Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΠρΘεσ 121/2018: Η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο ως προϋπόθεση χορήγησης άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς



3. […], στο άρθρο 108 του ίδιου ως άνω ν.4251/2014, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.40 του ν.4332/2015 (φ. 76Α`), ορίζεται ότι «Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται άδεια διαμονής πενταετούς διάρκειας … . Η ως άνω άδεια παρέχει στον κάτοχό της τα δικαιώματα του άρθρου 97, ανανεώνεται για πέντε έτη κάθε φορά, με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαμονής. … . … .». Εξάλλου, στην 68019/2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών (φ. 2272Β`/21-10-2015), η οποία εκδόθηκε κατ`εξουσιοδότηση των άρθρων 136 παρ. 1 και 5, 19 παρ. 1 και 138 παρ. 15 του ν. 4251/2014 και 5, 6, 7, 8, 10, 14 του ν. 4332/2015 και με την οποία τροποποιήθηκε η 30825/2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών «Καθορισμός απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση εθνικών θεωρήσεων εισόδου και για την χορήγηση και ανανέωση τίτλου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 4251/2014» ορίζεται ότι, προκειμένου για την υποβολή αιτήματος για αρχική χορήγηση άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να προσκομίζει «Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γέννησης στην Ελλάδα ή Αποδεικτικά επιτυχούς ολοκλήρωσης έξι τουλάχιστον ετών, σε ελληνικά σχολεία Πρωτοβάθμιας ή/ και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας.». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν.4151/2014, η άδεια διαμονής αυτού του τύπου σκοπό έχει να διασφαλίσει τη νόμιμη διαμονή στη Χώρα των μεταναστών «δεύτερης γενιάς», ως ιδιαίτερης κατηγορίας πολιτών τρίτων χωρών, που χρήζει ειδικής και ευνοϊκότερης αντιμετώπισης, καθόσον, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι εν λόγω αλλοδαποί έχουν ελάχιστη επαφή με τη χώρα προέλευσης των γονέων τους, αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως πατρίδα ή εν πάση περιπτώσει ως τη χώρα στην οποία θα ζήσουν, ενώ η κοινωνική τους ένταξη έχει ήδη εν τοις πράγμασι επιτευχθεί σε σημαντικό βαθμό. Τα χαρακτηριστικά αυτά συγκεντρώνουν, κατά την κρίση του νομοθέτη του ν.4251/2014, οι πολίτες τρίτων χωρών που έχουν γεννηθεί στη Χώρα, καθώς και όσοι έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, υπό την έννοια ότι έχουν μετέλθει την ελληνική παιδεία, στο πλαίσιο της οποίας πιθανολογείται, κατά κοινή πείρα, ότι έχουν αποκτήσει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, τόσο στον προφορικό όσο και τον γραπτό λόγο, και έχουν έρθει σε επαφή με την ελληνική ιστορία, λογοτεχνία, γεωγραφία και εν γένει με γνωστικά αντικείμενα που διδάσκονται σε ελληνικά σχολεία με βάση το κρατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

9. Με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος εκδόθηκε χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, κατά πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 108 του ν.4151/2014. Και τούτο, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, το σχολείο …, στο οποίο αυτός φοίτησε για περισσότερα από έξι χρόνια, δεν έχει αμιγώς αμερικανικό πρόγραμμα σπουδών, αλλά σε αυτό διδάσκονται και ελληνικά μαθήματα και, ως εκ τούτου, εντάσσεται στην έννοια του ελληνικού σχολείου. Προβάλλεται, επίσης, ότι, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 4, 5 παρ.1 του ν.4862/1931 και 35 παρ.8 περίπτωση 22 (και όχι 21, όπως προδήλως εκ παραδρομής αναφέρεται στο κρινόμενο δικόγραφο) του ν.4186/2013, το εν λόγω σχολείο εξομοιώνεται, ως ξένο σχολείο που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, προς τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία, διέπεται όσον αφορά τη λειτουργία του από την ελληνική νομοθεσία (για ζητήματα όπως τα δίδακτρα, το καθεστώς λειτουργίας του σχολείου, τις αποδοχές των εκπαιδευτικών τους κ.ά.) και παρέχει στους μαθητές του δικαίωμα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τους ίδιους όρους με τους οποίους το δικαίωμα αυτό παρέχεται στους μαθητές ελληνικών σχολείων. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο του διοικητικού φακέλου (ή έστω, στοιχείου προσκομιζόμενου από τον ίδιο τον αιτούντα προς κλονισμό της σχετικής κρίσης της Διοίκησης ή προς απόδειξη τυχόν εμφιλοχωρήσασας πλάνης περί τα πράγματα) δεν προκύπτει ότι το σχολείο … ακολουθεί ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Αντιθέτως, από τους συνημμένους στο … έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Παιδείας και Θρησκευμάτων πίνακες του οικείου Υπουργείου με τα ξένα σχολεία που λειτουργούν στην Ελλάδα, προκύπτει ότι το σχολείο …, στο οποίο φοίτησε ο αιτών, ακολουθεί αμιγώς ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σε αγγλική, μάλιστα, γλώσσα διδασκαλίας. Όσα δε ειδικότερα υποστηρίζει ο αιτών περί εξομοίωσης του σχολείου αυτού προς τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία, είναι απορριπτέα. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το εν λόγω ξένο σχολείο λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα (ως δεν αμφισβητείται από τη Διοίκηση) και υπόκειται στην εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για τα ζητήματα της διοικητικής λειτουργίας του (όπως συνομολογεί και ο αιτών) δεν συνεπάγεται ότι εξομοιώνεται με ελληνικό σχολείο, υπό την έννοια ότι παρέχει στους μαθητές του ελληνική παιδεία. Όπως δε συνάγεται από τις διατάξεις που εκτίθενται στην έβδομη σκέψη, τις οποίες επικαλείται και ο αιτών, τέτοια ουσιαστική εξομοίωση είναι δυνατή υπό προϋποθέσεις, που αφορούν το ακολουθούμενο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και συνίστανται πρωτίστως στο να διδάσκονται από τα ξένα σχολεία συγκεκριμένα μαθήματα (αρχαία και νέα ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, θρησκευτικά) και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που στην ένδικη περίπτωση δεν προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ότι συντρέχει. Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην τρίτη σκέψη, κατά την κρίση του μεταναστευτικού νομοθέτη, προκειμένου ένας αλλοδαπός να χαρακτηριστεί ως μετανάστης δεύτερης γενιάς και να δικαιωθεί της σχετικής άδειας διαμονής, δεν αρκεί αυτή μόνη η ένταξή του, επί εξαετία τουλάχιστον, σε ένα οποιοδήποτε μαθητικό περιβάλλον, αλλά θα πρέπει αυτός, με την ένταξή του σε αυτό, να έχει μετέλθει την ελληνική παιδεία, ως στοιχείο που υποδεικνύει την εν τοις πράγμασι ενσωμάτωσή του στην ελληνική πραγματικότητα. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόρριψη του επίμαχου αιτήματος, ερειδόμενη στην κρίση ότι το ξένο εκπαιδευτικό ίδρυμα …, στο οποίο φοίτησε ο αιτών και το οποίο έχει αμιγώς ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, δεν αποτελεί ελληνικό σχολείο κατά την έννοια του άρθρου 108 του ν.4251/2014, παρίσταται, πλήρως και νομίμως αιτιολογημένη, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη της Διοίκησης περί τα πράγματα, απορριπτομένων ως αβάσιμων όσων περί του αντιθέτου και αναποδείκτως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως.

[…]    14. Επειδή, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που πλήττει την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση της επίμαχης άδειας διαμονής παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η υποχρέωση κλήσης των ενδιαφερομένων σε ακρόαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, το εύρος προστασίας της οποίας συμπίπτει με αυτό της διάταξης του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δεν υφίσταται σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η σχετική διαδικασία κινήθηκε μετά από αίτησή τους (πρβλ. ΣτΕ 715/2015, 1830/2013, 217/2013, 3067/2012, 1295/2012, 3811/2012, 2017/2011, 401/2007, κ.ά.). Ωστόσο, στο μέτρο που οι ως άνω αιτιάσεις πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος το μέτρο της επιστροφής, προβάλλονται βασίμως. Και τούτο, δεδομένου αφενός ότι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται και έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στις 4η, 5η και 6η σκέψεις της παρούσας, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που κατέληξε στην επιβολή του μέτρου αυτού, στον αιτούντα δεν δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει, ενώπιον των αρμόδιων αρχών, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς, τους λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόφαση της εν λόγω αρχής να μην διατάξει την επιστροφή του και ανάγονται στις εν γένει περιστάσεις της προσωπικής και οικογενειακής του κατάστασης. Αφετέρου δε, σε συνάρτηση με τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, οι ισχυρισμοί, που θα προέβαλε ο αιτών ενώπιον της Διοίκησης, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως και προκύπτουν, καταρχήν, από τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη προσκομιζόμενα έγγραφα, παρίστανται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λυσιτελείς, δεδομένου ότι, αληθείς υποτιθέμενοι, θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση της Διοίκησης περί απομάκρυνσης του αιτούντος από την Ελλάδα και να δικαιολογήσουν, ενδεχομένως, την παραμονή του στη Χώρα, με τη χορήγηση σε αυτόν άδειας διαμονής άλλου τύπου.

[…] Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

ΣΗΜ: Πρβλ. σχετικά και την 18/2017 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών με θέμα «Άρθρο 1Β παρ.1 του ΚΕΙ – Φοίτηση αλλοδαπού μαθητή σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα ή σε σχολείο στην Ελλάδα που ακολουθείτο υποχρεωτικό ελληνικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και διδασκαλίας» αναφορικά με την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας λόγω φοίτησης 





Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΕφΑθ 1961/2018: Σιωπηρή ανάκληση αιτήσεώς διεθνούς προστασίας



[…] νομίμως η μη παράσταση της αιτούσας κατά την προγραμματισμένη συνέντευξη της 21ης/6/2010 ερμηνεύθηκε από τη Διοίκηση ως σιωπηρή ανάκληση της από … αιτήσεώς της για χορήγηση πολιτικού ασύλου, όπως επίσης νομίμως διεκόπη η εξέταση της εν λόγω από … αιτήσεώς της και ετέθη αυτή στο αρχείο, τα δε περί του αντιθέτου δια της υπό κρίση αιτήσεως προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τούτο δε, διότι τα συμπτώματα αγχώδους διαταραχής και αυχενικού συνδρόμου, στα οποία η αιτούσα αναφέρεται υπό την έννοια των λόγων ανωτέρας βίας, οι οποίοι δεν της επέτρεψαν, κατά τους ισχυρισμούς της, να παραστεί στην προγραμματισμένη συνέντευξη της 21ης/6/2010, στην έδρα του Τμήματος Πολιτικού Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω ημέρα της συνεντεύξεως (21/6/2010), αλλά τέσσερις (4) ημέρες πριν από αυτήν (17/6/2010). Η δε περί αναπαύσεως ιατρική σύσταση, η οποία της εδόθη, ως συνδεόμενη κατά κύριο, αν όχι αποκλειστικό, λόγο με την αποχή αυτής από την εργασία της, δεν καλύπτει και τη μη συμμετοχή της, κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία της 21ης/6/2010, στη διαδικασία της προσωπικής συνεντεύξεως, πολλώ μάλλον όταν στην οικεία από 17/6/2010 ιατρική βεβαίωση δεν περιλαμβάνεται κανένας απολύτως χρονικός προσδιορισμός της ως άνω δοθείσας στην αιτούσα ιατρικής περί αναπαύσεως συστάσεως.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΕφΑθ 2035/2018: H υπέρβαση της προθεσμίας για έκδοση απόφασης επί αιτήματος ασύλου δεν στοιχειοθετεί παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας



7. Επειδή, ο αιτών διατείνεται ότι κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας η πρωτοβάθμια απόφαση δεν εκδόθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 51 του ν. 4375/2016 προθεσμίας των 6 μηνών από την καταγραφή της αίτησης, χωρίς μάλιστα να επικαλείται η συνδρομή κάποιου από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους παράτασης της σχετικής προθεσμίας. Όμως, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ενόψει του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (9.12.2015) δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθρο 51 του ν. 4375/2016, η προβλεπόμενη από το ισχύον, κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης στον πρώτο βαθμό, άρθρο 16 παρ.2 του π.δ. 113/2013 εξάμηνη προθεσμία για έκδοση της σχετικής απόφασης είναι ενδεικτική και όχι αποκλειστική.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΕγκΥΠΕΣ 31/10.09.2018: Αιτήματα επίσπευσης στη διαδικασία πολιτογράφησης και σε κτήσεις ιθαγένειας με βάση τα άρ. 1Α και 1Β του ΚΕΙ και διαβίβαση φακέλου λόγω αλλαγής κατοικίας του αιτούντος



Με την παρούσα εγκύκλιο της Ειδικής Γραμματείας Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών παρέχονται οδηγίες στις αρμόδιες υπηρεσίες για την εξέταση τόσο των εκκρεμών όσο και των νέων αιτημάτων πολιτογράφησης και κτήσης ιθαγένειας  με βάση τα άρ. 1Α και 1Β του ΚΕΙ.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΕΕ: Καταδίκη για σοβαρό έγκλημα και αποκλεισμός από το καθεστώς επικουρικής προστασίας



Με σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αντιτίθεται σε νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους δυνάμει της οποίας ο αιτών επικουρική προστασία θεωρείται ότι έχει διαπράξει «σοβαρό έγκλημα» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγω του οποίου μπορεί να αποκλειστεί από την εν λόγω προστασία, με μόνο κριτήριο την ποινή που προβλέπει για το έγκλημα αυτό η νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή ή στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο που έχουν επιληφθεί της αιτήσεως επικουρικής προστασίας να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα του επίμαχου αδικήματος, προβαίνοντας σε πλήρη εξέταση όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΠρΑθ 1119/2018: Άδεια διαμονής στην Ελλάδα σε απευθείας ανιόντες Έλληνα ή πολίτη Ε.Ε. και του ετέρου των συζύγων


4. Ε π ε ι δ ή, η διάταξη του άρθρου 61 του ν.3386/2005 προβλέπει την κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως χορήγηση ειδικής άδειας, που ονομάζεται ατομικό δελτίο διαμονής και διακρίνεται από την άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση του άρθρου 53 του ίδιου νόμου, στα μέλη οικογένειας Έλληνα ή πολίτη άλλου κράτους- μέλους της Ε.Ε., τα οποία είναι υπήκοοι τρίτων χωρών και τον συνοδεύουν ή επιθυμούν να τον συναντήσουν και η διάρκεια διαμονής τους θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Μεταξύ των μελών της οικογένειας, που απαριθμούνται περιοριστικά στην παρ.2 του εν λόγω άρθρου, περιλαμβάνονται οι απευθείας ανιόντες του Έλληνα ή πολίτη κράτους μέλους της Ε.Ε. και του ετέρου των συζύγων, που συντηρούνται από αυτούς. Προϋπόθεση, ωστόσο, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης είναι ο Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους μέλους της Ε.Ε., από τον οποίο έλκει την κατ’ άρθρο 61 του ν. 3386/2005 νομιμοποίησή του ο ανιών του συζύγου, ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, να βρίσκεται εν ζωή κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου να είναι δυνατή και η εξέταση εκ μέρους της Διοίκησης και της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων, που τίθενται από την διάταξη αυτή και που αφορούν στη διαπίστωση της ύπαρξης πραγματικών ζητημάτων και ειδικότερα, εάν ο ανιών συντηρείται πράγματι από τον Έλληνα πολίτη και τον σύζυγό του και περαιτέρω, με την επιφύλαξη λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εάν ο ανιών διάγει πραγματικό οικογενειακό βίο με τον Έλληνα πολίτη και τη σύζυγό του ή αν η οικογενειακή σχέση διατηρείται με κύριο σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του ν.3386/2005. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιρρωνύεται και από την διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 περ. α’ του ν.3386/2005, που έπεται της εν λόγω διάταξης και αφορά στην διατήρηση από τα μέλη οικογένειας Έλληνα ή πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. προσωποπαγούς δικαιώματος διαμονής, όταν ο Έλληνας ή πολίτης άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. αποβιώσει, εφόσον τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στην Ελλάδα επί ένα έτος τουλάχιστον πριν από το θάνατο του.

5. Ε π ε ι δ ή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: […] εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία αφού ελήφθησαν υπόψη τα προκύψαντα από την υπηρεσιακή έρευνα στοιχεία που αφορούσαν την προσωπική κατάσταση της κόρης της αιτούσας και συγκεκριμένα ότι ο θάνατος του συζύγου της είχε λάβει χώρα το έτος 2001 και ότι εκείνη ήταν κάτοχος άδειας διαμονής λόγω χηρείας για το χρονικό διάστημα από 26.3.2003 έως 25.6.2008, η αίτηση απορρίφθηκε με την ειδικότερη αιτιολογία ότι στην περίπτωση που το μέλος της οικογένειας Έλληνα πολίτη διατηρεί το δικαίωμα διαμονής σε προσωπική βάση (σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α της παρ.1 του άρθρου 62 του ν.3386/2005), δεν είναι δυνατή η είσοδος και διαμονή στη Χώρα άλλων συντηρούμενων μελών της οικογένειας πλην αυτών, που είχαν εισέλθει και διέμεναν στη Χώρα πριν αποβιώσει ο Έλληνας πολίτης. […]

7. Ε π ε ι δ ή, η αιτούσα ισχυρίζεται επιπροσθέτως ότι είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα από το έτος 1993 και ότι ήταν κάτοχος νόμιμων αδειών διαμονής μέχρι το έτος 2006, εκθέτει δε ότι μετά το 2006, αφού επέστρεψε στη Γεωργία για μικρό διάστημα και κατόπιν έλαβε θεώρηση εισόδου για να εισέλθει εκ νέου στην Ελλάδα, υπέβαλε αίτηση για να λάβει άδεια διαμονής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 61 του ν.3386/2005, καθόσον η κόρη της ήταν παντρεμένη με Έλληνα υπήκοο. Ενόψει αυτών, η αιτούσα προβάλλει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι η Διοίκηση δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός της μακρόχρονης διαμονής της στη χώρα καθώς και τους μόνιμους βιοτικούς δεσμούς (οικογενειακούς, θρησκευτικούς και κοινωνικούς), που ανέπτυξε κατά τη διάρκειά της. Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον προϋπόθεση για την χορήγηση δελτίου διαμονής του άρθρου 61 του ν. 3386/2005 είναι ο Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους μέλους της Ε.Ε., από τον οποίο έλκει την νομιμοποίησή του ο ανιών του συζύγου, ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, να βρίσκεται εν ζωή κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως, η απόρριψη με την προσβαλλόμενη πράξη του ως άνω αιτήματος της αιτούσας εχώρησε, προεχόντως, βάσει του αντικειμενικού δεδομένου της μη συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης της διάταξης του άρθρου 61 παρ.1 του ν.3386/2005 (πρβλ. ΣτΕ 1985/2013, 3312, 2820, 214/2012) και που, εν προκειμένω, συνίστατο στο ότι είχε αποβιώσει ήδη από το έτος 2001 ο Έλληνας πολίτης, από τον οποίο είλκε η ανωτέρω ως μητέρα της συζύγου του, το σχετικό δικαίωμα. Συνεπώς, δεν καταλείπεται περιθώριο εφαρμογής της εν λόγω αρχής και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω δε, ο λόγος περί παράβασης της ως άνω αρχής, υπό το πρίσμα των προαναφερόμενων αιτιάσεων (μη συνεκτίμηση από τη Διοίκηση της μακρόχρονης διαμονής της στη χώρα καθώς και των βιοτικών δεσμών), είναι απορριπτέος επίσης ως αβασίμως προβαλλόμενος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι τέτοια στοιχεία είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης, η απόρριψη του επίμαχου αιτήματος χώρησε με βάση την ως άνω έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης της διάταξης του άρθρου 61 του ν.3386/2005, με τον οποίο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενου στο κυριαρχικό δικαίωμα της ελληνικής πολιτείας, στο πλαίσιο της μεταναστευτικής της πολιτικής, να ελέγχει με την θέσπιση της χορηγήσεως των ειδικών αδειών αυτού του τύπου (δελτίο διαμονής) την είσοδο, εγκατάσταση, εργασία και παραμονή των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων κρατών σε αυτήν και να αντιμετωπίζει την παράνομη μετανάστευση (πρβλ. ΣτΕ ΣτΕ 1803/2016, 715/2015). […]

10. Ε π ε ι δ ή, κατόπιν αυτών, νομίμως απορρίφθηκε από τη Διοίκηση με την προσβαλλόμενη πράξη η από 10.9.2008 αίτηση της αιτούσας, με την οποία ζήτησε επικαλούμενη το άρθρο 61 του ν.3386/2005, να της χορηγηθεί αρχική άδεια (δελτίο διαμονής) ως μητέρα της συζύγου Έλληνα πολίτη, προεχόντως για τον λόγο ότι ο εν λόγω Έλληνας πολίτης είχε αποβιώσει ήδη από το έτος 2001 και ως εκ τούτου, εξέλιπε το πρόσωπο από το οποίο είλκε η ανωτέρω υπήκοος τρίτου κράτους ως μητέρα της συζύγου του, το σχετικό δικαίωμα. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 περ. α’ του ν.3386/2005, δεν είναι εν προκειμένω, εφαρμοστέα, καθόσον, ως ελέχθη, η αίτηση υποβλήθηκε κατ’ επίκληση της ανωτέρω ειδικής διάταξης του άρθρου 61, η δε διάταξη του άρθρου 62 του νόμου αυτού θέτει άλλες προϋποθέσεις και αφορά στην διατήρηση από τα μέλη οικογένειας Έλληνα ή πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. προσωποπαγούς δικαιώματος διαμονής, όταν ο Έλληνας ή πολίτης άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. αποβιώσει και τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στην Ελλάδα επί ένα έτος τουλάχιστον πριν από το θάνατο του, ήτοι προϋποθέτει ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν ήδη αποκτήσει δικαίωμα διαμονής ως μέλη της οικογένειας του Έλληνα πολίτη.


Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Ολ ΣτΕ 1694/2018: Νόμιμη η αναγνώριση ως πρόσφυγα ενός εκ των 8 Τούρκων στρατιωτικών



3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 29-1-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 22622/28-12-2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του …, υπηκόου Τουρκίας, η 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959, και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του π.δ. 141/2013.

8. Επειδή, η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου … ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς. […]

10. Επειδή, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλοντας με το δικόγραφο της παρεμβάσεως ότι “η υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών, που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Ελλάδα ... λίγες ώρες μετά την καταστολή της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης Ερντογάν, έχει εύλογα προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Η παροχή ασύλου σε πρόσωπα που διώκονται για την πολιτική δράση τους στην χώρα προέλευσής τους αποτελεί βασική αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτό γίνεται δεκτό στην ελληνική, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα δικαίου”. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση παρεμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι ατομική διοικητική πράξη, δεν θίγει τα συμφέροντα των μελών του ως επαγγελματικής τάξεως, ενώ η χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σε συγκεκριμένο αλλοδαπό, ανεξάρτητα από την υπηκοότητά του, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται με βασική αρχή του κράτους δικαίου ή με ζήτημα γενικότερου εθνικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, για το λόγο αυτόν, η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη, Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου, Ο. Ζύγουρα, Θ. Αραβάνη, Η. Μάζου, Ρ. Γιαννουλάτου και της Παρέδρου Αικ. Ρωξάνα, ενόψει των ως άνω προσβαλλομένων ισχυρισμών, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 περ. α΄, ζ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, προς υπεράσπιση των αρχών του κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το οποίο συνάπτεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, το οποίο συγκροτείται από τις οδηγίες 2011/95/ΕΕ, 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ. [...] 

17. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016, παρέχεται στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ήδη Μεταναστευτικής Πολιτικής), το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, όπως το ένδικο αυτό βοήθημα κατοχυρώνεται και προβλέπεται από το άρθρο 95 του Συντάγματος και τα άρθρα 45 επ. του π.δ/τος 18/1989 κατά των αποφάσεων των Επιτροπών Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, οι οποίες αποφαίνονται επί των ενδικοφανών προσφυγών που ασκούν (μόνον) οι αιτούντες διεθνή προστασία κατά των αποφάσεων των Υπηρεσιών Ασύλου, με τις οποίες απορρίπτεται το αίτημά τους να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες ή ως δικαιούχοι επικουρικής προστασίας. Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής δύναται να προβάλει λόγους ακυρώσεως αναγόμενους στην εξωτερική νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής Προσφυγών, καθώς και λόγους ακυρώσεως με τους οποίους πλήσσεται αφενός μεν η ορθότητα της ερμηνείας του νόμου και των αορίστων νομικών εννοιών στην οποία προέβη η εν λόγω διοικητική αρχή, αφετέρου δε η νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση της 22622/28-12-2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, με την οποία, κατ’ αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, αναγνωρίσθηκε αυτός ως πρόσφυγας, ασκείται παραδεκτώς από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την παρέμβαση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η θεσπιζόμενη από το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016 ενδοστρεφής δίκη προβλέπεται μόνο για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της Ελληνικής Πολιτείας να σέβεται τους κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας για τους πρόσφυγες και να συμμορφώνεται προς αυτούς, καθώς και για λόγους εσωτερικής ασφάλειας της Χώρας, επίκληση των οποίων δεν γίνεται με την κρινόμενη αίτηση. Η άποψη δε αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα στην αιτιολογική σκέψη 51 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, που επικαλείται ο παρεμβαίνων, σύμφωνα με την οποία “... η παρούσα οδηγία δεν θίγει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας”. Τούτο δε διότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αφορά τη δυνατότητα των δημοσίων αρχών των κρατών - μελών να προσβάλλουν δικαστικώς τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών που αποφαίνονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, αλλά αναφέρεται, γενικώς, στη διατήρηση των αρμοδιοτήτων των κρατών – μελών στον τομέα της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται από τον παρεμβαίνοντα ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή ζητείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας να κρίνει εκ νέου την ουσία της υποθέσεως, επανεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο δε διότι με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως αφενός μεν για τον λόγο ότι εκδόθηκε κατά παράβαση των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 και1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στα άρθρα 2 περ. ε΄, 12 παρ. 2 περ. β΄και 13 του π.δ. 141/2013 αφετέρου δε για το λόγο ότι φέρει μη νόμιμη αιτιολογία, ήτοι ζητείται η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως για λόγους που είναι σύμφωνοι με τη φύση του ακυρωτικού ελέγχου που ασκείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την εξέταση της νομιμότητος των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών.

18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος ως πρόσφυγας. Τούτο δε διότι στην απόφαση αυτή δεν αναφέρονται οι πολιτικές πεποιθήσεις του παρεμβαίνοντος, αλλά περιέχεται η αόριστη αναφορά ότι “υφίσταται κίνδυνος δίωξης σε βάρος του για πολιτικούς λόγους”, χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένη σύνδεση, με σχέση αιτίου προς αιτιατό, του δικαιολογημένου φόβου του παρεμβαίνοντος ότι θα υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του για λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

19. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με την οποία απερρίφθη η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος, έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για αναγνώρισή του ως πρόσφυγος προϋποθέσεις, εκρίθη όμως ότι, λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, συνέτρεχε στο πρόσωπό του η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 1Στ περ. β΄ της ανωτέρω Σύμβασης ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, καθόσον διέπραξε σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου πριν την είσοδό του στην Χώρα (σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα κατά τη διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄του π.δ. 141/2013). Κατά του τελευταίου αυτού κεφαλαίου της ανωτέρω αποφάσεως, ήτοι κατά του κεφαλαίου με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ο παρεμβαίνων άσκησε την από 25-10-2016 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών. Εφόσον, όμως, η μεν διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του ν. 4375/2016 δεν παρέχει στον αρμόδιο Υπουργό το δικαίωμα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής κατά της αποφάσεως της αρμόδιας αρχής με την οποία αυτή αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η δε διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ίδιου νόμου παρέχει το δικαίωμα στον αρμόδιο Υπουργό να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως μόνο κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, που αποφαίνονται σε δεύτερο βαθμό επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συνάγεται ότι με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος η υπόθεση, που αφορούσε την αναγνώρισή του ή μη ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας (ζήτημα που συνάπτεται άμεσα όχι μόνο με την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, αλλά και με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), ήχθη ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών κατά το νόμο και την ουσία στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013 προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγος. Συνεπώς, η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών υπεχρεούτο να επανεξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος (βλ. άρθρο 62 παρ. 8 του ν. 4375/2016) και να ερευνήσει εκ νέου και εξ υπαρχής τη συνδρομή ή μη όλων των προϋποθέσεων τόσο για την αναγνώριση του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013), όσο και για την εφαρμογή στο πρόσωπό του της ρήτρας αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος (άρθρα 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, νομίμως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε εκ νέου το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄του π.δ. 141/2013, το οποίο δεν είχε αμφισβητηθεί με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε αυτός κατά της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η σχετική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Χ. Ράμμου, του Αντιπροέδρου Γ. Παπαγεωργίου και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Π. Καρλή, Β. Αραβαντινού, Η. Μάζου, Ε. Παπαδημητρίου και Ρ. Γιαννουλάτου, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται απαραδέκτως. Τούτο δε διότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δεν είχε την εξουσία να εξετάσει το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής το οποίο δεν αμφισβητήθηκε με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο παρεμβαίνων κατ’ αυτής (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), καθόσον σε αυτήν δεν μετεβιβάσθη η υπόθεση της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας στο σύνολό της, αλλά μόνο το αμφισβητηθέν με την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή μέρος της (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχε η ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), κατ’ εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ενδικοφανούς προσφυγής. Κατ’ ακολουθίαν, κατά την ανωτέρω μειοψηφήσασα γνώμη η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών όφειλε να εξετάσει κατά το νόμο και την ουσία μόνο το κεφάλαιο που ήχθη ενώπιόν της και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ανεγνωρίσθη ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

20. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των άρθρων 2 περ. ε΄και 10 παρ. 1 περ. ε΄, 2 του π.δ. 141/2013, που παρατέθηκαν στις σκέψεις 11 και 12, προκειμένου να κριθεί ότι στο πρόσωπο του αιτούντος διεθνή προστασία συντρέχει δικαιολογημένος φόβος (well founded fear, craignant avec raison) δίωξης στη Χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, ώστε να αναγνωρισθεί αυτός ως πρόσφυγας, δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να έχει εκδηλώσει ρητώς τις πολιτικές πεποιθήσεις για τις οποίες, ευλόγως, φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη, αλλά αρκεί το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές πεποιθήσεις καταλογίζονται σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης. Κρίσιμος, συνεπώς, παράγοντας, εν προκειμένω, είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις που ο φορέας της δίωξης θεωρεί ότι ενστερνίζεται ο αιτών, είναι δε αδιάφορο από της εξεταζομένης απόψεως αν αυτός υιοθετεί ή όχι τις αποδιδόμενες σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης πολιτικές πεποιθήσεις.

21. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, στην αίτηση έκδοσης που υπέβαλε η Γενική Εισαγγελία Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας απεδόθη στον παρεμβαίνοντα, αξιωματικό του τουρκικού στρατού, ότι συμμετείχε στην απόπειρα ένοπλου στρατιωτικού πραξικοπήματος που εκδηλώθηκε στη Δημοκρατία της Τουρκίας, την 15η Ιουλίου 2016, από μέλη της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY). Με την 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, καθόσον υφίστατο δικαιολογημένος φόβος δίωξης του στην Τουρκία λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων (άρθρο 10 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013). Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση, έγινε δεκτό ότι σε βάρος του παρεμβαίνοντος εκκρεμεί στην Τουρκία ένταλμα σύλληψης με κατηγορίες “για απόπειρα εξάλειψης της κυβέρνησης της Τουρκικής Δημοκρατίας ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της, απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, απόπειρα εξάλειψης της συνταγματικής τάξης και απόπειρα εξάλειψης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας (ΤΒΜΜ) ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της. Επίσης, διακεκριμένη αρπαγή (ελικόπτερο) από κοινού περισσοτέρων από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, επί πλέον δε αυτός κατηγορείται για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (FËTΟ/PDY), κατηγορία η οποία επισύρει αυστηρότατες και υπερβολικά δυσανάλογες ποινές, πιθανολογείται δε ότι αυτός θα υποβληθεί σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση σε περίπτωση σύλληψης και φυλάκισής του.

22. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η ανωτέρω κρίση της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής περί συνδρομής στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 του π.δ. 141/2013, προϋποθέσεων, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο παρεμβαίνων “έχει καταστεί πρόσωπο αρκετού ενδιαφέροντος για τις τουρκικές αρχές ώστε να κινδυνεύει με σύλληψη και ανάκριση”, ιδίως στα πλαίσια των εκτελεστικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί από την Τουρκική κυβέρνηση μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το καθεστώς προσωρινής παρέκκλισης από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, προκειμένου να καταπολεμηθεί η οργάνωση (FËTΟ/PDY), η οποία επεχείρησε το πραξικόπημα, καθώς και όλα τα συστατικά στοιχεία της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο παρεμβαίνων έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη στην Τουρκία, καθόσον υφίσταται σοβαρός κίνδυνος, σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα, να κρατηθεί από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές και να υποστεί βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση, τέλος δε να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση.

23. Επειδή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται, ως προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι η απόδοση στον παρεμβαίνοντα εκ μέρους του Τουρκικού κράτους ως φορέα δίωξης, της κατηγορίας ότι συμμετέσχε στο οργανωθέν από τη Φετουλαχιστική Οργάνωση Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY) πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εμπεριέχει και απόδοση σε αυτόν και πολιτικών πεποιθήσεων, συνισταμένων στην εκ μέρους του αποδοχή των πολιτικών θέσεων της εν λόγω οργανώσεως, την οποία η Τουρκική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική. Συνεπώς, υφίσταται εν προκειμένω ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος (causal link) μεταξύ του δικαιολογημένου φόβου δίωξης του παρεμβαίνοντος στη χώρα καταγωγής του και των αποδιδομένων σε αυτόν από το Τουρκικό κράτος πολιτικών πεποιθήσεων. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος ακυρώσεως (σκέψη 18), με τον οποίο προβάλλεται ότι μη νομίμως αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, χωρίς να αναφέρονται οι πολιτικές του πεποιθήσεις και χωρίς να εξακριβωθεί, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, εάν υφίσταται δικαιολογημένος φόβος του να υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων.

24. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013 (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ), αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” (serious reasons for considering, raisons serieuses de penser), ότι έχει διαπράξει σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου (κατά τη διατύπωση της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του π.δ. 141/2013), πριν την είσοδό του στην ελληνική επικράτεια. Η ως άνω ρήτρα αποσκοπεί στον αποκλεισμό από το καθεστώς των προσφύγων των προσώπων τα οποία δεν κρίνονται άξια να τύχουν της προστασίας που αυτό περιλαμβάνει, καθώς και στη διαφύλαξη του καθεστώτος αυτού από την καταχρηστική λειτουργία του ως μέσου ασυλίας (ΣτΕ 1661/2012 7μελής). Περαιτέρω, προκειμένου να τεκμηριωθεί η συμμετοχή αιτούντος διεθνή προστασία σε σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του π.δ. 141/2013, πρέπει να προκύπτει από καθαρά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία (clear and credible evidence), και κατόπιν αξιολογήσεως συγκεκριμένων γεγονότων, ότι η εμπλοκή του εν λόγω αιτούντος στις ενέργειες που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου”(κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013) ή η συνδρομή του στην επίτευξη του πολιτικού σκοπού στον οποίο απέβλεψε μια οργάνωση που, επικαλούμενη την επίτευξη τέτοιου σκοπού, χρησιμοποίησε βίαια μέσα και διέπραξε σοβαρές εγκληματικές πράξεις, υπήρξε αφενός μεν συνειδητή (επαρκής γνώση εκ μέρους του του σκοπού της οργάνωσης και αποδοχή του), αφετέρου δε ουσιαστική (ουσιώδης συμβολή στην τέλεση των εγκληματικών πράξεων, με γνώση εκ μέρους του ότι θα βοηθήσει ή θα διευκολύνει τη διάπραξή τους). Απαιτείται, δηλαδή, να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών του ανωτέρω αιτούντος και του εγκληματικού σκοπού που επεδίωξε η προαναφερθείσα οργάνωση ή των εγκλημάτων που διεπράχθησαν στο πλαίσιο των ενεργειών της προς επίτευξη των σκοπών της. Συνεπώς, για την εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού στο πρόσωπο του ανωτέρω αιτούντος, πρέπει να είναι δυνατό να καταλογισθεί σε αυτόν, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, μέρος της ευθύνης για τις σοβαρές εγκληματικές πράξεις που διέπραξε η οργάνωση, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της (πρβλ. ΔΕΕ στις υποθέσεις C-57/2009 και C-101/2009 B and D της 9-11-2010, Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27-8-2010, Supreme Court of Canada υπόθεση Ezocola της 19-7-2013, Federal Court of Canada υπόθεση Sivacumar της 4-11-1993). [...] 

27. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών (22622/28-12-2017) ακυρώθηκε η 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, κατόπιν αποδοχής της ανωτέρω ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα πράξεις (προσβολές του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης) έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Τούτο δε διότι “του αποδίδεται η τέλεση πράξεων μαζί με άλλους συνεργούς, ως μέλη ομάδας που απέβλεπε με ενεργό δράση στην αλλοίωση ή μεταβολή της υφιστάμενης πολιτειακής τάξεως του Κράτους της Τουρκίας ή σχετίζονται με την παρασκευή των μέσων για διάπραξη συγκεκριμένου πολιτικού εγκλήματος, σε βάρος του Τουρκικού Κράτους με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας, άμεσα συναπτομένων με τους πολιτικούς σκοπούς, που η οργάνωση και ομάδα στην οποία του αποδίδεται ότι συμμετείχε, επεδίωκε, σ’ εκείνο το χρόνο”.

28. Επειδή, περαιτέρω, με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έγινε δεκτό ότι η περιγραφή στην αίτηση έκδοσης της Εισαγγελίας της Κων/πολης των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων, είναι “εντελώς αόριστη, αφού στην αίτηση αυτή αναφέρονται γενικώς τα γεγονότα της νύκτας που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των πράξεων, του τρόπου και του βαθμού συμμετοχής του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) στις πράξεις αυτές, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, θεμελιωτικών των πράξεων που του αποδίδονται. Ειδικότερα, η γενική αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις του αρχηγού του πληρώματος του ελικοπτέρου κατά τη νύκτα του πραξικοπήματος και η μέσω αυτών επιχειρούμενη σύνδεση του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) με τις εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται σ’ αυτόν δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να στηρίξουν τις σε βάρος του ... κατηγορίες, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος συμμετοχής του στις πράξεις αυτές. Εξ άλλου, ούτε από άλλα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης ... προέκυψαν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν “σοβαρούς λόγους”, οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συμμετείχε στη διάπραξη του πραξικοπήματος. Πολύ δε περισσότερο , δεν τεκμηριώνεται, με βάση το πραγματικό της υπόθεσης, ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) διέπραξε πράξεις, ιδιαίτερα σκληρές ή δυσανάλογες του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης ή συνετέλεσε άλλως στη δολοφονία αμάχων πολιτών ή στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, αφού δεν προκύπτει με ποιόν τρόπο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) ή κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συνέδραμε, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας ή με ποιόν τρόπο συμμετείχε, ενδεχομένως σε κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια για την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Μόνη, εξ άλλου, η αναφορά του αριθμού του άμαχου πληθυσμού που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος, χωρίς ταυτοχρόνως να περιγράφονται οι πράξεις τις οποίες ενήργησε ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) και οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με τους θανάτους αυτούς, δεν δύναται να θεμελιώσει κατηγορία σε βάρος του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) για την τέλεση ιδιαιτέρως σκληρών πράξεων...”.

29. Επειδή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή της Αρχής Προσφυγών, κατά την εξέταση του ζητήματος αν στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εφήρμοσε το ορθό κατά νόμο μέτρο αποδείξεως και εκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Ειδικότερα, αξιολόγησε, με ειδική σκέψη, τα διαλαμβανόμενα στην από 5-8-2016 αίτηση εκδόσεως της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας, αλλά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο εκείνα στα οποία είχε στηριχθεί η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου οργάνου, όσο και εκείνα τα οποία επεκαλέσθη και προσεκόμισε ο παρεμβαίνων. Συνεπώς, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του, λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατά την έννοια των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του π.δ. 141/2013), παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν αμφισβητούνται οι ανέλεγκτες ακυρωτικώς ουσιαστικές εκτιμήσεις της Διοικήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πράγματι από κανένα σαφές, ισχυρό και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε αφενός μεν ότι ο παρεμβαίνων υπήρξε μέλος της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλης Κρατικής Δομής (FETÖ/PDY), στην οποία η Τουρκική κυβέρνηση αποδίδει τον σχεδιασμό και τη διάπραξη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εγνώριζε την οργάνωσή του, αποδεχόμενος του σκοπούς του, αφετέρου δε ότι ο ίδιος είχε ουσιώδη ή αποφασιστική συμβολή στην τέλεση σοβαρών αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, τα οποία διεπράχθησαν κατά το χρονικό διάστημα της εξέλιξης του πραξικοπήματος ή ότι προέβη ο ίδιος σε ιδιαίτερα σκληρές πράξεις στα πλαίσια αυτού, οι οποίες να διευκόλυναν ή να υποβοήθησαν την επίτευξη των στόχων του, λαμβανομένου υπόψη ότι το τεκμήριο αμφιβολίας λειτουργεί υπέρ του αιτούντος διεθνή προστασία (βλ. Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27-8-2010). Εξ άλλου, η εμπλοκή του παρεμβαίνοντος στα γεγονότα της νύκτας της 15-7-2016, όπως αυτή προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, τα οποία περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστατο στο ότι αυτός, κατόπιν διαταγής του αξιωματικού υπηρεσίας της μονάδος του, πραγματοποίησε πτήση, ως συγκυβερνήτης, με μη πολεμικό (μη επιθετικό) ελικόπτερο τύπου SIKORSKY (η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, που όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, δεν ανετράπησαν με αξιόπιστα περί του αντιθέτου αποδεικτικά στοιχεία, είχε ως αποστολή τη μεταφορά τραυματιών), με προορισμό τη λεωφόρο VATAN της Κων/πολης, στην οποία δεν κατόρθωσε, πάντως, να προσγειωθεί, διότι το ελικόπτερο εδέχθη πυρά από το έδαφος. Λαμβανομένων δε υπ’ όψιν των υψηλού επιπέδου προδιαγραφών αποδείξεως που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 του π.δ. 141/2013), και με βάση την οποία απαιτούνται “σοβαροί λόγοι” (βλ. σχετική διάταξη ανωτέρω στην σκέψη 12), η αξιολόγηση των συγκεκριμένων γεγονότων, στα οποία ενεπλάκη ο παρεμβαίνων τη νύκτα του πραξικοπήματος, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε ουσιώδη ατομική συμβολή στο πραξικόπημα της 15-7-2016 (το οποίο είχε ως συνέπεια το θάνατο 249 και τον τραυματισμό 2194 ατόμων) και, ειδικότερα, στην τέλεση των αποδιδομένων σε αυτόν αδικημάτων (παραβίαση του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, έγκλημα κατά του Νομοθετικού Οργάνου, έγκλημα κατά της Κυβέρνησης), τα οποία διεπράχθησαν με την κατάληψη και το βομβαρδισμό κυβερνητικών κτιρίων, του κτιρίου της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και του Προεδρικού Μεγάρου, όπως με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία εδέχθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διατυπωθείσα στην 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής κρίση, κατά την οποία ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15-7-2016, δεν εξηνέχθη κατόπιν εκτιμήσεως ισχυρών και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά υπήρξε προϊόν συμπερασματικών, επαγωγικών και, εν πολλοίς, υποθετικών συλλογισμών. [...] 

31. Επειδή, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων ατομικώς συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεν συντρέχει, σε κάθε περίπτωση, στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), ανεξαρτήτως αν οι αποδιδόμενες σε αυτόν από τη Δημοκρατία της Τουρκίας πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται και χαρακτηρίζονται νομικά στην από 5-8-2016 αίτηση έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, εμπίπτουν ή όχι στην ταυτόσημη έννοια του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013). Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα στασιαστικές πράξεις αξιωματικού (προσβολή του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του νομοθετικού σώματος και της κυβέρνησης), έχουν πολιτικό χαρακτήρα, προβαλλομένου ότι, αντιθέτως, τέτοιες πράξεις, ως εκ του χαρακτήρα τους, συνιστούν βαρέα ποινικά αδικήματα κατά της πολιτείας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

32. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη 15, με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) έγινε δεκτή η έφεση του παρεμβαίνοντος κατά της 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και το Δικαστήριο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης αυτού στο κράτος της Τουρκίας. Με την έφεση που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της ανωτέρω 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, είχε προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοσή του, αφενός μεν διότι δεν προέκυψαν σε βάρος του ενδείξεις ενοχής για τα αποδιδόμενα σε αυτόν από τις τουρκικές αρχές εγκλήματα αφετέρου δε διότι τα εγκλήματα για τα οποία εζητείτο η έκδοση είναι πολιτικά. Ο λόγος αυτός απερρίφθη με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που αποφαίνεται για την έκδοση δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας για την οποία ζητείται η έκδοση αφετέρου δε ότι οι στασιαστικές ενέργειες στρατιωτικών με σκοπό τη βίαιη ανατροπή και κατάλυση δημοκρατικού πολιτεύματος δεν συνιστούν πολιτική δράση υπέρ της ελευθερίας και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολιτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, ή ως πολιτικό έγκλημα που εμποδίζει την έκδοση των εμπλεκομένων σε αυτές, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ. γ΄ του Συντάγματος και 438 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας.

33. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι παραβιάζει τα ανωτέρω κριθέντα με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η εν λόγω απόφαση δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση περί του βασίμου ή μη των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών περί συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και περί διαπράξεως εκ μέρους του των καταλογιζομένων σε αυτόν αδικημάτων. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το αρμόδιο όργανο που αποφασίζει περί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την υπαγωγή ενός προσώπου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν δεσμεύεται από την απόφαση του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου που αποφαίνεται για την έκδοση του ίδιου προσώπου (βλ. απόφαση του γαλλικού Conseil dEtat της 28-11-2016 στην υπόθεση 389733), καθόσον η έκδοση εκζητουμένου προσώπου και η χορήγηση σε αυτό διεθνούς προστασίας διέπονται από διαφορετικά νομοθετικά καθεστώτα και, συνεπώς, η σχετική κρίση των αρμοδίων οργάνων δεν στηρίζεται στην ίδια νομική βάση, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι το μεν δίκαιο της έκδοσης είναι, κατ’ ουσίαν, δίκαιο καταστολής το δε δίκαιο του ασύλου είναι δίκαιο προστασίας. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον πολιτικό ή μη χαρακτήρα των αδικημάτων που αποδίδονται στον παρεμβαίνοντα από τις τουρκικές αρχές, είναι σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

34. Επειδή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την από 5-8-2016 αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας ζητήθηκε η έκδοση του παρεμβαίνοντος, και των άλλων επτά συναδέλφων του, και για το αδίκημα της “διακεκριμένης αρπαγής από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, ήτοι για το αδίκημα της αρπαγής από τον παρεμβαίνοντα και τους άλλους επτά συναδέλφους του του στρατιωτικού ελικοπτέρου τύπου SIKORSKY (με αριθμό […]), το οποίο την 16-7-2016 προσγειώθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Το αδίκημα αυτό, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 και 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, αποτελεί στρατιωτική παράβαση και για το οποίο δεν χωρεί έκδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4165/1961 (Α΄ 75), δεν δύναται να θεωρηθεί ως “σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή ως σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), ώστε η τέλεσή του να οδηγεί σε αποκλεισμό από την υπαγωγή του αιτούντος διεθνή προστασία στο καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συγκροτούν το πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Συνεπώς, δεν καθίσταται πλημμελής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως από το γεγονός ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης λόγος αποκλεισμού δεν αξιολόγησε και τη διάπραξη από αυτόν της αρπαγής του επίδικου ελικοπτέρου, το οποίο, σημειωτέον, απετέλεσε το μέσο διαφυγής του από την Τουρκία, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παρίσταται πλημμελής, διότι δεν διερευνήθηκε η βασιμότητα των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών “σχετικά με το μη πολιτικό έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες.”

35. Επειδή, συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να γίνει δεκτή η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου … και να απορριφθεί η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *