Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

ΣτΠ: Έκθεση 2018 - Τα δικαιώματα των παιδιών που μετακινούνται στην Ελλάδα



Η παρούσα έκθεση απεικονίζει τις κύριες δραστηριότητες, τις θεσμικές παρεμβάσεις που έλαβαν χώρα κατά το παρελθόν έτος καθώς και τις κυριότερες παρατηρήσεις του Συνηγόρου σχετικά με την κατάσταση των παιδιών που μετακινούνται, με βάση τα δεδομένα και τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από τις διάφορες επισκέψεις καθώς και από τις πληροφορίες που λαμβάνει από το Δίκτυο. Παράλληλα, επιχειρείται μία αποτύπωση της συνολικής κατάστασης και περιγράφονται οι κυριότερες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στον τομέα της προστασίας των παιδιών που μετακινούνται κατά το 2018.


ΔΠρΑθ 654/2019: Πότε η επαναυποβολή αιτήματος άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους θεωρείται καταχρηστική;



3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, με τα οποία κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, διασφαλίζεται το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου και τίθεται υπό την προστασία του Κράτους η οικογένεια και ο γάμος, συνάγεται ότι οι Έλληνες και Ελληνίδες έχουν το δικαίωμα όχι μόνο να επιλέγουν αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, αλλά και να εξασφαλίζουν κοινή, με τον αλλοδαπό ή την αλλοδαπή σύζυγό τους, διαβίωση στην Ελλάδα. Επιπλέον, με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν.3386/2005 «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» (Α΄ 212), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 4 Ν.4147/2013 (Α΄ 98/26-4-2013), ορίζεται ότι «1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, επιτρέπεται να χορηγείται άδεια διαμονής για λόγους ανθρωπιστικής φύσεως σε υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες, εφόσον αυτοί δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια: … θ. Σύζυγοι, Γονείς ανήλικων ημεδαπών και συντηρούμενα Μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη. Προϋπόθεση για τη Χορήγηση άδειας διαμονής σε πρόσωπα των παραπάνω κατηγοριών είναι η κατοχή διαβατηρίου, έστω και εάν αυτό έχει λήξει. … . Η διάρκεια της άδειας διαμονής των περιπτώσεων η` και θ` είναι ετήσια και μπορεί να ανανεωθεί μόνο για έναν από τους λοιπούς λόγους του παρόντος νόμου.… .».

4. Επειδή, ο ν. 3386/2005 αποτελεί το γενικό νομοθετικό πλαίσιο, που διέπει την είσοδο και παραμονή στην επικράτεια πολιτών τρίτων χωρών και σκοπό έχει την ορθολογική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Στο σύστημα αυτό προβλέπονται συγκεκριμένες κατηγορίες αδειών διαμονής, για τη χορήγηση και ανανέωση των οποίων απαιτείται η συνδρομή ειδικών κάθε φορά προϋποθέσεων. Ειδικώς η άδεια για ανθρωπιστικούς εν γένει λόγους, που ρυθμίζεται στη διάταξη του άρθρου 44 του νόμου αυτού, αποτελεί μία βραχείας διάρκειας άδεια, η οποία χορηγείται κατά παρέκκλιση των προϋποθέσεων που προβλέπονται για τις λοιπές κατηγορίες αδειών διαμονής και την οποία ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε στοχεύοντας στην εναρμόνιση του συστήματος χορήγησης και ανανέωσης των τίτλων νόμιμης διαμονής στην επικράτεια με τις εγγυήσεις που προστατεύουν πρωτίστως την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του ν. 3386/2005, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, αλλά και υπό το φως του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α. - κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974, Α’ 256), η διοίκηση, εφόσον υφίσταται γάμος Ελληνίδας ή Έλληνα πολίτη με αλλοδαπό ή αλλοδαπή και πραγματική συμβίωση των συζύγων στην Ελλάδα, υποχρεούται, καταρχήν, να ικανοποιήσει το υποβαλλόμενο από τον (την) αλλοδαπό (-ή) σύζυγο αίτημα χορήγησης άδειας παραμονής στη χώρα υπό την ιδιότητά του (της) αυτή. Το αίτημα αυτό, ωστόσο, μπορεί να απορριφθεί, μεταξύ άλλων, εφόσον διαπιστωθεί αιτιολογημένα από την αρμόδια για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών διοικητική αρχή είτε ότι ο γάμος τελέσθηκε με κύριο σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί εισόδου και διαμονής αλλοδαπών είτε ότι την απόρριψη του αιτήματος επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη δημόσια τάξη, όπως είναι, ιδίως, οι αναγόμενοι στην προστασία της κρατικής ασφάλειας (πρβλ. ΣτΕ 1559/2011, 3792/2003, 224/2002, 1679/2001). Εξυπακούεται, πάντως, ότι, επί απόρριψης του σχετικού αιτήματος, ο επικαλούμενος την ιδιότητά του ως μέλους οικογένειας Έλληνα πολίτη αλλοδαπός διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει εκ νέου τη χορήγηση σε αυτόν άδειας διαμονής στη χώρα επί τη βάσει των οικείων ισχυουσών διατάξεων, εάν εξακολουθούν να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (πρβλ. ΣτΕ 1559/2011, 1700/2003).

5. Επειδή, εξάλλου, στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) και στο άρθρο 4 αυτού ορίζεται ότι «1. α. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών, εφόσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται μικρότερες προθεσμίες. Η προθεσμία αρχίζει από την κατάθεση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και την υποβολή ή συγκέντρωση του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, πιστοποιητικών ή στοιχείων. β. … . 2. … . 3. Οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από τις κατά την παράγραφο 1 υποχρεώσεις αν το αίτημα είναι εμφανώς παράλογο, αόριστο, ακατάληπτο ή επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό. 4. … . 5. … .6. … . 7. … .». Από τις ανωτέρω διατάξεις, που εμπνέονται από τις αρχές του κράτους δικαίου, της χρηστής διοίκησης και της νομιμότητας που διέπει τη δράση της διοίκησης, συνάγεται ότι η τελευταία υποχρεούται, καταρχήν, να αποφαίνεται ρητά και αιτιολογημένα στα νόμιμα αιτήματα των διοικουμένων, σε κάθε περίπτωση που αξιώνεται η ρύθμιση της έννομης κατάστασής τους με την έκδοση μίας εκτελεστής διοικητικής πράξης (βλ. ΣτΕ 3500/2002, 2684/2010), είτε ικανοποιώντας το αίτημα, είτε απορρίπτοντας αυτό και δη ανεξαρτήτως του εάν η ζητούμενη πράξη προβλέπεται ότι εκδίδεται κατ’ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας ή διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης. Από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσεται, μεταξύ άλλων, εφόσον, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, το αίτημα επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό (βλ. ΣτΕ 3500/2002). Ως τέτοιο δε, νοείται πρωτίστως αίτημα όμοιο με προγενέστερο, που έχει ωστόσο ήδη απορριφθεί και το οποίο επαναλαμβάνεται, χωρίς την προσκόμιση νέων στοιχείων ή χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε μεταβολή του πραγματικού ή νομικού μέρους της υπόθεσης, κρίσιμου αποβαίνοντος, κατά περίπτωση, στο πλαίσιο αυτό, και του διαδραμόντος, από την υποβολή του πρώτου (και ήδη απορριφθέντος) έως την υποβολή του νέου αιτήματος, χρόνου. [...]

8. Επειδή, από τις διατάξεις, που εκτέθηκαν στην τρίτη σκέψη, δεν προβλέπεται αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής σύμφωνα με την παρ. 1θ του άρθρου 44 του ν.3386/2005, ούτε άλλοι περιορισμοί ως προς το χρόνο ή τον τρόπο υποβολής της, ούτε, άλλωστε, απαιτείται βάσει της ως άνω διάταξης ο υπήκοος τρίτης χώρας που ζητά τη χορήγηση της εν λόγω άδειας διαμονής να διαμένει νόμιμα στη χώρα κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησής του, εφόσον η ως άνω κατηγορία αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους αφορά σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν διαμένουν νόμιμα στη χώρα και αποσκοπεί στη μετάβασή τους σε καθεστώς νομιμότητας, όπως άλλωστε συνομολογεί και η διοίκηση στην από 19-9-2018 έκθεση απόψεών της. Ενόψει τούτου, το πρώτο αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίπτεται το αίτημα λόγω της υποβολής του μετά την παρέλευση της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης που τέθηκε με την πρώτη απορριπτική απόφαση, παρίσταται μη νόμιμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, ως καταχρηστικό μπορεί να θεωρηθεί αίτημα όμοιο με προγενέστερο, που έχει απορριφθεί και το οποίο επαναλαμβάνεται, χωρίς την προσκόμιση νέων στοιχείων ή χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε μεταβολή του πραγματικού ή νομικού μέρους της υπόθεσης. Στην προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση, η αιτούσα, με την από 13-9-2013 νέα αίτησή της για χορήγηση άδειας παραμονής της ως σύζυγος Έλληνα, συνυπέβαλε, πέραν των ήδη υποβληθέντων με την πρώτη αίτησή της στοιχείων, κοινή με τον σύζυγό της φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 2013, καθώς και το από 5-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου ως κατοικίας, υπογραφόμενου από την αιτούσα και τον σύζυγό της από κοινού ως μισθωτών. Η διοίκηση, όμως, δεν διέλαβε, στην προσβαλλόμενη πράξη, αιτιολογημένη κρίση σχετικά με την κρισιμότητα των παραπάνω στοιχείων και την επιρροή τους στην κρίση της υπόθεσης υπολαμβάνοντας ότι η υποβολή νέου αιτήματος για τον ίδιο σκοπό συνεπάγεται άνευ ετέρου την καταχρηστικότητα της αίτησης, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης ή να βρίσκει έρεισμα σε συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, από τα οποία νομίμως συμπληρώνεται η αιτιολογία της πράξης, ο χαρακτήρας αυτός της αίτησης. Συνεπώς, μη νόμιμο παρίσταται και το δεύτερο επάλληλο αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την καταχρηστικότητα της εν λόγω αίτησης λόγω υποβολής για δεύτερη φορά του ίδιου αιτήματος.
9. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, είναι μη νόμιμη και πρέπει, για το λόγο αυτό, κατ’ αποδοχή και του προβαλλόμενου σχετικού λόγου ακύρωσης, να ακυρωθεί και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νομίμως αιτιολογημένη κρίση επί της αίτησης της αιτούσας, η οποία, αφού σταθμίσει τη σημασία και το μέγεθος των συνεπειών που συνεπάγεται η άρνηση της διοίκησης να της χορηγήσει άδεια διαμονής υπό την ιδιότητά της ως συζύγου Έλληνα πολίτη, οφείλει να εκδώσει ρητή επ’ αυτής απόφαση, είτε ικανοποιώντας το υποβληθέν αίτημα είτε απορρίπτοντας αυτό με ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Παρέλκει δε, κατόπιν τούτων, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

ΕΔΔΑ: Καταδίκη της Ελλάδας για τις συνθήκες διαβίωσης ασυνόδευτων ανηλίκων



Την καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση των άρ. 3 και 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφάσισε ομόφωνα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην πρόσφατη υπόθεση “Sh.D.” (αρ. προσφ. 14165/16) αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης πέντε ασυνόδευτων ανηλίκων από το Αφγανιστάν.

Οι αιτούντες εισήλθαν το 2016 στην Ελλάδα, με ηλικία από 14 έως 17 ετών, ως ασυνόδευτοι. Όπως δήλωσαν, έφυγαν από τη χώρα τους γιατί φοβούνταν για τη ζωή τους ως μέλη της θρησκευτικής μειονότητας των Ισμαηλιστών. Τον Φεβρουάριο του 2016 συνελήφθησαν από την ελληνικές Αρχές, εκδόθηκαν διαταγές για την απέλασή τους και τους δόθηκε ένας μήνας για να εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια. Κάποιοι από αυτούς επιχείρησαν να διασχίσουν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας αλλά συνελήφθησαν.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συνθήκες κράτησης τριών από τους αιτούντες σε αστυνομικά τμήματα είχαν ως αποτέλεσμα την ταπεινωτική μεταχείρισή τους και μπορούσαν να προκαλέσουν σε αυτούς αισθήματα απομόνωσης από τον έξω κόσμο με δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία τους. Σημείωσε επίσης ότι η τοποθέτησή τους στα αστυνομικά τμήματα ισοδυναμεί με στέρηση της ελευθερίας τους, καθώς η ελληνική κυβέρνηση δεν εξήγησε γιατί τοποθέτησε τους αιτούντες εκεί, αντί εναλλακτικής προσωρινής διαμονής.

Ακόμα, έκρινε ότι οι Αρχές δεν είχαν πράξει ό,τι ήταν δυνατόν για να προστατεύσουν τέσσερις από τους αιτούντες, οι οποίοι είχαν ζήσει για έναν μήνα στο κέντρο παραμονής της Ειδομένης, σε ένα περιβάλλον ακατάλληλο για εφήβους. Αναγνώρισε ότι ο καταυλισμός της Ειδομένης ήταν εξολοκλήρου εκτός του ελέγχου των κρατικών Αρχών, αλλά έκρινε ότι η επέκταση του καμπ και η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης οφείλονταν -σε κάποιο βαθμό- στον χρόνο που χρειάστηκε το κράτος για να διαλύσει τον καταυλισμό και ιδιαίτερα στο γεγονός ότι δεν παρείχε τους αναγκαίους πόρους για την ελάφρυνση της ανθρωπιστικής κρίσης στην περιοχή

Η υπόθεση στρεφόταν, επίσης, κατά της Αυστρίας, της Κροατίας, της Ουγγαρίας, της Βόρειας Μακεδονίας, της Σερβίας και της Σλοβενίας, ωστόσο το Δικαστήριο απέρριψε τις σχτικές αιτιάσεις για αυτές τις χώρες απαράδεκτες ως προδήλως αβάσιμες.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Αποκλεισμός υλικών συνθηκών υποδοχής ασυνόδευτου ανηλίκου λόγω σοβαρής παράβασης του κανονισμού του κέντρου φιλοξενίας ή βίαιης συμπεριφοράς



Με τις προτάσεις του στην υπόθεση C-233/18 (Haqbin) ο Γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Manuel Campos Sánchez-Bordona επιχειρεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αποκλειστεί από το ευεργέτημα των υλικών συνθηκών υποδοχής ασυνόδευτος ανήλικος λόγω του ότι αυτός διέπραξε σοβαρή παράβαση του κανονισμού του κέντρου φιλοξενίας ή επέδειξε ιδιαίτερα βίαιη συμπεριφορά.

Ειδικότερα, κατά τον Γενικό Εισαγγελέα υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες, στις οποίες ασυνόδευτος ανήλικος διέπραξε ιδιαίτερα βίαιη πράξη η οποία δημιουργεί κατάφωρους κινδύνους για τη διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας εντός δομής υποδοχής, το άρθρο 20, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ («Υποδοχής»), δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιτρέπει να διαταχθεί η ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση αυτή συνοδεύεται από προηγούμενη παραπομπή στις υπηρεσίες αρωγής και/ή στις δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία των παιδιών, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο ανήλικος αυτός θα τυγχάνει συνεχούς αναδοχής, προσαρμοσμένης στις ειδικές ανάγκες που επιτάσσουν η ηλικία του, το καθεστώς του και η κατάστασή του.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

ΜΠρΘεσ 179/2019: Η προϋπόθεση ταυτότητας θρησκεύματος επιτρόπου και ανηλίκου κατά το συριακό δίκαιο ειναι αντίθετη στην ελληνική δημόσια τάξη


Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου τις διατάξεις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υποδεικνυόμενο ως εφαρμοστέο δίκαιο (…). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 ΑΚ η επιτροπεία, καθώς και κάθε άλλη επιμέλεια, διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου το οποίο αφορούν. Ελληνικό Δικαστήριο μπορεί να διορίσει επίτροπο ή άλλο επιμελητή για αλλοδαπό που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα. Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα, μπορεί να ληφθούν μόνο προσωρινά μέτρα. Με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 24 ΑΚ, καθιερώνεται κανόνας δικονομικού διεθνούς δικαίου που εμπεδώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε θέματα επιτροπείας αλλοδαπού (…), εφόσον υπάρχει συνήθης διαμονή του στην Ελλάδα. Η συνήθης διαμονή είναι έννοια πραγματική, εύκολα μπορεί να προσδιορισθεί (επειδή προϋποθέτει μια μακρά παραμονή σε ένα τόπο) και εξαρτάται λιγότερο από κάποιο κανόνα δικαίου και περισσότερο από τα πραγματικά περιστατικά που συνδέουν ένα άτομο με μία συγκεκριμένη χώρα (…). Συνεπώς, τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς διορισμό επιτρόπου ή άλλου επιμελητή ανηλίκου αλλοδαπού, εφόσον αυτός έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, εφαρμόζοντας ως προς το περιεχόμενο της επιτροπείας ή άλλης επιμέλειας το δίκαιο της ιθαγένειας του αλλοδαπού, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου αυτού δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη (άρθρα 24 και 33 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, εάν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη. Η δημόσια τάξη εκλαμβάνεται υπό την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξεως, που αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στην αρμονία του ρυθμού αυτού, που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (…). Εφόσον διαπιστωθεί, ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει in concreto στην ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται. Σε αυτήν την περίπτωση η συγκεκριμένη βιοτική σχέση ή θα μείνει αρρύθμιστη (αλλά θα πρέπει τούτο να είναι ανεκτό από την ημεδαπή δημόσια τάξη) ή εάν δεν δύναται να μείνει αρρύθμιστη θα ρυθμιστεί κατ` εφαρμογή έτερης διάταξης του αυτού εφαρμοστέου δικαίου. Εφόσον, δε, το τελευταίο δεν είναι δυνατό, η ρύθμιση της σχέσης θα επιτευχθεί κατ` εφαρμογήν του ημεδαπού δικαίου (lex fοri) (…). Εξάλλου, το Δικαστήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 741 ΚΠολΔ, λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το αλλοδαπό δίκαιο χωρίς να διατάξει αποδείξεις εάν το γνωρίζει ή έχει τεθεί υπόψη του από τους διαδίκους, άλλως μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο.

Περαιτέρω, η επιτροπεία ανηλίκων ανήκει στους θεσμούς που επιδιώκουν να προστατεύσουν τον ανήλικο, όταν αυτός δεν "προστατεύεται" από τους γονείς του. Δεν είναι στην κυριολεξία οικογενειακή σχέση, αλλά προσπαθεί να υποκαταστήσει την οικογένεια και γι` αυτό ανήκει στις λεγόμενες "οιονεί" οικογενειακές σχέσεις (…). Μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες ένας ανήλικος τίθεται υπό επιτροπεία, με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, συγκαταλέγεται και αυτή της ανυπαρξίας της γονικής μέριμνας, η οποία μπορεί να υφίσταται είτε γιατί το παιδί είναι αγνώστων γονέων (ή έκθετο), καθώς και αυτή της αδράνειας της γονικής μέριμνας ή κακής άσκησης αυτής από αμφότερους τους γονείς, οπότε χωρεί κατ’ άρθρο 1532 ΑΚ ο διορισμός επιτρόπου, που θα έχει και τη διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου (ΣΕΑΚ, τόμος ΙΙ, σελ. 899 και 974). Η επιτροπεία είναι πάντοτε δοτή και πλέον, μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 2447/1996, εφαρμόζεται η αρχή της "ενιαίας επιτροπείας", ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 1603 ΑΚ, που προβλέπεται ότι ο επίτροπος έχει «το καθήκον και το δικαίωμα να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να τον εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του». Αντίστοιχες ρυθμίσεις προβλέπονται και από το συριακό νόμο για την προσωπική κατάσταση (εφεξής συρΝΠΚ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο (δόγμα Hanafi), η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τη Hadanah, δηλαδή την επιμέλεια ανήλικου προσώπου και τη Wilayah ή Wilayet, δηλαδή την επιτροπεία του ανηλίκου, την εκπροσώπησή του και τη διοίκηση της περιουσίας (ονομάζεται και πατρική εξουσία). Το δικαίωμα της Hadanah (η επιμέλεια του ανήλικου) ανήκει στη μητέρα και αν δεν υπάρχει, στη γιαγιά, προγιαγιά εκ της μητρικής γραμμής κοκ (άρθρο 146 συρΝΠΚ). Η Wilayah ή Wilayet (η επιτροπεία του ανηλίκου) ανήκει στον πατέρα και αν δεν υπάρχει ή αδυνατεί στον παππού της πατρικής γραμμής ή τέλος, στη μητέρα. Περαιτέρω, ο πατέρας και σε περίπτωση που δεν υπάρχει, ο παππούς, μπορούν να ορίσουν κάποιον ως επίτροπο του τέκνου (άρθρο 177 συρΝΠΚ) και σε περίπτωση που δεν έχει καθοριστεί επίτροπος από τον πατέρα ή τον παππού, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει επίτροπο. Κατά το άρθρο 178 συρΝΠΚ ο επίτροπος πρέπει να είναι δίκαιος, ικανός να οριστεί επίτροπος, να διαθέτει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και να είναι του ίδιου θρησκεύματος με τον ανήλικο. Οι παραπάνω όμως διατάξεις περί του ποιος μπορεί να διοριστεί επίτροπος, πρέπει να ερευνηθεί αν αντιβαίνουν στην ημεδαπή δημόσια τάξη, καθόσον η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης και επομένως, όταν η lex causae (εφαρμοστέο δίκαιο) είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρτικά οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται μ` αυτήν (…). Ειδικότερα, κατά το ημεδαπό δίκαιο, και δη κατά το άρθρο 1592 ΑΚ, επίτροπος διορίζεται κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με τη σειρά που αναφέρονται: 1.ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου, 2.το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ορίστηκε με διαθήκη ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη ή σε συμβολαιογράφο από όποιον ασκούσε τη Γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του, 3.το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου…., ενώ κατά το άρθρο 1595 ΑΚ δεν διορίζεται επίτροπος:1.αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, 2.ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης σύμφωνα με το άρθρο 1672, 3.όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου". Συνεπώς, οι διατάξεις του συριακού δικαίου, και ειδικότερα το άρθρο 178 συρΝΠΚ περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα διορισμού από το δικαστήριο επιτρόπων, καθώς απαιτείται ταυτότητα θρησκεύματος επιτρόπου και ανηλίκου, ενώ κατά το ημεδαπό δίκαιο τέτοια πρόβλεψη δεν υφίσταται. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επιτροπεία ανηλίκων ανήκει στους θεσμούς που επιδιώκουν να προστατεύσουν τον ανήλικο, όταν αυτός δεν "προστατεύεται" από τους γονείς του, δημιουργείται κώλυμα στο διορισμό επιτρόπου από το δικαστήριο και, συνακόλουθα, κρίνεται ότι τυχόν εφαρμογή του συριακού δικαίου θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα και θα προσέκρουε σε βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις, που διέπουν τη ζωή στην Ελλάδα (…, ) και κατ’ αποτέλεσμα εφαρμοστέο κρίνεται στην περίπτωση αυτή το ημεδαπό δίκαιο, ως lex fori (δίκαιο του δικάζοντος δικαστή).

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

ΚΥΑ 90271/K1/2019: Πιστοποίηση της επάρκειας της ελληνικής γλώσσας για πολιτογράφηση υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού


Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 2132/2019) η κοινή υπουργική απόφαση για την Πιστοποίηση της γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού πολιτών τρίτων χωρών προκειμένου να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος και Πιστοποίηση της επάρκειας της ελληνικής γλώσσας για πολιτογράφηση. 

Διαβάστε το πλήρες κείμενο


Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

ΔΕφΠειρ 642/2018: Μεταχείριση αιτούντων διεθνή προστασία που αποδεδειγμένα ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες



6. Επειδή, η οδηγία 2013/32/ΕΕ επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη θέσπιση ειδικής ταχύρρυθμης διαδικασίας για την εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας, που υποβάλλονται στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης ή ενόσω οι ενδιαφερόμενοι παραμένουν σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, στην περίπτωση αφίξεων μεγάλου αριθμού πολιτών τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι τηρούνται οι βασικές αρχές και εγγυήσεις του Κεφαλαίου II αυτής. Περαιτέρω, η εξαίρεση από την εφαρμογή της παραπάνω διαδικασίας των αναφερομένων στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 60 κατηγοριών προσώπων δικαιολογείται, όσον αφορά εκείνους που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ενόψει των ιδιαιτέρων συνθηκών κάτω από τις οποίες τελούν τα πρόσωπα αυτά (ασυνόδευτοι ανήλικοι, άτομα που έχουν αναπηρία ή πάσχουν από ανίατη ή σοβαρή ασθένεια, υπερήλικες, γυναίκες σε κύηση ή λοχεία, μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα τέκνα, θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης σοβαρής μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή άλλης σεξουαλικής βίας ή εκμετάλλευσης, πρόσωπα με σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, ιδίως επιζήσαντες και συγγενείς θυμάτων ναυαγίων, και θύματα εμπορίας ανθρώπων, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 14 του ν. 4375/2016, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 60 παρ. 4 περ. στ΄ του ιδίου νόμου) (ΣτΕ Ολομ. 2348/2017 σκ. 30). Συνεπώς, στην περίπτωση των προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, τα αιτήματα διεθνούς προστασίας εξετάζονται κατά την κανονική διαδικασία. Άλλως, θα καταστρατηγούνταν οι διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 2 εδ. β΄ και 60 παρ. 4 εδ. στ΄ του ανωτέρω νόμου 4375/2016 και της προαναφερόμενης οικ. 13257/2016 υπουργικής απόφασης και θα καθίστατο άνευ αντικειμένου η ειδική μεταχείριση, την οποία επιφυλάσσει ο νομοθέτης στους αιτούντες διεθνή προστασία που αποδεδειγμένα ανήκουν στην κατηγορία αυτή.[…]

8. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 53, 60 παρ. 4 και 54 του ν. 4375/2016, δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του αιτούντος ότι ανήκει σε ευάλωτη ομάδα, ως θύμα βασανιστηρίων και πάσχων από σοβαρή μετατραυματική διαταραχή σύμφωνα και με την ιατρική γνωμάτευση που κατέθεσε, δεν παραπέμφθηκε για ιατρική/ψυχοκοινωνική εξακρίβωση της κατάστασής του σε περίπτωση αμφιβολιών και εξετάσθηκε η αίτησή του απαραδέκτως κατά την ταχύρρυθμη διαδικασία. Προσκομίζονται σχετικά, μεταξύ άλλων, αντίγραφα α) της από 23-3-2017 ιατρικής γνωμάτευσης του ψυχιάτρου …, σύμφωνα με την οποία ο αιτών πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού άγχους – καταθλιπτική συνδρομή και του συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή, β) του από 22-6-2018 ιατρικού πιστοποιητικού της Οργάνωσης “Γιατροί χωρίς Σύνορα”, στο οποίο αναφέρεται ότι η εξέταση του αιτούντος στην ιατρική δομή στη Λέσβο φανέρωσε σωματικές ενδείξεις και ψυχικές αντιδράσεις που συνάδουν με τη διαταραχή μετατραυματικού στρες με κατάθλιψη, για την οποία χρήζει υποστήριξης ψυχικής υγείας και γ) του από 26-6-2018 εγγράφου της ίδιας οργάνωσης, σύμφωνα με το οποίο ο αιτών έχει γίνει δεκτός από το εξειδικευμένο “Κέντρο για Θύματα Βίας και Βασανιστηρίων” στην Αθήνα, στο οποίο κρίνεται απαραίτητη η μετάβασή του.

9. Επειδή, οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αιτών, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος επίκλησης (ΣτΕ 2347, 2348/2017), και τα στοιχεία που προσκόμισε αυτός ενώπιον της Αρχής, θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στην κατηγορία των ευάλωτων ομάδων. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 6 για τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων της κατηγορίας των ευαλώτων, μη νόμιμα και με πλημμελή αιτιολογία η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη πράξη (σκέψη 13) δεν εκτίμησε τους ισχυρισμούς του αιτούντος περί ευαλωτότητας και εντεύθεν για την ανάγκη να παραπεμφθεί η αίτησή του στην κανονική διαδικασία και ο ίδιος για εξέταση από ιατρικό και ψυχοκοινωνικό κλιμάκιο και τους απέρριψε με την αιτιολογία ότι η ένταξη στην κατηγορία αυτή αποτελεί κριτήριο ειδικότερης μεταχείρισης κατά τη διαδικασία υποδοχής και ταυτοποίησης και όχι κριτήριο παροχής διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, και η υπόθεση να αναπεμφθεί στην Επιτροπή Προσφυγών για νέα νόμιμη κρίση.




Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *