Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

ΑΠ 832/2017: Διευκόλυνση παράνομης εξόδου αλλοδαπού προσώπου από την χώρα

Ορθώς καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για διευκόλυνση παράνομης εξόδου αλλοδαπού από την χώρα, τελεσθείσα από κοινού, εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι ο εφοδιασμός τού παρανόμως εισελθέντος στην Ελλάδα προσώπου με πλαστό διαβατήριο, ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια με προορισμό τις Βρυξέλλες και η παροχή πληροφοριών και εντολών (στην έτερη συναυτουργό που συνόδευε το εν λόγω πρόσωπο) ώστε να εκδοθεί η κάρτα επιβίβασης και να αποφευχθούν οι επίμαχοι προ της αναχωρήσεως της πτήσης έλεγχοι θεμελιώνουν το αδίκημα στην τετελεσμένη του μορφή και όχι σε απόπειρα, αφού τούτο, ως έγκλημα τυπικό, ολοκληρώνεται με την ανάπτυξη από τον δράστη της περιγραφόμενης στην αντικειμενική υπόσταση δραστηριότητας.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης δημοσιεύεται στο τεύχος Απριλίου (4/2019) των Ποινικών Χρονικών με σημ. Άννας Οικονόμου

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ΔΕφΠειρ 78/2019: Πλημμέλεια αιτιολογίας απορριψης αιτήματος διεθνούς προστασίας


7. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος, περί συμμετοχής του στις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της προαναφερόμενης ομάδας και περί διαδικτυακής δράσης αυτής, ώστε να ευαισθητοποιηθεί περισσότερος κόσμος, επίσης, περί κλήσεώς του να εμφανιστεί ενώπιον των τοπικών αρχών ασφαλείας, κρίθηκε ότι αυτός, πέραν των φιλανθρωπικών δράσεων, δεν είχε αναπτύξει στη χώρα του οποιαδήποτε δράση πολιτικού περιεχομένου ούτε είχε απόψεις ανιτιθέμενες προς την ιρανική κυβέρνηση. Περαιτέρω, αφού λήφθηκαν υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπάρχουν πολλές φιλανθρωπικές οργανώσεις που όχι μόνον δεν διώκονται από τις αρχές, αλλά διεκδικούν και κρατικές επιχορηγήσεις για τις δράσεις τους, καθώς και ότι στοχοποιούνται κυρίως οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφοι, δικηγόροι, bloggers, κλπ, κρίθηκε ότι, κατά κύριο λόγο, στοχοποιούνται άτομα με άμεσες και ενεργές δράσεις και όχι απλώς άνθρωποι που ασχολούνται με φιλανθρωπικές δράσεις. Με το περιεχόμενο όμως αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλημμελώς, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Και τούτο, καθόσον η Επιτροπή Προσφυγών, με την κρίση της αυτή, υπολαμβάνει ότι ο αιτών ασκούσε νόμιμη φιλανθρωπική δραστηριότητα, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να επιχορηγηθεί από τις κρατικές αρχές και όχι παράνομη, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. σχετικώς ... απόφαση χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα στον αδελφό του αιτούντος ..., συνέντευξη αιτούντος). Περαιτέρω, παρότι, όπως δέχεται, από τις ιρανικές αρχές στοχοποιούνται κυρίως οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, bloggers και ακτιβιστές, δεν συνεκτιμήθηκε η δραστηριότητα του αιτούντος πριν την αναχώρηση του αδελφού του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με δημόσιες αναρτήσεις, κυρίως βίντεο και φωτογραφιών, που εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση φτωχών οικογενειών και την απουσία της οποιασδήποτε κρατικής αρωγής και υποστήριξης, ενώ δεν συνεκτιμήθηκε και η αντικαθεστωτική δράση της οικογένειας του αιτούντος.

8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, η εξέταση των λοιπών λόγων της οποίας παρέλκει ως αλυσιτελής, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νομίμως αιτιολογημένη κρίση. [...]

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

ΔΕΕ: Έγκυρες οι διατάξεις ενωσιακού δικαίου που προβλέπουν την ανάκληση και την άρνηση της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα για λόγους προστασία της ασφάλειας ή της κοινωνίας του κράτους υποδοχής

Είναι έγκυρες οι διατάξεις της οδηγίας για τους πρόσφυγες οι οποίες αφορούν την ανάκληση και την άρνηση της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα για λόγους που συνδέονται με την προστασία της ασφάλειας ή της κοινωνίας του κράτους μέλους υποδοχής.
Η ανάκληση και η άρνηση της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα δεν έχουν ως αποτέλεσμα να χάνει ή να στερείται ένα πρόσωπο που έχει βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του ούτε την ιδιότητα του πρόσφυγα ούτε τα δικαιώματα τα οποία η Σύμβαση της Γενεύης συναρτά με την ιδιότητα αυτή.
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-391/16, C-77/17 και C-78/17 (M κατά Ministerstvo vnitra, X και X κατά Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides).
Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων έχουν ως εξής: Στο Βέλγιο και στην Τσεχική Δημοκρατία εκδόθηκαν εις βάρος ενός υπηκόου Ακτής Ελεφαντοστού, ενός υπηκόου Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ενός ατόμου τσετσενικής καταγωγής, δικαιούχων ή αιτούντων, κατά περίπτωση, του καθεστώτος πρόσφυγα, αποφάσεις για την ανάκληση ή την άρνηση χορήγησης του καθεστώτος αυτού αντίστοιχα, βάσει των διατάξεων της οδηγίας για τους πρόσφυγες οι οποίες επιτρέπουν τη λήψη τέτοιων μέτρων εις βάρος προσώπων που συνιστούν απειλή για την ασφάλεια ή, επειδή έχουν καταδικαστεί για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα, για την κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής. Οι ενδιαφερόμενοι προσέβαλαν τις αποφάσεις για την ανάκληση ή την άρνηση της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα ενώπιον του Conseil du contentieux des étrangers (Βέλγιο) και του Nejvyšší správní soud (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία), τα οποία διατηρούν αμφιβολίες κατά πόσον οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας είναι σύμφωνες με τη Σύμβαση της Γενεύης.
Τα δικαστήρια αυτά υπογραμμίζουν ότι η Σύμβαση της Γενεύης επιτρέπει μεν, για τους προαναφερθέντες λόγους, την απέλαση και την επαναπροώθηση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, πλην όμως δεν προβλέπει την απώλεια της ιδιότητας του πρόσφυγα. Διερωτώνται, στο πλαίσιο αυτό, μήπως οι διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να ανακαλούν ή να αρνούνται να χορηγήσουν το καθεστώς πρόσφυγα για τους συγκεκριμένους λόγους ισοδυναμούν με ρήτρα παύσης ή αποκλεισμού η οποία δεν περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Γενεύης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ερωτούν το Δικαστήριο αν οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας είναι έγκυρες υπό το πρίσμα των κανόνων του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (στο εξής: Χάρτης) και της ΣΛΕΕ, βάσει των οποίων η πολιτική ασύλου της ΕΕ πρέπει να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης.
Με τη απόφασή του, το ΔEE διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι η οδηγία, μολονότι θεσπίζει ένα ενωσιακό σύστημα προστασίας των προσφύγων, στηρίζεται εντούτοις στη Σύμβαση της Γενεύης και αποσκοπεί στη διασφάλιση της πλήρους τήρησης της Σύμβασης αυτής.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, εφόσον υπήκοος χώρας εκτός ΕΕ ή ανιθαγενής έχει βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής ή διαμονής του, το πρόσωπο  αυτό πρέπει να χαρακτηριστεί ως πρόσφυγας κατά την έννοια της οδηγίας και της Σύμβασης της Γενεύης, ανεξαρτήτως αν του έχει χορηγηθεί τυπικώς το καθεστώς πρόσφυγα κατά την έννοια της οδηγίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει επ’ αυτού, αφενός, ότι η οδηγία ορίζει ως «καθεστώς πρόσφυγα» την εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα και, αφετέρου, ότι η πράξη αυτή έχει αμιγώς αναγνωριστικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της ιδιότητας του πρόσφυγα.
Ως προς το σημείο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η τυπική αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα συνεπάγεται ότι ο ενδιαφερόμενος απολαύει του συνόλου των δικαιωμάτων και των πλεονεκτημάτων που προβλέπονται από την οδηγία για το συγκεκριμένο είδος διεθνούς προστασίας, στα οποία περιλαμβάνονται, ταυτόχρονα, δικαιώματα αντίστοιχα με εκείνα που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση της Γενεύης και δικαιώματα τα οποία παρέχουν ευρύτερη προστασία και δεν έχουν αντίστοιχό τους στη Σύμβαση.
Το Δικαστήριο τονίζει εν συνεχεία ότι οι προβλεπόμενοι από την οδηγία λόγοι ανάκλησης και άρνησης της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα αντιστοιχούν στους λόγους που, κατά τη Σύμβαση της Γενεύης, δικαιολογούν την επαναπροώθηση πρόσφυγα. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει δε ότι, ενώ στις περιπτώσεις που πληρούνται οι προϋποθέσεις επίκλησης των προαναφερθέντων λόγων, η εφαρμογή της Σύμβασης της Γενεύης μπορεί να στερήσει από τον πρόσφυγα την προστασία την οποία του παρέχει η αρχή της μη επαναπροώθησης σε χώρα όπου ενδέχεται να απειλούνται η ζωή ή η ελευθερία του, η οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο σύμφωνο με τα κατοχυρωμένα από τον Χάρτη δικαιώματα, τα οποία αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο επαναπροώθησης προς τέτοια χώρα. Πράγματι, ο Χάρτης απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου, καθώς και την απομάκρυνση προς κράτος όπου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί ο ενδιαφερόμενος τέτοια μεταχείριση.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι, στον βαθμό που η οδηγία, προς διαφύλαξη της προστασίας της ασφάλειας και της κοινωνίας του κράτους μέλους υποδοχής, αναγνωρίζει στο τελευταίο τη δυνατότητα να ανακαλέσει ή να αρνηθεί να χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα, ενώ η Σύμβαση της Γενεύης επιτρέπει, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, την επαναπροώθηση πρόσφυγα σε κράτος όπου ενδέχεται να απειλούνται η ζωή ή ελευθερία του, το δίκαιο της Ένωσης παρέχει στους ενδιαφερόμενους πρόσφυγες διεθνή προστασία ευρύτερη από εκείνη την οποία διασφαλίζει η Σύμβαση της Γενεύης.
Το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι η ανάκληση ή η άρνηση της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα δεν έχουν ως αποτέλεσμα να χάνει ή να στερείται την ιδιότητα του πρόσφυγα ένα πρόσωπο που έχει βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Τούτο διότι, μολονότι ένα τέτοιο πρόσωπο δεν αποκτά ή παύει να διαθέτει πρόσβαση στο σύνολο των δικαιωμάτων και των πλεονεκτημάτων που επιφυλάσσει η οδηγία στους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα, εντούτοις αποκτά ή διατηρεί πρόσβαση σε ορισμένα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Επ’ αυτού το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι όποιος έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει τα κατοχυρωμένα με τη Σύμβαση της Γενεύης δικαιώματα στα οποία παραπέμπει ρητώς η οδηγία 4 στο πλαίσιο της ανάκλησης και της άρνησης της χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα για τους προαναφερθέντες λόγους, καθώς και όσα δικαιώματα προβλέπονται από τη Σύμβαση και δεν εξαρτώνται από την ύπαρξη νόμιμης διαμονής, αλλά απλώς από τη φυσική παρουσία του πρόσφυγα στο έδαφος του κράτους υποδοχής.
Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας συνάδουν με τη Σύμβαση της Γενεύης και με τους κανόνες του Χάρτη και της ΣΛΕΕ οι οποίοι επιβάλλουν την τήρηση της Σύμβασης αυτής. Επομένως, οι διατάξεις αυτές κρίνονται έγκυρες.
Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

ΣτΠ: Καταλληλότητα καταλύματος για την οικογενειακή επανένωση αλλοδαπού


1 Απριλίου 2019  
Αριθμ. Πρωτ.: 254682/16204/2019
Πληροφορίες: κ. ...

 Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κεντρικής Μακεδονίας
Υπόψη: ...


Θέμα: Απόρριψη αιτήσεως θεραπείας του κ. ...
 
Αξιότιμε κύριε ...,
 
Σας ευχαριστούμε για την κοινοποίηση της διευκρινιστικής επιστολής σας με αρ.πρωτ. … /14.3.2019, καθώς και της απόφασή σας με αρ.πρωτ. σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός θεραπείας (με αρ. πρωτ. …) επί της απορριπτικής αποφάσεως για τη χορήγηση έγκρισης οικογενειακής επανένωσης του κ. …, αναφορά του οποίου χειρίζεται η Αρχή μας.

Από την ανάγνωση των συγκεκριμένων εγγράφων διακρίνουμε ότι, ενώ οι γενικότεροι ενδοιασμοί σας αφορούν το μέγεθος της κατοικίας και τα τετραγωνικά που δυνητικά αντιστοιχούν σε κάθε μέλος της υπό επανένωση οικογένειας, βασισμένοι στην «κοινή πείρα και λογική» σας, ελλείιμει άλλων οδηγιών από τη πολιτεία, καταλήγετε στην τελεσίδικη απόφασή σας, διότι εν τέλει, κατά την γνώμη της υπηρεσίας σας, η μισθωμένη κατοικία του κ. … δεν πληροί τις προϋποθέσεις του αρ. 70 παρ.2 του ν.4251/14 και ειδικότερα την πρόβλεψη περί ύπαρξης «ικανού καταλύματος» για την υποστήριξη της 4μελούς οικογένειάς του.

Καταλυτικός παράγοντας στην τελική κρίση της κατοικίας ως ακατάλληλης αποτελεί πλέον όχι το γεγονός της ελλιπούς επιφάνειας της, καθώς ο αιτών προσκόμισε μισθωτήριο κατοικίας 65τ.μ, αλλά ότι ο ιδιοκτήτης της μισθωμένης κατοικίας δεν έχει προχωρήσει στην καταχώρηση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), στο ειδικό πληροφοριακό σύστημα της ΓΓΠΣ του ΥΠ. Οικονομικών.

Σε ότι αφορά το εν λόγω ζήτημα οφείλουμε να σας επισημάνουμε τα εξής:

- Στα 14 και πλέον χρόνια εφαρμογής της διαδικασίας Οικ. Επανένωσης (δηλ. από την εφαρμογή του 3386/2005 και έπειτα) η Αρχή μας έχει χειριστεί εκατοντάδες αναφορές υπηκόων τρίτων χωρών για ζητήματα που άπτονται προβλημάτων της διαδικασίας και αιτιολογιών απόρριψης αιτημάτων. Ομολογουμένως η αιτιολογία που επέλεξε να προτάξει η υπηρεσίας σας στην υπόθεση του κ. …, στην οποία απορρίπτεται το αίτημα του διότι στο κατατεθειμένο στο ΓΓΠΣ του Υπ. Οικ. συμβόλαιο δεν υπάρχει αριθμός ΠΕΑ, αποτελεί πρωτοεμφανιζόμενη περίπτωση και δεν γνωρίζουμε να έχει τύχει εφαρμογής σε άλλη ΔΑΜ της χώρας. Καθώς η κατ' εξαίρεση εφαρμογή στην περίπτωση του κ. …, εφόσον ισχύει, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα όρια της αυστηρότητας στην κρίση του αιτήματός του από μέρους της διοικήσεως, παρακαλούμε να μας γνωρίσετε εάν αποτελεί πάγια πρακτική της υπηρεσίας σας δίνοντάς μας παραδείγματα άλλων περιπτώσεων εφαρμογής της.

- Πέραν τούτου θεωρούμε ότι η από το νόμο αρμοδιότητα της υπηρεσίας της οποία πρόϊστασθε περιορίζεται στην εξέταση ζητημάτων μετανάστευσης, δηλ. εν προκειμένω της εξέτασης εάν ο αιτών οικ.επαν. «διαθέτει κατάλυμα ικανό να καλύψει τις ανάγκες του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του» (παρ.2, αρ.70 του ν. 4251/14). Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε απολύτως εύλογο να εξετάσετε τη νομιμότητα του συμβολαίου μίσθωσης μιας κατοικίας, αφού αποτελεί πράξη στην οποία μετέχει ο εξυπηρετούμενος αλλοδαπός, καθώς επίσης αν το υπόψη οίκημα είναι συνδεδεμένο με παροχές κοινής ωφέλειας (ηλεκτροδότηση, ύδρευση), ως βασικό παράγοντα υποστήριξης της διαβίωσης των μελών μιας οικογένειας, καθώς και αβλεψίες ή διοικητικές παραβάσεις που βαραίνουν τον εκάστοτε αιτούντα αλλοδαπό. Οι υποχρεώσεις όμως που αφορούν αποκλειστικά τρίτο πρόσωπο, δηλ εν προκειμένω τον ιδιοκτήτη του καταλύματος. προς το Υπ.Οικ. την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) ή οπουδήποτε αλλού, δεν θεωρούμε ότι υπεισέρχονται στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας σας και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την κρίση σας περί της οικογενειακής επανένωσης τους αιτούντος.

Κατόπιν των ανωτέρω και ιδιαίτερα καθώς το οίκημα που μισθώνει ο κ. ..., φαίνεται νομίμως δηλωμένο με αρ. δήλωσης ... από 15.10.2018 στο ειδικό πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ, ο Συνήγορος του Πολίτη σας καλεί να επανεξετάσετε την υπόθεση οικογενειακής επανενώσεώς του.

Σε ότι αφορά δε τα κριτήρια αξιολόγησης κατοικίας ως κατάλληλης, κατά την διαδικασία λήψης απόφασης σας για την οικογενειακή επανένωση, φαίνεται ότι αυτά παραμένουν αόριστα, επιτρέποντας διαφορετική εφαρμογή από στελέχη των εκάστοτε ΔΑΜ, και γι' αυτό σας καλούμε το Υπ. Μετ. Πολ, στο οποίο κοινοποιείται η παρούσα, να παράσχει προς τις κατα τόπου ΔΑΜ οδηγίες ορθής εφαρμογής της επίμαχης διάταξης.

Κατόπιν των ανωτέρω σας παρακαλούμε να μας ενημερώσετε για τις απόψεις σας επί του Θέματος και τις τυχόν ενέργειες στις οποίες προτίθεστε να προβείτε.

Για κάθε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση θα είμαστε στη διάθεσή σας.

  

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ: ΤRAUMA-Εκπαίδευση δικηγόρων στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο για τα ασυνόδευτα ανήλικα


Tο Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE), σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ευρωπαίων Δικηγόρων (European Lawyers Foundation) και τους Δικηγορικούς Συλλόγους της Αθήνας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, τoυ Παρισιού, της Ιταλίας και της Πολωνίας διοργανώνουν στις προαναφερόμενες χώρες σειρά σεμιναρίων σε θέματα προσφυγικού και μεταναστευτικού δικαίου, καθώς και σε θέματα νομικής προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων.

Μετά την πραγματοποίηση του σεμιναρίου ΤRALIM στις  5 Μαρτίου 2019 θα πραγματοποιηθεί  την Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019 στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το σεμινάριο TRAUMA, το οποίο θα εστιάσει στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία για τα ασυνόδευτα ανήλικα.  Στο σεμινάριο αυτό προβλέπεται ότι θα  συμμετάσχουν 40 Δικηγόροι Αθηνών.

Το σεμινάριο θα διεξαχθεί στην ελληνική και αγγλική γλώσσα και θα συμμετέχουν ως ομιλητές εκτός των Ελλήνων συναδέλφων και δικηγόροι από την Γαλλία  και την Πολωνία.

Στους συμμετέχοντες θα δοθεί επίσημη βεβαίωση συμμετοχής καθώς και αντίτυπο του Εγχειριδίου σχετικά με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα δικαιώματα του παιδιού-του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA).

Στο χώρο του σεμιναρίου θα υπάρχει κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου υπηρεσία catering για τους συμμετέχοντες (buffet, soft drinks και καφές).

Οι συμμετέχοντες  πρέπει να γνωρίζουν την Αγγλική γλώσσα.

Το δικαίωμα  συμμετοχής, ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ για τους δικηγόρους Αθηνών.

Όσοι δικηγόροι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο σεμινάριο της Αθήνας πρέπει να αποστείλουν ηλεκτρονικά  έως και την Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019  α)   αίτηση συμμετοχής τους στο σεμινάριο β) δήλωση ανάληψης της υποχρέωσης για καταβολή του ποσού των 50 ευρώ προς τον ΔΣΑ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση tsiri.an@dsa.gr  τηλ. (210 3398206)
 

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

ΔΠρΑθ 482/2019: Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς συνοδούς ΑμεΑ

4. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες εξαιρετικού χαρακτήρα διατάξεις της  Κ.Υ.Α. με αριθμό 43574/13-09-2013 Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β΄ 2360/20-09-2013) υπό τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας και των προϋποθέσεων υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3386/2005, πολιτών τρίτων χωρών, συνοδών Ελλήνων πολιτών με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα (80%) τοις εκατό.», όπως ο σκοπός αυτών συνάγεται από τις ίδιες τις ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές, ερμηνευόμενες σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, επιδιώχθηκε η οριστική εκκαθάριση του προβλήματος της νομιμοποίησης της διαμονής των αλλοδαπών υπηκόων στην Ελλάδα, οι οποίοι απασχολούνται από μακρού χρόνου, ως συνοδοί Ελλήνων πολιτών με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό. Προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, αλλά και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταστρατήγησης των διατάξεων με εικονική απασχόληση αλλοδαπών υπηκόων ως συνοδών των ανωτέρω αναπήρων, με τη ρύθμιση του άρθρου 1 της εν λόγω Κ.Υ.Α., τέθηκε ο εύλογος χρονικός περιορισμός της κατ’ ελάχιστον (ένα έτος πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α.) αποδεδειγμένης απασχόλησης των αλλοδαπών υπηκόων υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα (συνοδοί Ελλήνων πολιτών με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό). Πιο συγκεκριμένα, από την αρκούντως σαφή γραμματική διατύπωση του άρθρου 1 της ως άνω Κ.Υ.Α., σύμφωνα με το οποίο «(...) χορηγείται άδεια διαμονής για εργασία σε πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται στη χώρα, ως συνοδοί ατόμου με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα (80%) τοις εκατό, επί ένα τουλάχιστον έτος πριν την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας (...)», συνάγεται ότι, βασικές (σωρευτικά συντρέχουσες) προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, είναι αφενός μεν, η τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, ο οποίος απασχολεί τον αλλοδαπό υπήκοο, να ανάγεται σε χρονικό σημείο ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω Κ.Υ.Α. (δηλαδή τουλάχιστον πριν από τις 20-09-2012), αφετέρου, η απασχόληση του αλλοδαπού υπηκόου από τον εν λόγω Έλληνα πολίτη (με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση, ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό), ως συνοδού του, ομοίως, να ανάγεται και να διαρκεί κατ’ ελάχιστο από το ανωτέρω χρονικό σημείο. Τούτο δε, διότι, η απασχόληση του αλλοδαπού υπηκόου, ως συνοδού Έλληνα πολίτη με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό, για ένα κατ’ ελάχιστο έτος πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α., προϋποθέτει λογικά και αναγκαία ότι, η τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, τον οποίο ο αλλοδαπός φροντίζει, αποδεδειγμένα ανάγεται σε χρονικό σημείο ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α. Ειδάλλως, (δηλαδή σε περίπτωση που η τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, τον οποίο ο αλλοδαπός υπήκοος φροντίζει, ανάγεται όχι σε χρονικό σημείο ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α., αλλά σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο) δεν αποδεικνύεται ότι ο αλλοδαπός υπήκοος απασχολείται για ένα κατ’ ελάχιστο έτος πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α., ως συνοδός Έλληνα πολίτη με τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό, όπως το άρθρο 1 της ανωτέρω Κ.Υ.Α. ρητά επιτάσσει και ως εκ τούτου ο αλλοδαπός υπήκοος, που φροντίζει τον εν λόγω Έλληνα πολίτη, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής. Πρόσφορο δε μέσο, από τα καθοριζόμενα στο άρθρο 2 της προαναφερθείσας Κ.Υ.Α., για την απόδειξη του κρίσιμου ιατρικού ζητήματος της τετραπληγίας, παραπληγίας, νοητικής στέρησης ή αναπηρίας σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, τον οποίο ο αλλοδαπός υπήκοος φροντίζει, για χρονικό διάστημα ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α., είναι είτε απόφαση πιστοποίησης της αναπηρίας του Έλληνα πολίτη από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. είτε απόφαση χορήγησης σε αυτόν εξωιδρυματικού επιδόματος παραπληγίας ή τετραπληγίας. Τούτο δε, διότι, για τη διάγνωση του εν λόγω ιατρικού ζητήματος και πιο συγκεκριμένα ότι ο Έλληνας πολίτης από ενός τουλάχιστον έτους πάσχει από τετραπληγία, παραπληγία, νοητική στέρηση ή είναι ανάπηρος σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό, απαιτούνται ειδικές γνώσεις ιατρικής επιστήμης, τις οποίες, εν προκειμένω, κατέχουν μόνο τα αρμόδια υγειονομικά όργανα του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας και τα αρμόδια υγειονομικά όργανα που κρίνουν τους δικαιούχους εξωιδρυματικού επιδόματος τετραπληγίας ή παραπληγίας.
[...] 8. Επειδή, όσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο απερρίφθη η αίτηση του αιτούντος για χορήγηση άδειας διαμονής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 3 και 4 της παρούσας, κατά την αρκούντως σαφή έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 της με αριθμό 43574/2013 Κ.Υ.Α., προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημα αλλοδαπού υπηκόου για τη χορήγηση άδειας διαμονής στην Ελλάδα, ως συνοδού Έλληνα πολίτη με αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό, απαιτείται, μεταξύ άλλων, να αποδειχθεί, αφενός, ότι η αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, τον οποίο αυτός φροντίζει, υφίσταται από ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της ανωτέρω Κ.Υ.Α., δηλαδή τουλάχιστον πριν από τις 20-09-2012, αφετέρου ότι, ο εν λόγω Έλληνας ανάπηρος (σε ποσοστό ογδόντα τουλάχιστον τοις εκατό) απασχολεί τον αλλοδαπό υπήκοο, ως συνοδό του, ομοίως, από ενός κατ’ ελάχιστο έτους πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω Κ.Υ.Α., δηλαδή, ομοίως, τουλάχιστον πριν από τις 20-09-2012. Συνεπώς, με νόμιμη αιτιολογία η Διοίκηση απέρριψε την επίμαχη αίτηση του αιτούντος, απορριπτόμενων, ως αβάσιμων, όσων περί του αντιθέτου αυτός προβάλλει. Και τούτο διότι, ναι μεν, με την από 7-03-2014 υπεύθυνη δήλωσή του, ο Έλληνας πολίτης (...) βεβαιώνει ότι απασχολεί τον αιτούντα, ως συνοδό του, από τις 31-08-2012, δηλαδή βεβαιώνει ότι τον απασχολεί, ως συνοδό του, από χρονικό σημείο που απέχει περισσότερο από ένα έτος πριν από τη δημοσίευση της ανωτέρω Κ.Υ.Α. (δηλαδή πριν από τις 20-09-2012), ωστόσο, από την από 8-08-2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του εν λόγω Έλληνα πολίτη από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας της Τοπικής Μονάδας Υγείας Κορωπίου του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ., η οποία, μεταξύ των εν λόγω δύο απαιτούμενων από την Κ.Υ.Α. δικαιολογητικών, αποτελεί το πρόσφορο μέσο για την απόδειξη του κρίσιμου ιατρικού ζητήματος της χρονικής διάρκειας της αναπηρίας σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό του ανωτέρω Έλληνα πολίτη, προκύπτει ότι ο τελευταίος, τον οποίο ο αιτών φροντίζει, είναι ανάπηρος σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό από τις 4-03-2013. Ως εκ τούτου, η αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό του Έλληνα πολίτη, τον οποίο ο αιτών φροντίζει, αποδεδειγμένα ανάγεται σε χρονικό σημείο (4-03-2013) μεταγενέστερο του έτους πριν από τη δημοσίευση της ανωτέρω Κ.Υ.Α., δηλαδή σε χρονικό σημείο που απέχει λιγότερο από ένα έτος από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α. (20-09-2012). Συνεπώς, ο αιτών δεν απέδειξε ότι απασχολείται ένα κατ’ ελάχιστο έτος πριν από τη δημοσίευση της Κ.Υ.Α. ως συνοδός Έλληνα αναπήρου σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό, όπως ρητά το άρθρο 1 αυτής επιτάσσει, δεδομένου ότι από το χρονικό σημείο που ο Έλληνας πολίτης δηλώνει υπεύθυνα πως τον απασχολούσε (31-08-2012) έως το χρονικό σημείο στο οποίο ανάγεται η αναπηρία αυτού σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (4-03-2013), ο αιτών (κατά την υπεύθυνη δήλωση του Έλληνα πολίτη) εργαζόταν ως συνοδός προσώπου μη αναπήρου σε ποσοστό ογδόντα κατ’ ελάχιστο τοις εκατό.
Σημείωση: Πρβλ. την ΔΠρΑθ 4746/2018: Άδεια διαμονής σε αλλοδαπούς συνοδούς ΑμεΑ, όπου έκρινε αντίθετα ότι η προϋπόθεση η πιστοποίηση της αναπηρίας της εργοδότριάς της, από τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα, να ανάγεται σε χρονικό σημείο ενός τουλάχιστον έτους πριν τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 43574/2013 Κ.Υ.Α, ήτοι ένα έτος πριν τις 20.09.2013, δεν έχει έρεισμα στην ανωτέρω υπουργική απόφαση, η οποία δεν θέτει κανένα περιορισμό σχετικό με το χρόνο πιστοποίησης της αναπηρίας της εργοδότριας, από τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα της Διοίκησης.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

ΔΕφΠειρ 206/2019: Δεν συντρέχει παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Επιτροπής Προσφυγών λόγω μη εξέτασης της δυνατότητας παραπομπής για ανθρωπιστικούς λόγους


11. Επειδή, τέλος, προβάλλει ο αιτών, ότι η Επιτροπή μη νόμιμα παρέλειψε να εξετάσει τη δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσής του στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, κατά παράβαση του άρθρου 67 του ν. 4375/2016, σε περίπτωση δε που υποτεθεί ότι η Επιτροπή ενήργησε έτσι διότι δεν πιθανολόγησε ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για τέτοια παραπομπή, η απόφασή της είναι πλήρως αναιτιολόγητη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, δεν είχε υποχρέωση, με την έννοια της παράνομης παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας, μετά την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση διεθνούς προστασίας του αιτούντος, να διαλάβει αιτιολογημένη κρίση για την παραπομπή ή μη της υπόθεσης στις αρχές του Υπουργείου Εσωτερικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής στον αιτούντα για ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον ο αιτών ούτε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης χορήγησης ασύλου, ούτε κατά το χρόνο άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του, είχε διατυπώσει σχετικό αίτημα (η διατύπωση σχετικού επικουρικού αιτήματος στο υπόμνημα ενώπιον του Επιτροπής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γεννά υποχρέωση απαντήσεως, καθόσον αναφέρεται σε βιασμό του αιτούντος, ήτοι σε πραγματικό που δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης).

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *