 28.2.2019, Khan κατά Γαλλίας, 12267/16, σκ. 76-95, και της 2.7.2020, N.H. και λοιποί κατά Γαλλίας, 28820/13, σκ. 165-188). Εξάλλου, προς αντιμετώπιση του δριμύτατου ψύχους οι μετανάστες υιοθέτησαν την πρακτική του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών. Η πρακτική αυτή ενείχε, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, πολλαπλούς κινδύνους για την ασφάλεια των διαβιούντων στον καταυλισμό (πρβλ. το άρθρο 18 περ. 8 της υ.α. υπ’ αριθ. 11.1/6343/2014, Β΄ 3295, ως προς την απαγόρευση της ελεύθερης χρήσης φωτιάς στις δομές φιλοξενίας). Εναπόκειτο επομένως στα όργανα του εναγόμενου, και συγκεκριμένα στις αρμόδιες αρχές του ΚΥΤ της Λέσβου, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξαλείψουν την πρακτική αυτή, όπως η κατηγορηματική απαγόρευσή της, η ενημέρωση των μεταναστών για τους κινδύνους που εγκυμονεί και η αποστέρηση αυτών από τα αντίστοιχα πυροδοτικά μέσα. Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι τα όργανα του εναγόμενου ενθάρρυναν τους μετανάστες στη χρήση των αυτοσχέδιων αυτών πυρών, πλην όμως ενόψει: α) του γενικευμένου χαρακτήρα που έλαβε η πρακτική αυτή, β) των, κατά τα ανωτέρω, καταμαρτυρούμενων από διάφορους φορείς, συνθηκών σύγχυσης αρμοδιοτήτων και ελλείματος οργάνωσης που επικρατούσαν, κατά την επίμαχη περίοδο, στα ΚΥΤ, καθώς και γ) του, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 14 της παρούσας, ανεπίκαιρου χαρακτήρα των στοιχείων που προσκόμισε το εναγόμενο προς απόδειξη της από μέρους των οργάνων του λήψης των κατάλληλων αποτρεπτικών μέτρων, διαπιστώνεται ότι τα όργανα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου παρέβησαν πράγματι την υποχρέωσή τους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την επίμαχη πρακτική. Οι συγκεκριμένες ως άνω παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου, ήτοι η παράλειψη προφύλαξης του επιθυμούντος να αιτηθεί διεθνή προστασία και εξαρτώμενου πλήρως από τη δημόσια αρωγή συγγενούς των εναγόντων από την κατάσταση έσχατη υλικής στέρησης στην οποία περιήλθε, και η παράλειψη συστηματικής αποτροπής της πρακτικής του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών από τους διαβιούντες στον καταυλισμό μετανάστες, ήταν επαρκώς ικανές, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής, να επιφέρουν και, πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, επέφεραν τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, εντός της σκηνής του, λόγω εισπνοής μονοξειδίου του άνθρακα, εκλυόμενου από αυτοσχέδια πυρά, κατά το παγερό βράδυ της 27ης προς 28ης Ιανουαρίου του 2017 (πρβλ. την απόφαση του ΕΔΔΑ, της 17.7.2014, Centre de ressources juridiques au nom de Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας, 47848/08, σκ. 142-144). Και ναι μεν, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο θανών συνετέλεσε στον θάνατό του, συμμετέχοντας στην πρακτική του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών, χωρίς μάλιστα την προσήκουσα προσοχή στους κινδύνους που αυτή εγκυμονούσε, η συμπεριφορά του, όμως, αυτή δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ως άνω παραλείψεων του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και του θανάτου του, διότι δεν ήταν άσχετη με τις ως άνω παραλείψεις, αλλά εγγραφόταν στην αιτιώδη τροχιά που αυτές είχαν προδιαγράψει (πρβλ. ΣτΕ 1704/2019 σκ.12, 484/2018 σκ. 9). Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί ανωτέρας βίας τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, η αιφνίδια αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος της Ανατολικής Μεσογείου, και η μετέπειτα ραγδαία μεταστροφή των χαρακτηριστικών του μεταναστευτικού πληθυσμού από απλώς διερχόμενο σε στάσιμο, ανάγονταν, ήδη, κατά τα ανωτέρω, στο παρελθόν (έτος 2015 και Απρίλιος του έτους 2016 αντίστοιχα), ενώ καιρικά φαινόμενα έντονου ψύχους και χιονιού, έστω και όχι τέτοιας σφοδρότητας, ήταν αναμενόμενα για την συγκεκριμένη χωροχρονική συγκυρία, δεν ήταν, δε, αυτή καθ’ αυτή η έντασή των φαινομένων που προκάλεσε τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, αλλά οι ως άνω παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών τους (πρβλ. ΣτΕ 287/2020 σκ. 13, 1159/2018 σκ. 9, 4737/2014 σκ. 10, 1800/2013 σκ. 9 -10, 925/2012 σκ. 11-12, ΔΕφΠατ. 113/2021 σκ. 4). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, απορριπτομένων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου.

Επειδή, ακολούθως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) τις συνθήκες θανάτου του συγγενούς των εναγόντων, Μ.Μ., οι οποίες κατά τα ανωτέρω ισοδυναμούσαν με συνθήκες έσχατης υλικής στέρησης, β) την ηλικία αυτού κατά τον χρόνο του θανάτου του (46 σχεδόν χρονών), γ) τον βαθμό συγγένειας της πρώτης (σύζυγος), των δεύτερης έως και έβδομου (τέκνα) και των υπολοίπων (αδέλφια) των εναγόντων με το θανόντα, δ) την ηλικία των εναγόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο (44 ετών η πρώτη, 14 ετών η δεύτερη, 3 ετών η τρίτη, 16 ετών ο τέταρτος, 15 ετών η πέμπτη, 19 ετών η έκτη, 18 ετών ο έβδομος, 48 ετών η δέκατη, 35 ετών η εντέκατη, 38 ετών η δέκτη τρίτη και 49 ετών ο δέκατος έβδομος), ε) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων, εκ των οποίων οι πρώτη έως και έβδομος αποτελούν πολυμελή, μονογονεϊκή πλέον, οικογένεια με ιστορικό μετανάστευσης από την κατά τα κοινώς γνωστά μαστιζόμενη από τον πόλεμο Συρία, οι δε υπόλοιποι είναι απόδημοι ή και ένδημοι Σύριοι πολίτες και στ) τους δεσμούς αγάπης που συνέδεαν άπαντες των εναγόντων με το θύμα, κρίνει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν βαθύτατη ψυχική οδύνη από τον θάνατο του συγγενούς τους. Πλην όμως, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας, περαιτέρω, ιδίως, α) ως προς τον βαθμό του πταίσματος των οργάνων του εναγομένου, τις σύμφυτες με την διαχείριση μιας τεραστίου μεγέθους μεταναστευτικής- προσφυγικής κρίσης εξαιρετικές δυσκολίες (πρβλ. την απόφαση του ΕΔΔΑ, Κhlaifia και λοιποί κατά Ιταλίας, σκ. 178-185), β) ως προς τον βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, ότι ναι μεν ο παράνομος ή μη χαρακτήρας της εισόδου αυτού στην ελληνική επικράτεια δεν ασκεί συναφώς επιρροή (πρβλ. ΣτΕ 877/2013 7μ σκ. 8), πλην όμως ο θανών εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο διττώς, αφενός, μεταβαίνοντας από τη Γερμανία, όπου, μάλιστα, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες με αριθμό 0928/1.4.2021 ένορκη βεβαίωση, εισέπραττε ήδη κάποιο επίδομα, στη Μόρια, επαφιόμενος, συναφώς, για την συντήρησή του στην υλική αρωγή του κατά τα κοινώς γνωστά ήδη εξαιρετικά και πολλαπλώς βεβαρημένου Ελληνικού Δημοσίου, και αφετέρου συμμετέχοντας, κατά τα ανωτέρω γινόμενα δεκτά, χωρίς την προσήκουσα προσοχή στην πρακτική του ανάμματος αυτοσχέδιων πυρών (πρβλ. ΔΕφΑθ 2390/2005 σκ.10), και τέλος γ) το γεγονός ότι η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη αποσκοπεί στην ηθική παρηγορία και την ψυχική ανακούφιση των συγγενών και δεν πρέπει να οδηγεί σε υπέρμετρο πλουτισμό αυτών, κρίνει ότι προς ανακούφιση της ψυχικής οδύνης που κατά τα ανωτέρω υπέστησαν οι ενάγοντες πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλλει σε καθέναν από τους πρώτη έως και έβδομο 30.000 ευρώ και σε καθέναν από τους δέκατη, ενδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατο έβδομο 10.000 ευρώ.

Πηγή: Adjstice.gr, 29/07/2021

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

Ένα νομοσχέδιο με ανομολόγητες προθέσεις – Επαναφορά σε καθεστώς αλλοδαπών πολιτών χωρίς χαρτιά



Εισαγωγή

Τέθηκε στις 18-6-2021 σε δημόσια διαβούλευση η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, υπό τον τίτλο: «Αναμόρφωση διαδικασιών απελάσεων και επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών, ζητήματα αδειών διαμονής και διαδικασιών χορήγησης διεθνούς προστασίας και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη».

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου με το προτεινόμενο νομοσχέδιο επιχειρείται η αποσαφήνιση και η αυστηροποίηση των διαδικασιών απελάσεων και επιστροφών με σκοπό την απομάκρυνση από τη χώρα όσων δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας, καθώς και η εξάλειψη αρρυθμιών του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, τις οποίες εκμεταλλεύονται πολίτες τρίτων χωρών ώστε να παραμένουν παρανόμως στη χώρα.

Πλην όμως, όπως θα αναλύσουμε κατωτέρω, πέρα του ότι ουδόλως επιτυγχάνεται ο σκοπός της εξάλειψης αρρυθμιών του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, πρόθεση του νομοθέτη σε συνέχεια προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων (του ν. 4636/2019 και ιδίως του ν. 4686/2020) είναι πράγματι η εξάλειψη ακόμη και των ελάχιστων δυνατοτήτων της νομοθεσίας για ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής των «χωρίς χαρτιά».

Σε αυτό το πλαίσιο είναι εμφανής η διάθεση αυστηροποίησης της σχετικής νομοθεσίας με την προτεινόμενη πλήρη κατάργηση της κατηγορίας αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.

Οι προθέσεις δε του νομοθέτη καθίστανται ακόμη περισσότερο ενδεικτικές, ενόψει και των πρόσφατων πρωτοβουλιών περί χαρακτηρισμού της Τουρκίας ως ασφαλούς τρίτης χώρας για την πλειονότητα των αιτούντων διεθνή προστασία (ήτοι όσων κατάγονται από Συρία, Αφγανιστάν, Σομαλία, Πακιστάν και Μπαγκλαντές)[1] όσο και του προηγούμενου χαρακτηρισμού σειράς χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής[2], οι οποίες θα καταστήσουν μεγάλο αριθμό πολιτών τρίτων χωρών (που έως πρόσφατα μάλιστα χαρακτηρίζονταν σε υψηλά ποσοστά ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας), στερούμενους νομιμοποιητικών εγγράφων και υποκείμενους σε διαδικασίες απέλασης/επιστροφής ή/και επανεισδοχής στην Τουρκία, με βάση το Διμερές πρωτόκολλο[3] ή/και την Ευρωπαϊκή Συμφωνία Επανεισδοχής[4].

Ανάγκη επικαιροποίησης της νομοθεσίας

Πράγματι το νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3386/2005 που εφαρμοζόταν κατά τη διαδικασία εισόδου στη χώρα[5], χρειαζόταν αναπροσαρμογές και κυρίως εναρμόνιση με το νομοθετικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε αρχικά με το ν. 3907/2011, και στη συνέχεια με τους νόμους 4376/2016 και 4636/2019, τόσο σε σχέση με τις διαδικασίες επιστροφών, που εφαρμόζονταν σε όσους είχε επιτραπεί η είσοδος στη χώρα (δηλαδή σε όσους είτε είχαν λάβει άδεια διαμονής, είτε είχαν υπαχθεί σε διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας), όσο και σε σχέση με τις διαδικασίες υποδοχής (πρώτης υποδοχής κατά το ν. 3907/2011) όσων υπέβαλλαν αίτηση διεθνούς προστασίας ιδίως κατά το πρώτο στάδιο εξέτασής τους.

Η απλή επανάληψη όμως της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ν. 3907/2011 ως παράγραφος 1 του άρθρου 1 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου[6] και η ρητή πρόβλεψη ότι σε αυτές τις περιπτώσεις[7] εφαρμόζεται ο ν. 3386/2005 δεν επιλύει κανένα πρόβλημα απ΄ όσα είχαν εμφανιστεί στην πράξη:

- Η προβληματική ποινικοποίηση της παράνομης εισόδου στη χώρα παραμένει, παρά το γεγονός ότι με σταθερή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης προέχει η διαδικασία της επιστροφής[8] έναντι της επιβολής κυρώσεων[9] έτσι ώστε να επιτρέπεται η επιβολή κυρώσεων μόνο στην περίπτωση που η επιστροφή δεν κατέστη δυνατή[10], ή στην περίπτωση επανεισόδου σε περίπτωση υλοποίησης αυτής[11]. Ετσι το άρθρο 83 του ν. 3386/2005 τουλάχιστον στην αρχική του πρόβλεψη περί επιβολής ποινικών κυρώσεων σε κάθε παράτυπα εισερχόμενο στη χώρα έχει πλέον καταστεί αντίθετο με το δίκαιο της ΕΕ. Η δε διαδικασία της αποχής από την ποινική δίωξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών, πέραν του ότι εφαρμόζεται κατ΄ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, γεγονός που δεν συνάδει με την αρχή της νομιμότητας που διέπει το σύστημα της άσκησης ποινικής δίωξης  σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έχει οδηγήσει σε ολότελα διαφοροποιημένες πρακτικές ανά την επικράτεια (είτε συστηματικής μη εφαρμογής της διάταξης, είτε επιλεκτικής εφαρμογής της, είτε εφαρμογής της με τον πλέον αυστηρό τρόπο, όπως συνέβη πέρσι το Μάρτιο του 2020 στην Ορεστιάδα και στη Λέσβο, όπου τιμωρήθηκαν ακόμη και πρόσφυγες για παράνομη είσοδο στη χώρα και οδηγήθηκαν στη φυλακή χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα στην ποινή τους).

- Η προβληματική συναρμογή της κίνησης διαδικασίας απέλασης, ταυτόχρονα ή και προηγούμενα σε σχέση με την υπαγωγή σε διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης του εισερχόμενου στη χώρα παραμένει επίσης

Σύμφωνα με το νόμο 3386/2005 η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον, μεταξύ άλλων, ο αλλοδαπός παραβιάσει τις διατάξεις που ρυθμίζουν την είσοδο και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια[12].

Η ως άνω όμως πρόβλεψη εγείρει ζητήματα ως προς την παραβίαση της αρχής μη επαναπροώθησης  που προστατεύεται από το άρθρο 33 της σύμβασης της Γενεύης, και αποτελεί γενικά παραδεδεγμένη αρχή του διεθνούς δικαίου, όπως επίσης και ζητήματα από την παραβίαση των άρθρων 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[13] που προστατεύουν το δικαίωμα στη ζωή, και απαγορεύουν κατά απόλυτο και μη δεκτικό παρέκκλισης τρόπο την υποβολή σε βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση[14]. Ηδη δε οι ως άνω αρχές έχουν ενσωματωθεί και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως επίσης και στο δευτερογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης[15].

Ετσι η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 76 του ν. 3386/2005 και ιδίως η απαρέγκλιτη εφαρμογή της για κάθε νεοεισερχόμενο στη χώρα εγείρει ζητήματα συμφωνίας με τις ως άνω προβλέψεις του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Εχοντας αυτό κατά νου ο νομοθέτης προσέθεσε το άρθρο 78Α «Προστασία από την απέλαση» στο ν. 3386/2005, που εισήχθη με το άρθρο 18 του ν. 4332/2015 και όρισε ότι απόφαση απέλασης δεν εκδίδεται σε περίπτωση συνδρομής των όρων της αρχής της μη επαναπροώθησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στις ως άνω διατάξεις του διεθνούς δικαίου, οπότε στη συγκεκριμένη περίπτωση χορηγείται βεβαίωση περί μη απομάκρυνσης για λόγους ανθρωπιστικούς[16], με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της βεβαίωσης αναβολής απομάκρυνσης του άρθρου 24 του ν. 3907/2011.

Ηδη, με τα άρθρα 68 και 104 του ν. 4636/2019, όπως ισχύουν, η σχετική υποχρέωση εξέτασης της τήρησης των ως άνω διεθνών υποχρεώσεων της χώρας επιβλήθηκε στην αποφαινόμενη αρχή επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας τόσο σε πρώτο βαθμό, όσο και κατόπιν άσκησης προσφυγής ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών, σε δεύτερο βαθμό[17]. Εφόσον έτσι υποβληθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται να υποβάλλεται κατά τρόπο τυπικό[18], καταρχήν δεν χωρεί διαδικασία απέλασης, έως την κρίση επ΄ αυτής και η σχετική διαδικασία απέλασης θα πρέπει να ανακληθεί ή ανασταλεί για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί μια αίτηση διεθνούς προστασίας[19].

Σύμφωνα δε με τις σχετικές Ευρωπαϊκές οδηγίες και το νόμο 4636/2019 υφίσταται υποχρέωση υποβολής σε διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης[20], όσο και καταγραφής και εξέτασης αιτήματος διεθνούς προστασίας[21]. Οι άνω διαδικασίες συχνά είναι αντιφατικές με τη διαδικασία απέλασης που έχει ήδη εκκινήσει, πόσο μάλιστα όταν αυτή συνδυάζεται και με κράτηση. Είναι ιδιαίτερα συχνή στην πράξη η σύγχυση ως προς την εφαρμογή διαδικασιών απέλασης, ταυτόχρονα με την υπαγωγή σε διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης.  Ετσι το άρθρο 39 του ν. 4636/2019[22] που προβλέπει ότι με ευθύνη των αστυνομικών ή λιμενικών αρχών οι πολίτες τρίτες χωρών που εισέρχονται χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στη χώρα οδηγούνται άμεσα σε Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης, ενίοτε δεν εφαρμόζεται, όπως έχει παρατηρηθεί συχνά στην πράξη τόσο στις εισόδους από τον Εβρο, όσο και στην περιοχή των Δωδεκανήσων[23], είτε και παραλείπεται τελείως η διαδικασία υποδοχής και ταυτοποίησης[24].

Αντί έτσι ο νομοθέτης να αντιμετωπίσει τα ζητήματα επικαιροποίησης του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τα ζητήματα απέλασης, κράτησης και επιβολής περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων, ή άλλων εναλλακτικών της κράτησης μέτρων στο πλαίσιο της διαδικασίας υποδοχής και ασύλου της χώρας, συνεχίζει και με το προτεινόμενο νομοσχέδιο να διατηρεί παράλληλα τη διαδικασία απέλασης του ν. 3386/2005, χωρίς προσαρμογή σε σχέση με τις διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης, όσο και το ν. 3907/2011 που διέπει τα ζητήματα επιστροφής παράνομα διαμενόντων στη χώρα. Συνεχίζει έτσι να διατηρεί αρρυθμίες του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, με σκοπό να διατηρήσει το γενικότερο καθεστώς αυθαιρεσίας ως προς την επιβολή του μέτρου της απέλασης και της κράτησης, που έχει οδηγήσει τη χώρα στο στόχαστρο της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων και της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πλαίσιο παρακολούθησης της συμμόρφωσης της Ελληνικής Κυβέρνησης με την απόφαση M.S.S. κατά Ελλάδας και Βελγίου νο. 30696/09 της 21-1-2011.

- Στο πλαίσιο μάλιστα αυστηροποίησης της σχετικής νομοθεσίας, διατηρώντας παράλληλα τις ασάφειες και τις αρρυθμίες της, ο νομοθέτης προβαίνει σε επιμέρους τροποποιήσεις του ν. 3907/2011 και της σχετικής νομοθεσίας που διέπει το σύστημα απελάσεων/επιστροφών/επανεισδοχών, όσο και τις επιδόσεις απορριπτικών αποφάσεων αδειών διαμονής χωρίς να επιλύει ζητήματα που έχουν εμφανισθεί.

Ετσι, παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη παρατηρήσει[25] ότι κράτηση για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο σύστημα επιστροφών για τους σκοπούς της μεταναστευτικής νομοθεσίας είναι μη συμβατή με την Οδηγία Επιστροφών[26], με το άρθρο 3 του προτεινόμενου νομοσχεδίου διατηρείται η σχετική πρόβλεψη.

Παρά δε το ότι εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης του Υπουργού κατά απόφασης Επιτροπής Προσφυγών, η οποία έκρινε ότι δεν είναι δυνατή έκδοση απόφασης επιστροφής κατά τη διάρκεια ισχύος της προθεσμίας υποβολής αίτησης συνέχισης της διαδικασίας, λόγω παραβίασης της αρχής μη επαναπροώθησης, το προτεινόμενο νομοσχέδιο με το άρθρο 2 σπεύδει να προδικάσει το αποτέλεσμα της δίκης και να συμπεριλάβει την έκδοση τέτοιας απόφασης ως υποχρέωση των αρμοδίων αρχών.

Μειώνονται επίσης οι προθεσμίες της οικειοθελούς αναχώρησης και της παράτασης αυτής με τα άρθρα 3 και 7 του προτεινόμενου νομοσχεδίου, όπως επίσης και οι προθεσμίες υποβολής αιτήσεων θεραπείας κατά των αποφάσεων απόρριψης αιτήσεων αδειών διαμονής με τα άρθρα 8 και 13 του προτεινόμενου νομοσχεδίου.

Είναι δε ολότελα χαρακτηριστική και η πρόβλεψη με την παράγραφο 2 του άρθρου 39 του προτεινόμενου νομοσχεδίου περί κατάργησης της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 4251/2014, περί χορήγησης στους ενδιαφερόμενους αντιγράφου της απόφασης απόρριψης ή ανάκλησης άδειας διαμονής μετά την παρέλευση της προθεσμίας επίδοσης. Η διάταξη είχε προστεθεί ενόψει της πρακτικής μη χορήγησης από τις αρμόδιες αρχές αντιγράφου της απορριπτικής απόφασης, με επίκληση της απαγόρευσης παροχής υπηρεσιών σε πολίτες τρίτων χωρών, στερούμενων νομιμοποιητικών εγγράφων διαμονής. Η εν λόγω πρακτική ήταν απολύτως έκνομη ως αντίθετη στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το οποίο επιχειρούσε να πλήξει, αλλά και σε σειρά άλλων νομοθετικών προβλέψεων[27] και παρόλα αυτά επιχειρείται να επαναφερθεί με την προτεινόμενη πρόβλεψη.

- Πιο σημαντική όμως είναι η άρνηση ρύθμισης του ζητήματος της κράτησης αλλοδαπών σε αστυνομικά κρατητήρια προς εκτέλεση αποφάσεων απέλασης και επιστροφής, η οποία έχει καταστεί αντικείμενο εκθέσεων από την Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης[28], όσο και διαρκής πηγή παραβιάσεων που διαπιστώνονται ως προς τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στα αστυνομικά κρατητήρια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οι οποίες πλέον αντιμετωπίζονται ως συστημική παραβίαση που η συμμόρφωση της Ελληνικής Κυβέρνησης προς αυτές είναι υπό καθεστώς αναβαθμισμένης επιτήρησης από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης[29]. Αντίθετα με το άρθρο 32 του προτεινόμενου νομοσχεδίου, παρότι τροποποιείται το άρθρο 81 του ν. 3386/2005, συνεχίζει να προβλέπει ως βασικό τρόπο εφαρμογής την κράτηση στις αστυνομικές αρχές.

Στο ίδιο πλαίσιο είναι ενδεικτική και η σημειολογική περισσότερο μετονομασία των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, με το άρθρο 26 του προτεινόμενου νομοσχεδίου από ανοικτές σε ελεγχόμενες δομές (που μάλλον αφορούν τις δομές υποδοχής της ενδοχώρας), που υποδηλώνει ως πρόθεση, αυτό που παρατηρείται στην πράξη, ήτοι την αύξηση της χρήσης όσο και της διάρκειας της κράτησης[30].

Ολοκληρωτική κατάργηση αδείας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους

Πέρα όμως από όλα τα παραπάνω, το περισσότερο ανησυχητικό είναι οι προβλέψεις περί ολοκληρωτικής κατάργησης κάθε ψήγματος της νομοθεσίας περί χορήγησης αδείας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, όσο και οποιουδήποτε άλλου καθεστώτος, ισοδύναμου ή και υποδεέστερου αυτού, όπως του καθεστώτος αναβολής απομάκρυνσης, που είχε προβλεφθεί με τα άρθρα 68 και 104 του ν. 4636/2019.

Όπως έχουμε ήδη αναλύσει προηγούμενα[31] οι σχετικές προβλέψεις της νομοθεσίας περί δυνατότητας χορήγησης αδείας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους[32] επιβάλλονται με βάση υποχρεώσεις διεθνών Συμβάσεων,  που αφορούν κυρίως την τήρηση της αρχής μη επαναπροώθησης, σε όσους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα με βάση τη Σύμβαση της Γενεύης για τη νομική κατάσταση των προσφύγων (ή επικουρικής προστασίας με βάση το ενωσιακό δίκαιο), καθώς και την υποχρέωση λήψης υπόψη κατά την εφαρμογή διαδικασιών επιστροφής, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ:

α) των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού,

β) της προστασίας της οικογενειακής ζωής,

γ) της κατάστασης της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, πέρα από την υποχρέωση τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Με βάση τα ανωτέρω η Οδηγία Επιστροφής 2008/115/ΕΚ (άρθρο 6 παρ. 4 αυτής)  προβλέπει ότι: «Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσουν αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφός τους.»

Σε συμμόρφωση με αυτές τις προβλέψεις είχαν διαμορφωθεί και οι προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας, κυρίως των άρθρων 19 και 19Α του ν. 4251/2014 περί χορήγησης αδειών διαμονής για εξαιρετικούς ή ανθρωπιστικούς λόγους, όσο και η δυνατότητα παραπομπής για εξέταση χορήγησης αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους από τις επιτροπές προσφυγών, σε περίπτωση οριστικής απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, μια διαδικασία εδραιωμένη τουλάχιστον από το άρθρο 8 του πδ 61/1999 που την προέβλεψε αρχικά. Όπως δε έχει αναλυθεί προηγούμενα, η πρώτη σχετική πρόβλεψη της νομοθεσίας ανάγεται στο άρθρο 25 παρ. 4 του ν. 1975/1991, που εφαρμοζόταν μάλιστα ακόμη και σε περιπτώσεις κατ΄ αναλογία δικαίου.

Με την περίπτωση ε’ του άρθρου 61 του ν. 4686/2020 καταργήθηκε και μάλιστα αναδρομικά από 1-1-2020, το άρθρο 67 του ν. 4375/2016, που ήταν η τελευταία ισχύουσα δυνατότητα παραπομπής από τις Επιτροπές Προσφυγών στις αρχές χορήγησης αδειών διαμονής με βάση τον Κώδικα Μετανάστευσης, σύμφωνα με την περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 19Α του ν. 4251/2014. Η ως άνω κατάργηση άφησε ένα ατελές καθεστώς[33], όπου οι λόγοι που κωλύουν την επιστροφή αιτούντος διεθνή προστασία του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό, εξετάζονταν από τις αρμόδιες αρχές (Υπηρεσία Ασύλου ή Επιτροπές Προσφυγών) στο πλαίσιο της δυνατότητας χορήγησης καθεστώτος υπό αναβολή απομάκρυνσης σύμφωνα με τα άρθρα 68 παρ. 3 και 104 παρ. 4 του ν. 4636/2019.

Ηδη ο νομοθέτης με το άρθρο 39 του προτεινόμενου νομοσχεδίου καταργεί κάθε υφιστάμενη διάταξη της νομοθεσίας[34] που προβλέπει χορήγηση αδείας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους που σχετίζεται με την πρόβλεψη του άρθρου 6 παρ. 4 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ για ανά πάσα στιγμή εξέταση της ανάγκης χορήγησης αδείας διαμονής.

Επισημαίνεται ότι και στην Ιταλία ο νόμος 113/2018[35] είχε καταργήσει την κατηγορία αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, που ήταν κατά πολύ ευρύτερη της ελληνικής νομοθεσίας, διατηρώντας όμως τη δυνατότητα έκδοσης αδειών διαμονής για ειδικούς λόγους (ιατρικής θεραπείας, ειδικών λόγων αστικής κατάστασης και φυσικών καταστροφών), ενώ με τους μετέπειτα νόμους 130/2020 και 173/2020, σε συμμόρφωση με συνταγματικές και διεθνείς υποχρεώσεις της Ιταλίας, επανεισήχθη κατά το στάδιο εξέτασης έκδοσης απόφασης επιστροφής ή απομάκρυνσης από τη χώρα, η δυνατότητα έκδοσης αδείας διαμονής όχι μόνο προς τήρηση της αρχής μη επαναπροώθησης, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, όσο και της ανάγκης προστασίας της υγείας[36].

Ο εγχώριος νομοθέτης, όμως, παράλληλα προτείνει την κατάργηση της πρόβλεψης των άρθρων 68 και 104 του ν. 4636/2019 περί δυνατότητας χορήγησης καθεστώτος αναβολής απομάκρυνσης από τις αποφαινόμενες αρχές μετά την απόρριψη αιτήματος διεθνούς προστασίας, έτσι ώστε να μην υπάρχει το οποιοδήποτε ψήγμα προστασίας όποιου απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας. Σε συνδυασμό με τις πρόσφατες ρυθμίσεις περί ασφαλών χωρών, που αναφέρθηκαν στην αρχή, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο η χώρα θα αποκτήσει και πάλι σημαντικό αριθμό πολιτών τρίτων χωρών στερούμενων νομιμοποιητικών εγγράφων.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ούτε οι ασυνόδευτοι ανήλικοι εξαιρούνται από την εφαρμογή των προτεινόμενων διατάξεων, παρά τις παλαιότερες σχετικές προτάσεις της Συνηγόρου του Παιδιού[37] και τη διεθνή πρακτική, ενώ με το άρθρο 17 του προτεινόμενου νομοσχεδίου προβλέπεται μόνο η διατήρηση του Προσωρινού Αριθμού Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού έως την ενηλικίωση ή την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής, η οποία ουδόλως κωλύεται.

Ετσι, κατ’ αυτό τον τρόπο, ο νομοθέτης παραβλέπει ότι με βάση την Οδηγία 2008/115/ΕΚ τα Κράτη μέλη της ΕΕ είναι υποχρεωμένα όπως είτε κινούν διαδικασίες επιστροφής, είτε κινούν διαδικασίες τακτοποίησης του καθεστώτος διαμονής πολιτών τρίτων χωρών, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι γκρίζες ζώνες παραμονής πολιτών τρίτων χωρών[38].  

Ανομολόγητες προθέσεις του νομοθέτη

Γράφαμε πριν περίπου ένα χρόνο ότι «Ο υποβιβασμός μιας πρόβλεψης της οικείας νομοθεσίας σε ένα καθεστώς, όπως αυτό της αναβολής απομάκρυνσης, το οποίο, όπως τουλάχιστον έχει εφαρμοσθεί έως σήμερα, είναι αμφίβολο, αβέβαιο και υπολειπόμενο του αναγκαίου προστατευτικού πλαισίου, δεν προάγει την ως άνω αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και συντελεί στην εκ νέου δημιουργία γκρίζων ζωνών, εντός των οποίων, θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό της ελευθερίας του προσώπου, αλλά ενίοτε και της προστασίας της υγείας και της ίδιας της ζωής (μέσω της στέρησης αναγκαίων μέσων επιβίωσης) τίθενται σε κίνδυνο» και ότι παρέμενε ζητούμενο «η αντιμετώπιση του φαινομένου της ύπαρξης μεταναστών χωρίς χαρτιά στην Ελλάδα η οποία απαιτεί μια συνολικότερη νομοθετική ρύθμιση, που θα επικαιροποιεί, μεταξύ άλλων, και τις ρυθμίσεις του ν. 3907/2011, για όσες περιπτώσεις είναι αδύνατη η απομάκρυνση πολίτη τρίτης χώρας και θα τις συναρμόζει με το σύστημα χορήγησης αδειών διαμονής, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα παραμονής πολιτών τρίτων χωρών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα»[39].

Ηδη με το προτεινόμενο νομοσχέδιο οι γκρίζες ζώνες καθίστανται μάλλον επιδίωξη του νομοθέτη, υπάγοντας τους πολίτες τρίτων χωρών που δεν κατορθώνουν να τακτοποιήσουν την διαμονή τους στη χώρα στην αυθαιρεσία των αστυνομικών αρχών, που πλέον, μετά και την αυστηροποίηση της νομοθεσίας, ιδίως με το ν. 4686/2020, καθίστανται μόνες αρμόδιες, χωρίς παρεμβολή οποιουδήποτε άλλου διοικητικού ελέγχου, για την εφαρμογή διαδικασιών απέλασης/επιστροφής/επανεισδοχής/κράτησης.

Διερωτάται έτσι κανείς αν ο νομοθέτης επιθυμεί ή όχι να εξέλθει η χώρα από το καθεστώς επιτήρησης που έχει επιβληθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης σε σχέση με τη συμμόρφωσή της με τις Συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή εν τέλει επιθυμεί να διαιωνισθεί το καθεστώς της απόφασης MSS, δηλαδή να παραμένει ο αποδιοπομπαίος τράγος ως προς την εφαρμογή των συνταγματικών και διεθνών υποχρεώσεων της χώρας έναντι των αλλοδαπών.

Βασίλειος Στ. Παπαδόπουλος

Πρόεδρος ΔΣ Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες

 

* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.  



[1] ΚΥΑ 42799 ΦΕΚ Β2425/7-6-2021

[2] ΚΥΑ 778 ΦΕΚ 317/29-1-2021

[3] ν.3030/2002 (ΦΕΚ Α΄-163/15-07-2002)

[4] Συμφωνία Επανεισδοχής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας της 16 Δεκεμβρίου 2013 που τέθηκε σε ισχύ ως προς πολίτες τρίτων χωρών από 1-6-2016. Σημειώνεται ότι η Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016 δεν προσφέρει κάποια ιδιαίτερη νομική βάση επανεισδοχής, αλλά αποτελεί ίσως άτυπη διεθνή συμφωνία εφαρμογής των ανωτέρω συμφωνιών για τους εισερχόμενους στα Ελληνικά νησιά από την Τουρκία μετά τις 20-3-2016.

[5] Σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ν. 3907/2011.

[6] Πέρα από τις νομοτεχνικές ατέλειες, όπως π.χ. την πρόβλεψη περί δικαστικής απέλασης, η οποία έχει καταργηθεί με το νέο Ποινικό Κώδικα.

[7] Στις περιπτώσεις απαγόρευσης εισόδου, καθώς και σε όσους συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί στη συνέχεια άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στη χώρα, όσο και σε όσους υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης ή απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας (κυρίως πολίτες ΕΕ)

[8]  ΔΕΕ Εl Dridi C-61/11, της 28-4-2011

[9] Ακόμη και χρηματικών στην περίπτωση που επιβάλλονται αντί επιστροφής ΔΕΕ Samir Zaimoune C-38/14 της 23-4-2015

[10] ΔΕΕ Achughbabian C-329/11 της 6-12-2011

[11] ΔΕΕ Skerdan Celaj C-290/14, της 1-10-2015, ΔΕΕ JZ C-806/18 της 17-9-2020

[12] Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ενταξης (ν. 4251/2014), σε συνδυασμό με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) και ως προς την έκδοση θεωρήσεων εισόδου με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 810/2009 για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων

[13] ΕΔΔΑ (μείζονα σύνθεση) F.G. κατά Σουηδίας, νο. 43611/2011 της 23-3-2016, παρ. 110-111

[14] Την ως άνω απαγόρευση προβλέπουν και οι διατάξεις του άρθρου 3 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων (κυρωθείσα με το ν. 1782/1988) και του άρθρου 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (κυρωθέν με το ν. 2462/1997).

[15] Με βάση το σχετικό δευτερογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αφορά τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (άρθρο 9 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ) υφίσταται δικαίωμα παραμονής έως την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας τουλάχιστον κατά τον πρώτο βαθμό εξέτασης ενώ η άσκηση προσφυγής κατά τυχόν απορριπτικής αποφάσεως έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρα 46 οδηγίας 2013/32/ΕΕ, - άρθρο 46 ν. 4375/2016, ήδη άρθρο 104 ν. 4636/2019, όπως ισχύει)

[16] Η ως άνω διάταξη του άρθρου 78A του ν. 3386/2005, η οποία τηρήθηκε αρχικά, τέθηκε στη συνέχεια σε αχρησία, ιδίως κατά τη διαδικασία διαχείρισης παράτυπων αλλοδαπών στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Ανατολικού Αιγαίου, στο πλαίσιο υλοποίησης της Κοινής Δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας της 18-3-2016, καθώς σύμφωνα με το αρ. πρωτ. 1604/16/1195968/18-6-2016 έγγραφο της του Προϊστάμενου κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων της Ελληνικής Αστυνομίας, «επουδενί δεν θα εκδίδεται πλέον το έντυπο «Βεβαίωση περί μη απομάκρυνσης για λόγους ανθρωπιστικούς» καθότι σύμφωνα με την Κοινή Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016 όλοι οι νεοεισερχόμενοι παράτυποι αλλοδαποί υπόκεινται σε διαδικασία επανεισδοχής (εκτός και αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που τους εξαιρούν οριστικά η προσωρινά από τη διαδικασία)».

[17] Η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις έκδοσης απόφασης επιστροφής, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 24 του ν. 3907/2011.

[18] Αντίθετα αποτελεί υποχρέωση της χώρας η τυπική καταγραφή και εξέτασή της σύμφωνα με το άρθρο 65 ν. 4636/2019, όπως ισχύει (άρθρα 6 και 7 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).

[19] Περισσότερα για το θέμα σε παρατηρήσεις του γράφοντος στην υπ΄ αριθμ. ΑΡ414/2019 απόφαση Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά δημοσιευθείσες σε ΔιΔικ 2020 σ. 337 επ.

[20] Αρθρο 3 Οδηγίας 2013/33/ΕΕ

[21] Αρθρο 6 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ

[22] Επαναλαμβάνοντας διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 3907/2011 και 9 ν. 4375/2016.

[23] Οπου είναι συχνότερη η προηγούμενη εφαρμογή της διαδικασίας της απέλασης και κράτησης από τις επιλαμβανόμενες λιμενικές και αστυνομικές αρχές και η παραπομπή αυτών στα Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης (ή ακόμη και αστυνομικά κρατητήρια), αντί για τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, στα οποία είτε παραπέμπονται σε επόμενο στάδιο (εφόσον έχει προηγηθεί κράτηση προς απέλαση) βλ. Refugee Support Aegean Διοικητική κράτηση Μια μαύρη τρύπα δικαιωμάτων 22-6-2021, Έκθεση του ΕΣΠ για την διοικητική κράτηση στην Ελλάδα το 2018

[24] Μια πρακτική που μάλλον ήταν ο κανόνας έως την εφαρμογή του ν. 4375/2016.

[25] Αλ. Κωνσταντίνου Κράτηση αιτούντων άσυλο μετά το ν. 4375/2016 ΕΜΕΔ σ. 51, Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1-10-2015 για την καθιέρωση «Κοινού εγχειριδίου περί επιστροφής», σελ. 91

[26] Ετσι και ΔΕΕ Kadzoev, C-357/09, της σ.30-11-2009, σ. 70

[27] Όπως των διατάξεων περί δικαιώματος πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας αλλά ακόμη και των διατάξεων περί Προστασίας προσωπικών δεδομένων, που επιτρέπουν στο υποκείμενο των δεδομένων την ακώλυτη πρόσβαση σε αυτά.

[28] Βλ. ενδεικτικά την τελευταία έκθεση της Επιτροπής κατά των Βασανιστηρίων (CPT) μετά ad hoc επίσκεψη στην Ελλάδα από 13 έως 17-3-2020, που ανακοινώθηκε στις 19-11-2020.

[29] Στο πλαίσιο παρακολούθησης της συμμόρφωσης της Ελληνικής Κυβέρνησης με την απόφαση M.S.S. κατά Ελλάδας και Βελγίου νο. 30696/09 της 21-1-2011

[30] Βλ. ακόμη και των αναγνωρισμένων προσφύγων βλ. Εκθεση για την κατάσταση του Ασύλου (AIDA) στην Ελλάδα το 2020 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE), σ. 194 επ., Refugee Support Aegean Διοικητική κράτηση: Μία μαύρη τρύπα δικαιωμάτων 22-6-2021, Δελτίο τύπου ΕΣΠ από 29-3-2021 Επείγουσα ανάγκη αναθεώρησης των εφαρμοζόμενων πρακτικών διοικητικής κράτησης αιτούντων άσυλο και μεταναστών

[31] Βλ. άρθρο του γράφοντος «Αδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους (Ευχέρεια ή υποχρέωση της Πολιτείας)» δημοσιευθέν τον Απρίλιο του 2020 στον ιστότοπο Immigration.gr και στον ιστότοπο Gcr.gr του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες

[32] περ. στ’ παραγράφου 1 άρθρου 19Α του ν. 4251/2014

[33] Όπως αναλύσαμε στο άρθρο «Αδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους (Ευχέρεια ή υποχρέωση της Πολιτείας)» του Απριλίου 2020

[34] Τη βασική διάταξη της περ. στ’ του άρθρου 19Α του ν. 4251/2014, καθώς και τις μεταβατικές  ρυθμίσεις του άρθρου 22 ν. 4375/2016, περί χορήγησης αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους  σε όσους εκκρεμούσε η εξέταση αιτήματος διεθνούς προστασίας πέραν της 5ετίας, όσο και των παρ. 47 και 48 του άρθρου 8 του ν. 4332/2015, περί ανανέωσης και επανεξέτασης των αδειών διαμονής που είχαν χορηγηθεί ή ανανεωθεί σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 114/2010.

[35] Γνωστός ως νόμος Σαλβίνι

[36] Βλ. Εκθεση για την κατάσταση του Ασύλου (AIDA) στην Ιταλία το 2020 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE), σ. 170.

[37] Βλ. σχετική σύσταση σε Ειδική Εκθεση του Συνηγόρου του Παιδιού και της UNICEF για τα δικαιώματα των παιδιών που μετακινούνται 2018 σελ. 166 https://www.synigoros.gr/?i=childrens-rights.el.epanapatrismos.577323

[38] Βλ. Απάντηση Επιτρόπου Malmstrom για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Κοινοβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης από 7-4-2010 https://www.europarl.europa.eu/sides/getAllAnswers.do?reference=P-2010-1687&language=EN

[39] Παρατηρήσεις Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο σχέδιο νόμου ΥΜΕΠΟ από 7-5-2018 ο.π. υποσημ. 11 σελ. 22.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *