Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2021

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Επικουρική προστασίας και εκτίμηση του βαθμού της αδιάκριτης ασκήσεως βίας κατ’ άρθρο 15 γ της Οδηγίας «Αναγνώρισης»



Με τις σημερινές του προτάσεις ο Γενικός Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης PRIIT PIKAMÄE επιχειρεί να δώσει απάντηση στο ζήτημα πως προσδιορίζεται ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας μιας ένοπλης συρράξεως προκειμένου να εκτιμηθεί αίτηση χορηγήσεως επικουρικής προστασίας βάσει του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Το σχετικό προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε απο το διοικητικού εφετείο Βάδης-Βυρτεμβέργης, της Γερμανίας με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν η παροχή τέτοιας προστασίας να εξαρτάται από την εκ των προτέρων πλήρωση ενός ποσοτικού κριτηρίου, το οποίο αφορά έναν ελάχιστο αριθμό θυμάτων, τραυματιών ή θανόντων, στη ζώνη μάχης σε αναλογία με τον πληθυσμό της περιοχής ή προϋποθέτει, εξαρχής, μια σφαιρική εκτίμηση, τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική, όλων των πτυχών που χαρακτηρίζουν την εν λόγω ένοπλη σύρραξη;

Με τις σημερινές του προτάσεις ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο της Ένωσης να αποφανθεί ότι:

1) Το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική πρακτική δυνάμει της οποίας η διαπίστωση της υπάρξεως σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις ένοπλης συρράξεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η απειλή δεν αφορά ειδικώς το πρόσωπο αυτό λόγω περιστάσεων σχετικών με την προσωπική του κατάσταση, προϋποθέτει ότι η αναλογία μεταξύ του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή και του συνολικού αριθμού των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής ανέρχεται σε ένα συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.

2) Η εξακρίβωση του βαθμού της αδιάκριτης ασκήσεως βίας στο πλαίσιο ένοπλης συρράξεως, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, προϋποθέτει σφαιρική αξιολόγηση, τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική, του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την εν λόγω σύρραξη, με βάση τη συλλογή αντικειμενικών, αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η γεωγραφική έκταση της καταστάσεως αδιάκριτης ασκήσεως βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, η διάρκεια της συρράξεως, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων, ο αριθμός των νεκρών, τραυματισμένων ή εκτοπισμένων αμάχων εξαιτίας των συγκρούσεων και η φύση των μεθόδων ή τακτικών πολέμου που χρησιμοποιούν τα εμπόλεμα μέρη.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο των προτάσεων

Αναφορικά με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 15 γ της Οδηγίας Αναγνώρισης δείτε επίσης τις προγενέστερες αποφάσεις Elgafaji (C465/07) και Diakité (C285/12).

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2021

ΓνωμΕισΑΠ 7/2021: Εκτέλεση εκκρεμών δικαστικών αποφάσεων που διατάσσουν απέλαση αλλοδαπού μετά την κατάργηση του άρθρου 74 ΠΚ



Με γνωμοδότησή της η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου απάντησε σε ερώτημα του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας σχετικά με την εκτέλεση εκκρεμών δικαστικών αποφάσεων που διατάσσουν απέλαση αλλοδαπού μετά την κατάργηση του άρθρου 74 του Ποινικού Κώδικα.

Αναλυτικά η γνωμοδότηση αναφέρει:

Ήδη, με την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε ο Ποινικός Κώδικας που ίσχυε από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτόν (άρ. 461 του νέου Ποινικού Κώδικα). Η προβλεπόμενη από το άρθρο 74 του προϊσχύσαντος ΠΚ δικαστική απέλαση καταργήθηκε, διότι η πρόβλεψη, ταυτόχρονα με την δικαστική, και διοικητικής απέλασης, η οποία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί αμιγώς διοικητικό μέτρο, δημιουργεί στην πράξη μια σειρά προβλημάτων που σχετίζονται με την υιοθέτηση αντιφατικών λύσεων από τις δικαστικές και διοικητικές αρχές και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η απέλαση πρέπει να διατηρηθεί μόνον ως διοικητικού χαρακτήρα μέτρο, στις περιπτώσεις που η παρουσία ενός αλλοδαπού στη χώρα θεωρείται ότι δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια τάξη [Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο του κυρωτικού νόμου του νέου Ποινικού Κώδικα, υπό τα άρθρα 72-74].

Με την κατάργηση του άρθρου 74 καταργήθηκαν, εκτός από την δικαστική απέλαση, το επιβαλλόμενο ταυτόχρονα, από το ίδιο δικαστήριο, μέτρο της απαγόρευσης επανεισόδου του αλλοδαπού στη χώρα, αλλά και οι συναφείς με τα συγκεκριμένα μέτρα διαδικασίες εκτέλεσης, μη υφισταμένης πλέον δικαιοδοσίας τόσο του αρμόδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών να προέλθει σε εξέταση αιτήματος απελαθέντος αλλοδαπού που διώκει να επιτραπεί η επιστροφή του στη χώρα, όσο και του αρμόδιου εισαγγελέα να αναστέλλει τη διαταχθείσα δικαστική απέλαση μέχρι αυτή να καταστεί εφικτή. Εξάλλου, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, "1. Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας". Κατά την έννοια της ουσιωδώς τροποποιηθείσας αυτής διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, ο οποίος ίσχυσε από την τέλεση της πράξης έως τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες, στη συγκεκριμένη (in concreto) περίπτωση, προϋποθέσεις, επάγεται την ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου.Εξ αυτού δε προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση εφαρμόζεται η επιεικέστερη διάταξη, ακόμη και μεταξύ περισσοτέρων του ενός νόμων, και όχι ο επιεικέστερος νόμος ως ενιαίο «όλον» [ΟλΑΠ 1/2020 Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου για την κύρωση του νέου Ποινικού Κώδικα].

Από τις προειρημένες διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η δικαστική απέλαση, η οποία είχε επιβληθεί από το δικαστήριο, είτε ως μέτρο ασφάλειας είτε ως παρεπόμενη ποινή, και ακολούθως, πριν αυτή εκτελεστεί, καταργήθηκε ρητά δια νόμου η πρόβλεψή της, όπως στην περί ης πρόκειται περίπτωση, δεν μπορεί πλέον να εκτελεστεί.Κι αυτό, ανεξάρτητα από την εκτελεστότητα της επιβληθείσας, για την ίδια πράξη, κύριας και δη στερητικής της ελευθερίας ποινής ή ακόμη και τον, προγενέστερο της εν λόγω νομοθετικής μεταβολής, χρόνο έκδοσης της σχετικής αποφάσεως, παραδοχή σύστοιχη της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 3 εδ. γ' ΔΣΠΑΠΔ [Διεθνές Σύμφωνο για την Προστασία των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων ν. 2462/1997), κατά την οποία, εάν μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν, ενώ ανάλογου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνακόλουθα των προηγούμενων αναπτύξεων, δεν επάγεται αποτελέσματα και η απόφαση του δικαστηρίου που επέβαλε, εκτός από την απέλαση, και την απαγόρευση επανεισόδου του αλλοδαπού στη χώρα και ως εκ τούτου, αναφορικά με την επιστροφή (οικειοθελώς ή αναγκαστικά) αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής ή διέλευσής του και την συνοδεύουσα αυτήν απαγόρευση εισόδου του στην ελληνική επικράτεια, εφαρμοστέες παρίστανται, αποκλειστικά και μόνον, οι διατάξεις του Ν. 3907/201 1, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις προβλέψεις της υπ' αριθμ. 4000/4/32-λα'-/5-10-2012 ισχύουσας Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που προνοούν για την έκδοση σχετικών, διοικητικού χαρακτήρα, αποφάσεων.

Περαιτέρω, η παράνομη επάνοδος στη χώρα αλλοδαπού που είναι καταχωρημένος στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών [Ε. Κ. ΑΝ. Α] εξακολουθεί να αποτελεί αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 4 του Ν. 3386/2005, καθόσον, ο προαναφερόμενος χαρακτηρισμός και η εν συνεχεία καταχώρηση του αλλοδαπού στο συγκεκριμένο κατάλογο, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην περί απελάσεως και απαγόρευσης εισόδου διάταξη της σχετικής δικαστικής απόφασης, αλλά λαμβάνεται υπόψη και προσηκόντως αξιολογείται το είδος, η φύση, η βαρύτητα και οι ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για την οποία αυτός καταδικάστηκε, όπως και άλλα στοιχεία που δικαιολογούν οπωσδήποτε το μέτρο αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση, η θεώρηση του τελευταίου ως ανεπιθύμητου και η μεταχείριση του ως τέτοιου είναι νομικά ανεπέρειστη, αφόρητα δυσμενής και δοκιμάζει τα όρια της συνταγματικής τάξης και των διεθνών συμβατικών υποχρεώσεων της χώρας, γεγονός που καταδεικνύει την αναγκαιότητα νομοθετικής παρέμβασης για τον επαναπροσδιορισμό των όρων και προϋποθέσεων διαγραφής από τον ανωτέρω κατάλογο, με ενδεχόμενη εν προκειμένω τροποποίηση της υπ' αριθμ. 4000/4/32-ν/31-3-201 7 Κ. Υ. Α.

Τέλος, κατόπιν όσων προεκτέθηκαν, οι εισαγγελικοί λειτουργοί επιβάλλεται να προβούν σε ανάκληση των, κατά τα άνω, σχετικών με τη δικαστική απέλαση, παραγγελιών τους προς τις αρμόδιες Διευθύνσεις Αστυνομίας και ακολούθως να αρχειοθετήσουν, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση, εκδίδοντας σχετική προς τούτο αιτιολογημένη πράξη.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

 

 

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

ΣτΕ Ολ 49/2021: Έκδοση Ρώσου πολίτη στην Γαλλία (αίτ. ακύρωσης συζύγου και τέκνων)



1. Με την 49/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως που άσκησαν η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα Ρώσου υπηκόου κατά αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως εκδόθηκε σε ορθή επανάληψη, με την οποία διετάχθη η έκδοση και παράδοση του εν λόγω αλλοδαπού στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας, εν συνεχεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και, τέλος, της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

2. Το Δικαστήριο, κατ' αρχάς, έκρινε αφενός ότι η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού υπηκόου δεν συνιστά πράξη αναγόμενη στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, ούτε κυβερνητική πράξη, αφετέρου ότι η απόφαση του ίδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζεται η σειρά προτεραιότητας μεταξύ των κρατών στα οποία θα παραδοθεί ο εκζητούμενος, σε περίπτωση συρροής αιτήσεων εκδόσεως, δεν έχει το χαρακτήρα κυβερνητικής πράξεως. Περαιτέρω, έκρινε ότι η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του εκζητουμένου με έννομο συμφέρον άσκησαν την αίτηση ακυρώσεως, εφ’ όσον, κατά τα προβληθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει το προστατευόμενο από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή τους.

3. Επί πλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος αποφαίνεται μετά την κρίση των οργάνων της δικαστικής εξουσίας περί συνδρομής των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ, διαθέτει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια να διατάξει ή όχι την έκδοση του εκζητουμένου.

Κατά τη γνώμη, όμως, ενός Αντιπροέδρου, για την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί εκδόσεως, που ολοκληρώνει τη δεύτερη φάση της σχετικής διαδικασίας, παρέχεται διακριτική ευχέρεια η οποία ασκείται στο βαθμό που δεν υφίσταται υποχρεωτική ρύθμιση του ίδιου του νόμου ή δεσμευτική κρίση των δικαστικών οργάνων της πρώτης φάσης, οριοθετείται δε από τις συνταγματικές και λοιπές διατάξεις και δικαιικές αρχές που διέπουν την άσκησή της, και ως προς την τήρηση των οποίων υπόκειται, κατά το Σύνταγμα, σε δικαστικό έλεγχο.

4. Ακολούθως, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι απαραδέκτως προβάλλονται λόγοι ακυρώσεως αναγόμενοι σε ζητήματα η κρίση των οποίων έχει ανατεθεί κατά νόμον στα αρμόδια δικαστικά όργανα, ενώπιον των οποίων ο εκζητούμενος είχε, άλλωστε, το δικαίωμα να παραστεί και να προβάλει κάθε συναφή ισχυρισμό. Κατόπιν τούτου, απερρίφθη ως απαράδεκτος ο λόγος ακυρώσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας σχετικά με το ζήτημα του κινδύνου που διατρέχει ο εκζητούμενος Ρώσος υπήκοος σε περίπτωση εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, με δεδομένη τη συνταγματική απαγόρευση εκδόσεως προσώπου για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 2 Συντ.). Τούτο δε ανεξαρτήτως του αβασίμου του ανωτέρω λόγου, καθόσον ως δράση υπέρ της ελευθερίας, για την οποία απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού, νοείται η δραστηριότητα του διωκομένου για την πραγμάτωση της αρχής της αυτοδιαθέσεως των λαών, όπως την αποδέχεται ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών ή η δραστηριότητα που συνδέεται με την κατάλυση πολιτικής εξουσίας που δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση και, πάντως, ως δράση υπέρ της ελευθερίας δεν νοείται η οιασδήποτε μορφής επιχειρηματική δραστηριότητα προς επίτευξη οικονομικών σκοπών.

Κατά την γνώμη, όμως, ενός Αντιπροέδρου, η απαγόρευση της έκδοσης αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας απευθύνεται, πάντως, και στον τελικώς αρμόδιο για την έκδοση Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν κάθε εντεύθεν κίνδυνο για την ζωή του υπό έκδοση προσώπου, ως εκ τούτου δε ο πιο πάνω λόγος ακυρώσεως είναι, κατά την άποψη αυτή, εν πάση περιπτώσει παραδεκτός και εξεταστέος περαιτέρω.

5. Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που έχει συνάψει η Ελλάδα με τις ΗΠΑ και τη Ρωσική Ομοσπονδία, της 2002/584/ΔΕΥ Απόφασης-Πλαίσιο, του ν. 3251/2004 και του άρθρου 439 του ΚΠΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση συρροής αιτήσεων εκδόσεως υποβαλλομένων από τρίτη χώρα (εκτός ΕΕ) και συρροής των αιτήσεων αυτών με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για πρόσωπο διωκόμενο στα εκζητούντα κράτη για διαφορετικά εγκλήματα, μετά την έκδοση αμετακλήτων υπέρ της εκδόσεως του εν λόγω προσώπου γνωμοδοτήσεων των αρμόδιων δικαστικών οργάνων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εφόσον αποφασίσει τελικώς την έκδοση του εκζητουμένου, καθορίζει, κατ' ευρύτατη διακριτική ευχέρεια, τη σειρά προτεραιότητος μεταξύ των Κρατών στα οποία θα εκδοθεί αυτός. Η αρμοδιότητα αυτή του Υπουργού Δικαιοσύνης ασκείται μετά τη συνεκτίμηση των προβλεπομένων στα ανωτέρω νομοθετήματα κριτηρίων, τα οποία δεν είναι ούτε αποκλειστικά, ούτε κατατάσσονται ιεραρχικώς, έκαστο δε εξ αυτών, αναλόγως των περιστάσεων και των παραμέτρων της συγκεκριμένης υποθέσεως, δύναται να αποβεί αποφασιστικό για τον καθορισμό της προτεραιότητας. Εν όψει τούτων κρίθηκε ότι η κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των αιτημάτων εκδόσεως της Ρωσικής Ομοσπονδίας θα εματαίωνε την επανέκδοση του εκζητουμένου στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας και των ΗΠΑ, εν όψει του ότι, όπως ανεφέρετο στις αιτήσεις εκδόσεως της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο εκζητούμενος ως υπήκοος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δεν θα εξεδίδετο σε άλλο κράτος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς την κατά προτεραιότητα έκδοση του αιτούντος στη Γαλλία και τις ΗΠΑ.

Μειοψήφησε ένας Αντιπρόεδρος, ο οποίος υποστήριξε ότι εν προκειμένω η προσβαλλόμενη πράξη είναι αναιτιολόγητη, καθώς ούτε από το σώμα της ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ο λόγος για τον οποίο ο Υπουργός Δικαιοσύνης προέκρινε την συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητος εκδόσεως του Ρώσου υπηκόου στα εκζητούντα κράτη, μόνη δε η αναφορά στα αιτήματα εκδόσεως της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί μη περαιτέρω εκδόσεως αυτού δεν αρκεί για να θεωρηθεί ως αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

6. Ακολούθως, απερρίφθη ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, καθόσον το δικαίωμα των αιτούντων στην οικογενειακή τους ζωή και, ειδικότερα, το δικαίωμα αφενός μεν της συζύγου στην επανένωση με τον σύζυγό της, αφετέρου δε των ανήλικων τέκνων να προστατευθεί η παιδική τους ηλικία με την ανατροφή τους σε καθεστώς ασφάλειας, το οποίο εξασφαλίζει η φυσική παρουσία του πατέρας τους, είναι μεν ληπτέο υπ’ όψιν, πλήν όμως δεν είναι από μόνο του αποφασιστικό, ούτε δύναται να τεθεί υπεράνω του διεθνούς δημοσίου συμφέροντος της καταπολεμήσεως του εγκλήματος, το οποίο εξυπηρετεί η έκδοση του Ρώσου υπηκόου αρχικώς στη Γαλλία και εν συνεχεία στις ΗΠΑ, προκειμένου να δικασθεί για τα αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα.

Κατά την γνώμη, όμως, ενός Αντιπροέδρου, η ανάγκη, εν προκειμένω, προστασίας της οικογένειας και των παιδιών του εκζητουμένου, με την παρουσία του κοντά τους, ήταν ιδιαιτέρως ληπτέα υπ’ όψιν ως κριτήριο συνεκτιμητέο για την έκδοσή του.

7. Περαιτέρω, απερρίφθη ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, διότι, ανεξαρτήτως του ότι τα προβλεπόμενα στον νόμο κριτήρια που λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για το καθορισμό της σειράς προτεραιότητας έχουν άπαντα αντικειμενικό χαρακτήρα, μη συνδεόμενα με την υποκειμενική συμπεριφορά και την προτίμηση του εκζητουμένου, εν προκειμένω, με τις αιτήσεις ακροάσεως που είχε υποβάλει ο εκζητούμενος είχαν τεθεί υπ’ όψιν του Υπουργού οι ισχυρισμοί του.

Μειοψήφησε ένας Αντιπρόεδρος, ο οποίος υποστήριξε ότι μόνο το γεγονός της υποβολής από τον εκζητούμενο των πιο πάνω αιτήσεών του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, χωρίς να έχει προηγουμένως κληθεί προς τούτο και χωρίς να προκύπτει αν οι αιτήσεις αυτές ελήφθησαν πράγματι υπ’ όψιν από τον Υπουργό και αν συνεκτιμήθηκαν στην έκδοση της αποφάσεώς του, δεν συνιστά τήρηση της συνταγματικής υποχρεώσεως της Διοικήσεως σε προηγούμενη ακρόαση του εκζητουμένου.

8. Επί πλέον, κρίθηκε ότι είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει ο εκζητούμενος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 34 περ. ε΄ και 64 του ν. 4375/2016 και ότι η δεύτερη αίτησή του με το ίδιο περιεχόμενο δεν μπορούσε να εξετασθεί ως «μεταγενέστερη αίτηση» του άρθρου 34 περ. κ΄ του ν. 4375/2016. Κατόπιν τούτου, απερρίφθησαν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε «πρώιμα» και «άκαιρα» και ότι η δεύτερη αίτηση του εκζητουμένου περί χορηγήσεως ασύλου παρέμενε εκκρεμής, καθ’ όσον η αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου ουδέποτε απεφάνθη επ’ αυτής.

9. Τέλος, κρίθηκε ότι εν όψει του κεντρικού χαρακτήρα του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στο θεσπισθέν σύστημα με την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, ο κανόνας που τίθεται στο άρθρο 15 παρ. 1 της αποφάσεως αυτής (άρθρο 19 του ν. 3251/2004), ουδόλως έχει την έννοια ότι, μετά την πάροδο των τασσόμενων στο άρθρο 17 της ανωτέρω αποφάσεως (άρθρο 21 του ν. 3251/2004) προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτελέσεως του κράτους μέλους δεν δύναται πλέον να εκδώσει την απόφαση για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ή ότι το κράτος μέλος δεν υποχρεούται πλέον να συνεχίσει τη διαδικασία εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος. Ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως απερρίφθη ως αβάσιμος.

Πηγή: Adjustice.gr, 16.1.2021

Δείτε επίσης 

ΟλΣτΕ 110/2020: Διοικητική πράξη έκδοσης αλλοδαπού και δικαστικός έλεγχος (υπόθεση «Mr Bitcoin»)


Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2021

ΔΕΕ: Παύση του καθεστώτος πρόσφυγα και δυνατότητα του ενδιαφερομένου να τεθεί υπό την προστασία της χώρας καταγωγής

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, έχει την έννοια ότι η «προστασία» στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή σε σχέση με την παύση του καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να ικανοποιεί τις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που απορρέουν, όσον αφορά την αναγνώριση του ως άνω καθεστώτος, από το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, αυτής.

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, αυτής, έχει την έννοια ότι η ενδεχόμενη κοινωνική και οικονομική υποστήριξη εκ μέρους ιδιωτικών φορέων, όπως η οικογένεια ή η φυλή του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις προστασίας που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επιρροή ούτε προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα ή η δυνατότητα παροχής της προστασίας εκ μέρους του κράτους κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής ούτε προκειμένου να κριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, αυτής, αν εξακολουθεί να υπάρχει βάσιμος φόβος διώξεως.

Δείτε περισσότερα

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021

ΓνωμΝΣΚ 4/2021: Τρόπος συμμόρφωσης της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις, που ακύρωσαν αποφάσεις απορριπτικές αιτήσεων πολιτογράφησης αλλογενών αλλοδαπών


Με την υπ’ αριθμό 4/2021 γνωμοδότηση το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερωτήματα που τέθηκαν ενώπιόν του απο τη Διοίκηση και αφορούσαν στον τρόπο συμμόρφωσης της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις, που ακύρωσαν αποφάσεις απορριπτικές αιτήσεων πολιτογράφησης αλλογενών αλλοδαπών, για έλλειψη αιτιολογίας, αναπέμποντας τις υποθέσεις στη Διοίκηση και ειδικότερα:

α) Ποιό όργανο είναι αρμόδιο για την πλήρη αιτιολόγηση της νέας απόφασης, η Επιτροπή Πολιτογράφησης με επαναδιατύπωση της αιτιολογίας στο περιεχόμενο της γνωμοδότησής της, ή απευθείας η υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη σύνταξη του νέου σχεδίου υπουργικής απόφασης.

β) Εάν είναι επιτρεπτή η επανάληψη της προβλεπόμενης συνέντευξης ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Πολιτογράφησης και

γ) Στην περίπτωση αρνητικής απάντησης επί του β΄ υποερωτήματος, εάν η νέα απόφαση θα στηριχθεί στα ήδη υπάρχοντα στον φάκελο στοιχεία, επί των οποίων στηρίχθηκε η υπουργική απόφαση ή και σε νεώτερα των οποίων μπορεί να ζητηθεί η προσκόμιση.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΚΥΑ 778/2021: Κατάρτιση Εθνικού Καταλόγου χωρών καταγωγής που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 4636/2019


Με την παρούσα Κοινή Απόφαση των υπουργών Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη χαρακτηρίζονται οι κατωθι χώρες, ως Ασφαλείς Χώρες Καταγωγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 87 του ν. 4636/2019:

α. Γκάνα

β. Σενεγάλη

γ. Τόγκο

δ. Γκάμπια

ε. Μαρόκο

στ. Αλγερία

ζ. Τυνησία

η. Αλβανία

θ. Γεωργία

ι. Ουκρανία

ια. Ινδία

ιβ. Αρμενία

ιγ. Μπαγκλαντές

ιδ. Πακιστάν.

Διαβάστε περισσότερα

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: Human Rights and International Protection for vulnerable asylum applicants

 “Human Rights and International Protection for vulnerable asylum appli­cants” presents, through a selection of articles by migration experts, a critical overview of the EU legal frame­work for specific categories of vulnerable asylum seekers such as unaccompanied minors, torture victims, victims of sex trafficking and LGBTI persons. It is a valuable tool for legal and other practitioners in the field of asylum and migration. 

Δείτε περισσότερα 

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

ΔΕΕ: Απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου


Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι το οικείο κράτος μέλος, πριν εκδώσει απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου, πρέπει να προβεί σε γενική και εμπεριστατωμένη εκτίμηση της καταστάσεως του εν λόγω ασυνόδευτου ανηλίκου λαμβάνοντας υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να εξακριβώσει ότι στο κράτος επιστροφής υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη υποδοχή για τον ασυνόδευτο ανήλικο.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ ασυνόδευτων ανηλίκων αποκλειστικώς βάσει του κριτηρίου της ηλικίας τους προκειμένου να εξακριβώσει αν υπάρχει κατάλληλη υποδοχή στο κράτος επιστροφής.

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος, αφού εκδώσει απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου και αφού εξακριβώσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, ότι αυτός θα παραδοθεί σε μέλος της οικογένειάς του, σε ορισθέντα κηδεμόνα ή σε κατάλληλες δομές υποδοχής στο κράτος επιστροφής, να μην προβεί εν συνεχεία στην απομάκρυνσή του έως ότου αυτός συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.

Δείτε περισσότερα

 

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

ΔΕΕ: Παύση της προστασίας ή συνδρομής της UNRWA και ρήτρα αποκλεισμού απο το καθεστώς πρόσφυγα



Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει παύσει η προστασία ή η συνδρομή της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο ατομικής αξιολόγησης όλων των κρίσιμων στοιχείων της εξεταζόμενης περίπτωσης, όλες οι περιοχές της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA στα εδάφη των οποίων έχει τη συγκεκριμένη δυνατότητα να εισέλθει και να παραμείνει ασφαλής ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής ο οποίος έχει εγκαταλείψει τη ζώνη αυτή.

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι η προστασία ή η συνδρομή της UNRWA δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει παύσει όταν ένας ανιθαγενής παλαιστινιακής καταγωγής έχει εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA αναχωρώντας από περιοχή δράσης της ζώνης αυτής στην οποία βρισκόταν σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και στην οποία ο οργανισμός αυτός δεν ήταν σε θέση να παράσχει προστασία ή συνδρομή στον ανιθαγενή, εφόσον ο ανιθαγενής, αφενός, είχε μεταβεί εκουσίως στην περιοχή αυτή προερχόμενος από άλλη περιοχή δράσης της εν λόγω ζώνης στην οποία δεν βρισκόταν σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και στην οποία ήταν δυνατόν να τύχει της προστασίας ή της συνδρομής του οργανισμού αυτού και, αφετέρου, δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει, βάσει συγκεκριμένων πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του, ότι θα τύχει προστασίας ή συνδρομής από την UNRWA στην περιοχή όπου μετέβαινε ή ότι θα είναι σε θέση να επιστρέψει στην περιοχή προέλευσης στο άμεσο μέλλον, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Διαβάστε περισσότερα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *