Trending
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Εγγρ 21136/2019: Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την άδεια μέλους οικογένειας Έλληνα και την κατοχή δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία



Με το παρόν έγγραφο της Γενικής Γραμματείας μεταναστευτικής πολιτικής, υποδοχής και ασύλου παρέχονται οδηγίες αναφορικά με την χορήγηση δελτίου διαμονής µέλους οικογένειας Έλληνα πολίτη σε αιτούντες διεθνή προστασία.

Σύμφωνα µε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 82 παρ. 1 του ν.4251/2014, δελτίο διαµονής µέλους οικογένειας Έλληνα χορηγείται, μεταξύ άλλων, και σε αιτούντες διεθνή προστασία υπό τον όρο της προηγούμενης παραίτησής τους από την αίτηση διεθνούς προστασίας και της προηγούμενης σταθερής διαµονής τους στη χώρα επί ένα τουλάχιστον έτος προ της σύναψης της οικογενειακής σχέσης.

Επιπλέον, σύµφωνα µε την αριθμ.31399/2018 ΚΥΑ (κεφάλαιο ΣΤ’ 2.1) περί καθορισμού απαιτούμενων δικαιολογητικών, για την περίπτωση αιτούντος διεθνή προστασία που αιτείται τη χορήγηση του υπόψη δελτίου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η υποβολή αποδεικτικών της νόµιµης διαµονής του στη χώρα στοιχείων.

Ως εκ τούτου, κατ’ ανάλογη εφαρµογή, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σταθερή διαμονή στη χώρα για τους αιτούντες διεθνή προστασία αποδεικνύεται από την εκ µέρους τους κατοχή δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία.

Διαβάστε το πλήρες κέιμενο

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

ΑΥ Προστασίας Πολίτη: 25987/2019: Τροποποίηση Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών – Προσαρμογή προς τις διατάξεις των άρθρων 92 έως και 107 και 116 του ν. 4636/2019


Με την παρούσα τροποποιείται Κανονισμός Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών, για την προσαρμογή του προς τις διατάξεις των άρθρων 92 έως και 103 και 116 του ν. 4636/2019 «Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 169 Α΄ - διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ 173 Α΄).


Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (27.11.2019)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Πρόσφυγες και ένταξη




Στην παρουσίαση του πρόσφατου νομοσχεδίου (και, πλέον, νόμου 4636/2019) που ρυθμίζει θέματα ασύλου και συναφή αναφερόταν:

«Προβλέπεται για πρώτη φορά ότι σε περίπτωση που οι αλλοδαποί κατά την υποδοχή δεν συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις μεταφοράς τους σε άλλες δομές, τεκμαίρεται ότι δεν επιθυμούν την προστασία και παραπέμπονται σε διαδικασίες επιστροφής. Στόχος μας να μην μπουν καθόλου στο σύστημα όσοι εξαρχής ακόμα και πριν την καταγραφή τους δεν συμμορφώνονται.»[1]

Είναι σαφής η κατεύθυνση που δίνεται και η προκείμενη στην οποία στηρίζεται η διατύπωση: αντί να «εμφορείται από ανθρωπιστικά ιδεώδη», η προσέγγιση που θα εφαρμοστεί αντιμετωπίζει τους «προσφεύγοντες» ως αντικείμενα τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν σε προκαθορισμένους κανόνες (δεν καθίσταται σαφές αν οι προσφεύγοντες θα ενημερώνονται σχετικά ώστε να γνωρίζουν τι αναμένεται από αυτούς).

Η διατύπωση αφορά στην υποδοχή και είναι ευνόητο ότι παρόμοια λογική θα διαπερνά τη συνέχεια. Επίσης, είναι ευνόητο ότι αυτή η λογική όχι μόνο δεν έχει σχέση αλλά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φιλοσοφία της ένταξης.

Οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από την ένταξη -όπως κι αν αυτή ορίζεται- περιορίζεται από έναν παράγοντα: την ύπαρξη -ή μη- σχετικής πολιτικής. Όχι όμως μιας οποιαδήποτε πολιτικής, αλλά εκείνης που θα έχει εσωτερική συνοχή και συνάφεια, θα είναι ρεαλιστική, θα λαμβάνει υπόψη τους ανθρώπους και θα υποστηρίζεται έμπρακτα από τους πολιτικούς. Η επισήμανση απαιτείται επειδή τίποτε δεν είναι αυτονόητο. Ένα παράδειγμα για την ανάγκη συνεκτικής πολιτικής και έμπρακτης υποστήριξής της από πολιτικούς παράγοντες αφορά σε μια πτυχή που ζούμε καθημερινά: από τη μια μεριά πολιτικοί μιλάνε για λαθρομετανάστες[2], από την άλλη καταβάλλεται προσπάθεια υλοποίησης ενός προγράμματος ένταξης, του HELIOS, που για να ενταχθεί κάποι@ σε αυτό πρέπει να έχει βρει σπίτι. Ποιος όμως θα νοικιάσει το σπίτι του σε έναν λαθρομετανάστη; Ανάλογες στάσεις (και ασυνέπειες του συστήματος) είχαμε συναντήσει παλιότερα, όταν ήταν σε εξέλιξη η προσπάθεια μεταρρύθμισης του συστήματος ψυχιατρικής περίθαλψης.

Η δημιουργία ενός κλίματος που ευοδώνει και δεν αντιστρατεύεται την ένταξη είναι λοιπόν συστατικό στοιχείο μιας πολιτικής, η οποία δεν μπορεί να περιορίζεται στην παράθεση ποσοτικών στόχων και τυπικών διαδικασιών που πρέπει να ακολουθηθούν αλλά να λειτουργεί ως πλαίσιο που νοηματοδοτεί τις επιμέρους δράσεις και ταυτόχρονα τις προσανατολίζει προς ένα γενικό στόχο.

Σε περίπτωση ύπαρξης πολιτικής, το άλλο ερώτημα αφορά στον ορισμό της ένταξης. Αλήθεια πόσο ξεκάθαρο είναι τι σημαίνει, ποιον και ποια αφορά, σε ποιο πλαίσιο εκτυλίσσεται;

Στο Βαβέλ όπου εργάζομαι νομίζουμε πια ότι τα πράγματα είναι ακόμη πιο πολύπλοκα. Όσο πιο πολύ ασχολούμαστε με την ένταξη, τόσο περισσότερο αποπροσανατολισμένοι και αβέβαιοι αισθανόμαστε.

Για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι για καθένα και καθεμιά η πορεία της ένταξης συνιστά κάτι διαφορετικό. Κι ότι αυτό που ονομάζουμε «ένταξη» δεν αφορά μόνο στον Άλλο αλλά εξίσου κι εμάς (ποιοι αλήθεια είμαστε εμείς; Πόσο ενταγμένοι είμαστε στην κοινωνία;) και το πλαίσιο στο οποίο συναντιόμαστε.

Αναρωτιόμαστε επίσης: τι σημαίνει «ένταξη» για έναν πρόσφυγα; Τι θα μας απαντήσει αν ρωτήσουμε κάτι σχετικό με αυτήν, χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη;

Πού εντασσόμαστε; Η απάντηση που δίνουμε είναι «σε αυτό που επίσημα ονομάζεται post-migration society. Ο καθ. Ρένος Παπαδόπουλος, δ/ντής του Centre for Trauma, Asylum and Refugees του Πανεπιστημίου του Essex, υποστηρίζει πως αυτό το «post» δεν είναι δηλωτικό μιας χρονικής ακολουθίας («η κοινωνία μετά την έλευση των μεταναστών) αλλά της κοινωνίας που κατασκευάζεται, της νέας πραγματικότητας που δημιουργείται από την κοινή ύπαρξη ανθρώπων οι οποίοι χαρακτηρίζονται από διαφορές και ομοιότητες. Αν είναι έτσι, δεν ισχύει η άποψη ότι οι πρόσφυγες πρέπει να ενσωματωθούν/αφομοιωθούν σε κάτι που υπάρχει και είναι αναλλοίωτο, ανεπηρέαστο από αλλαγές και όλοι και όλες πρέπει να συμμετέχουμε στην κατασκευή αυτής της νέας πραγματικότητας[3].

Αν δεχτούμε ότι κοινό βίωμα όλων των προσφύγων είναι η ακούσια απώλεια του οικείου τους χώρου[4], τότε, ως ένταξη θα μπορούσε να οριστεί η προσπάθεια κατασκευής ενός νέου οικείου χώρου, μιας νέας ταυτότητας, μιας νέας οντο-οικολογικής σταθερότητας.

Πρόκειται για μια πορεία που έχει διακριτά χαρακτηριστικά για κάθε άνθρωπο, ατομική, η οποία, πολλές φορές δεν ολοκληρώνεται ή ολοκληρώνεται μετά από γενιές.

Από την άλλη μεριά, η επικρατούσα αντίληψη θέλει οι διάφορες προσφυγικές εμπειρίες να μπορούν να γενικευθούν, καθώς και ότι υπάρχει κάτι σαν την ουσία ή τα χαρακτηριστικά του πρόσφυγα (από τον Ιούλιο και μετά ακούσαμε και τον όρο «προσφυγικό προφίλ»). Ας είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτήν την αντίληψη, αφού μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα επιζήμια καθώς προϋποθέτει, κατά κάποιο τρόπο, ότι η προσφυγική συνθήκη είναι ενιαία, ομοιογενής και «δι-ιστορική»[5]. Αυτή η αντίληψη όχι μόνο απλοποιεί περίπλοκες και μεταβαλλόμενες ατομικές, οικογενειακές και κοινωνικές καταστάσεις ώστε να φαίνονται ως χαρακτηριστικά συγκεκριμένων ατόμων, αλλά έχει τελικά οδηγήσει στην κατάταξη ετερογενών (πολιτιστικά αλλά και εμπειρικά) ομάδων ή ατόμων σε μια κατηγορία ανθρώπων που βιώνουν απαράλλαχτες συνθήκες και έχουν τις ίδιες ανάγκες παρέμβασης. Και για την «ένταξή» τους.

Όμως οι άνθρωποι, και «αυτοί» και «εμείς», είμαστε διαφορετικοί, το πλαίσιο είναι ανομοιογενές, πολύπλευρο και πολύπτυχο, τα δυναμικά που προκύπτουν από τις σχέσεις επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικό τρόπο καθένα και καθεμιά από εμάς. Η διάσταση του χρόνου πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, καθώς επίσης η παρομοίωση της ενταξιακής διαδικασίας με μια πορεία.

Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, που δεν είναι γραμμική, αλλά έχει πολλά πισωγυρίσματα, επανανοηματοδοτήσεις και αλλαγές, κοινή προσδοκία των προσφύγων είναι η αναζήτηση, η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου οικείου χώρου. Είναι επομένως απαραίτητο όλοι οι "σημαντικοί άλλοι" και ιδιαίτερα όσοι επαγγελματικά ασχολούνται μαζί τους να κατανοήσουν  την ανάγκη τους να αποκαταστήσουν τα απτά στοιχεία του οικείου χώρου τους και την αίσθηση του ανήκειν. Ο οικείος χώρος είναι συνυφασμένος με την ταυτότητα και τα δύο μαζί συν-αρθρώνουν αυτό που ο Παπαδόπουλος ονομάζει «οντο-οικολογική σταθερότητα»[6]: ο όρος αναφέρεται στη μοναδική σχέση της ολότητας του ατόμου (ολότητα του είναι του, της ύπαρξής του) με την ολότητα της οικολογίας του (δηλαδή, της σχέσης του με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον των οποίων είναι μέρος). Είναι μια δυναμική αίσθηση διευθετημένης πραγματικότητας, οικειότητας και προβλεψιμότητας του μοτίβου της ζωής που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να «διαβάζει τη ζωή».

Η ένταξη λοιπόν για τον πρόσφυγα έχει στόχο, ακόμη κι αν αυτός είναι ασυνείδητος, ασαφής, υπό συνεχή αναθεώρηση. Ταυτόχρονα, υπάρχει ένας στόχος σταθερός, σαφής, αδιαπραγμάτευτος, που όμως είναι προϊόν του νοσταλγικού αποπροσανατολισμού[7], μιας ιδιαίτερης επίπτωσης της ακούσιας απώλειας του οικείου χώρου, μοναδικού κοινού χαρακτηριστικού όλων των προσφύγων.

Δεν είναι βέβαιο ότι οι «από εδώ», έχουν επίγνωση της ύπαρξης αυτών των στόχων.

Αν δεν γίνει αντιληπτή κάθε ξεχωριστή διεργασία ένταξης, με τα συγκεκριμένα βιώματά της, ως κάτι το τελείως ιδιαίτερο για κάθε άνθρωπο ή οικογένεια, ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκδηλωθούν στερεοτυπικές αντιδράσεις και να χαθεί ο άνθρωπος, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, τα όνειρα, οι αγωνίες και οι προσδοκίες του μπροστά από τα μάτια μας. Οι προκλήσεις μπορούν να συζητηθούν ειλικρινά μόνο όταν τα άτομα γίνονται αποδεκτά και αντιληπτά ως ξεχωριστές υπάρξεις, και όχι ως ομοιογενής ομάδα στην οποία απευθύνεται η ίδια παρέμβαση. Φαίνεται ότι οι τελευταίες κυβερνητικές εξαγγελίες στρέφονται σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση.

Η ένταξη των προσφύγων έχει νομικές διαστάσεις (νομικό στάτους, αναγνώριση των δικαιωμάτων και πρόσβαση σε αυτά, π.χ. στην παιδεία, υγεία και εργασία), οικονομικές (εξασφάλιση μέσων διαβίωσης, π.χ. εργασία), κοινωνικοπολιτισμικές (ανταπόκριση σε νέες συνθήκες της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής, κλπ.) και άλλες πτυχές. Η διεργασία ένταξης πρέπει να διασφαλίζει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, στοχεύοντας σε βασικές ανάγκες όπως η εξασφάλιση βιώσιμης κατοικίας και συνθηκών διαβίωσης, η γλώσσα, η  εργασία και η εκπαίδευση αλλά και οποιαδήποτε άλλη ανάγκη είναι σημαντική για την ένταξη κάθε ξεχωριστού και μοναδικού ατόμου.

Μια κατοικία που είναι άξια να κατοικηθεί και να βιωθεί, μια γλώσσα που είναι άξια να μιληθεί, μια εργασία που αξίζει κανείς να επιτελέσει, μια εκπαίδευση στην οποία αξίζει κανείς να συμμετέχει, όλα αυτά περιλαμβάνονται στη συγκρότηση του νέου οικείου χώρου κάθε πρόσφυγα και προσφύγισσας και της ταυτότητας τους ως συστατικών στοιχείων μιας νέας οντο-οικολογικής σταθερότητας, μιας νέας ανθρώπινης υπόστασης.

Αν στόχος είναι η ένταξη, τότε ίσως «Χρειάζεται να δούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να συνδυαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, η νομική και η ψυχοκοινωνική διάσταση, έτσι ώστε οι άνθρωποι αυτοί να ανακτήσουν τη φωνή τους. Ένας από τους πρωταρχικούς ρόλους των ερευνητών και των επαγγελματιών θα πρέπει να είναι η αποδόμηση της ιδέας του «αρχετυπικού πρόσφυγα»[8], και η αναζήτηση τρόπων ενεργοποίησης ενάντια στη φίμωσή τους. Η αποδόμηση γενικευμένων απόψεων και στερεότυπων αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα ούτως ώστε να θυμίζουμε στους εαυτούς μας πως κάθε πρόσφυγας, όπως και κάθε άνθρωπος, έχει όνομα, συγγενείς, ιστορία, πεποιθήσεις, ελπίδες και επιθυμίες»[9].

Ίσως λοιπόν ένταξη είναι όταν ο πρόσφυγας χάνει αυτό τον χαρακτηρισμό και αναγνωρίζεται ως άνθρωπος και μόνο.

Νίκος Γκιωνάκης ψυχολόγος, επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Ημέρας βαβέλ (μονάδα ψυχικής υγείας για μετανάστες και πρόσφυγες)

* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.



[3] Προσωπική επικοινωνία
[4] Παπαδόπουλος. ΡΚ (επιμ) Ψυχοκοινωνικές διαστάσεις της προσφυγικής συνθήκης – Συνεργική προσέγγιση, Έκδοση Κέντρου Ημέρας Βαβέλ, Αθήνα, 2019. https://babeldc.gr/wp-content/uploads/2019/09/Psyxokoinonikes-diastaseis-prosfygikhs-syn8hkhs.pdf, σελ. 52-
[5] Malkki, L. H. (1995). Refugees and exile: From “refugee studies” to the national order of things. Annual review of anthropology, 24(1), 495-523
[6] Παπαδόπουλος, ΡΚ (όπ. παρ) : 58
[7] Παπαδόπουλος, ΡΚ (όπ. παρ).: 59
[8] Malkki, L. H. (1996). Speechless emissaries: Refugees, humanitarianism, and dehistoricization. Cultural anthropology, 11(3), 377-404
[9] Παπαδόπουλος, ΡΚ (όπ. παρ.) : 36

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Απόφ.ΔιευθΥπηρΑσύλου 28162/2019: Ίδρυση, έναρξη λειτουργίας και καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου Νίκαιας



Με την παρούσα απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου ιδρύεται Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου, το οποίο θα εδρεύει και θα λειτουργεί στις εγκαταστάσεις του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Νίκαιας, επί της οδού Θηβών 196-198, με αρμοδιότητα την έκδοση αποφάσεων επί αιτήσεων για παροχή διεθνούς προστασίας, που έχουν υποβληθεί από υπηκόους τρίτων χωρών και ανιθαγενείς και εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό διοικητικής διαδικασίας, ενώπιον των αρμόδιων Αρχών Παραλαβής και Εξέτασης, ανεξαρτήτως τοπικής και καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτών.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

ΚΥΑ 46440/19: Διαδικασίες χορήγησης και άδειας διαμονής για επενδυτική δραστηριότητα



Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 4155/12.11.2019) η Κοινή Υπουργική απόφαση με την οποία καθορίζονται τα δικαιολογητικά, οι διαδικασίες και λοιπά θέματα που αφορούν στη χορήγηση άδειας εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα σε πολίτες τρίτων χωρών, για επένδυση σε τίτλους ή τραπεζική κατάθεση, βάσει της παραγράφου Γ του άρθρου 16 του ν. 4251/2014, όπως ισχύει.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Απόρριψη αιτήσεων ασύλου λόγω έλλειψης διερμηνείας. Σκέψεις με αφορμή την υπ’ αριθμ 36409/15.11.2019 απόφαση του ΠΓΑ Λέσβου

Εδώ και κάποιες μέρες ήρθε στη δημοσιότητα η περίπτωση 28 ατόμων από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, των οποίων το αίτημα ασύλου απορρίφθηκε χωρίς συνέντευξη λόγω «έλλειψης διερμηνείας». Το σκεπτικό της Διοίκησης, το οποίο επαναλήφθηκε με πανομοιότυπο τρόπο σε όλες τις αποφάσεις, ήταν ότι «ο αιτών δεν παρέστη σε προσωπική συνέντευξη καθώς οι επανειλημμένες προσπάθειες εξεύρεσης υπηρεσιών παροχής διερμηνείας στη μητρική γλώσσα και γλώσσα επικοινωνίας του αιτούντος κατέστησαν ανεπιτυχείς». 



Συνακόλουθα και λόγω αντικειμενικής δυσκολίας τέλεσης της συνεντεύξεως ουσίας α' βαθμού, οι αποφάσεις επι των αιτημάτων ελήφθησαν βάσει των ισχυρισμών των αλλοδαπών όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στη φόρμα καταγραφής και τα σχετικά αιτήματα απορρίφθησαν επι της ουσίας ως αβάσιμα.



Σημειώνεται ότι, οι περισσότεροι εκ των 28 προαναφερθέντων ατόμων τελούν υπό διοικητική κράτηση στο Προαναχωρησιακό Κέντρο Κράτησης (ΠΡΟ.ΚΕ.ΚΑ.) Λέσβου ήδη απο την πρώτη ημέρα της αφίξης τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του προγράμματος κράτησης αιτούντων προερχόμενων από χώρες που θεωρούνται ως «χαμηλού προσφυγικού προφίλ». Στόχος αυτού του προγράμματος είναι η ολοκλήρωση του συνόλου της διαδικασίας ασύλου των αιτούντων πριν την άρση της κράτησης λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου χρονικού ορίου, προκειμένου, σε περίπτωση απόρριψής τους, να επιστρέφονται άμεσα στην Τουρκία.

Σε κοινή ανακοίνωσή τους επτά νομικές οργανώσεις υποστήριξης προσφύγων και αιτούντων άσυλο που δραστηριοποιούνται στη Λέσβο κατήγγειλαν το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου Λέσβου για την απόρριψη των αιτημάτων ασύλου χωρίς να έχει διεξαχθεί προηγουμένως η υποχρεωτική εκ του νόμου συνέντευξή τους με τις αρμόδιες αρχές. Ήδη, οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί προσέφυγαν κατα των εν λόγω απορριπτικών αποφάσεων. Οι υποθέσεις τους προδιορίστηκαν και εκδικάζονται σήμερα ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών.

Στις ακόλουθες γραμμές θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί γιατί οι σχετικές αποφάσεις του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου πρέπει να ακυρωθούν και ποιές είναι οι δυνατότητες των αρμοδίων Επιτροπών Προσφυγών για να θεραπεύσουν τη συγκεκριμένη πλημμέλεια.

Αντικειμενική αδυναμία πραγματοποίησης συνέντευξης; 

Ως γνωστόν, σύμφωνα με το οικείο κανονιστικό πλαίσιο, κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας, εξετάζεται διοικητικά σε πρώτο βαθμό από το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο ή κλιμάκιο Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου, που είναι η «Αποφαινόμενη Αρχή», αφού προηγηθεί εμπεριστατωμένη αντικειμενική και αμερόληπτη εξέτασή του από ειδικώς εκπαιδευμένο προσωπικό και αφού ειδικότερα παρασχεθεί πρώτα στον αιτούντα η ευκαιρία προσωπικής συνεντεύξεως, η οποία του επιτρέπει να εκθέσει διεξοδικώς τους λόγους της αιτήσεώς του. Αντιθέτως, η διαδικασία σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά απορριπτικής πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι καταρχήν έγγραφη και διενεργείται με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου[1], ενώ η κληση σε προφορική ακρόαση λαμβάνει κατά την κρίση της Επιτροπής μόνο κατ΄εξαίρεση σε συγκεκριμένες ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις[2].  

Η προσωπική συνέντευξη αποτελεί σημαντικό διαδικαστικό τύπο της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, καθόσον αφενός επιτρέπει στον εκάστοτε αλλοδαπό να αναπτύξει πλήρως τους λόγους για τους οποίους χρήζει προστασίας αφετέρου παρέχει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να εξετάσει εις βάθος κάθε πτυχή της υπόθεσης. Η εξέταση, επομένως, αιτημάτων ασύλου χωρίς την πραγματοποίηση συνέντευξης αυξάνει τον κίνδυνο σφαλμάτων και κατ’ επέκταση απέλασης ατόμων που μπορεί πράγματι να κινδυνεύουν στις χώρες καταγωγής ή προορισμού τους[3].

Προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρως εντός της Ένωσης το δικαίωμα στο άσυλο (άρ. 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. – εφεξής ΧΘΔΕΕ) και η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης (άρ. 19 ΧΘΔΕΕ) ο ενωσιακός νομοθέτης στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ για τις διαδικασίες ασύλου περιορίζει σημαντικά την ευχέρεια των κρατών μελών να παραλείπουν την πραγματοποίηση συνέντευξης με τους αιτούντες διεθνή προστασία.

Συγκεκριμένα, ο ευρωπαίος νομοθέτης απαιτεί κατά κανόνα την πραγματοποίηση μίας τουλάχιστον συνέντευξης κατά την εξέταση επί της ουσίας κάθε αιτήματος διεθνούς προστασίας. Κατ’ εξαίρεση, μονο σε συγκεκριμένες ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις μπορεί αυτή να παραλειφθεί, όταν η αποφαινόμενη αρχή δύναται να λάβει θετική απόφαση όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων ή όταν δεν είναι αντικειμενικά δυνατή για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του ενδιαφερόμενου προσώπου π.χ. λόγω μικρής ηλικίας ή σοβαρής αναπηρίας ή ασθένειας[4].

Χαρακτηριστικό της σημασίας που αποδίδει ο ενωσιακός νομοθέτης στην πραγματοποίηση προσωπικής συνέντευξης, είναι το ότι κατά την αναδιατύπωση της σχετικής Οδηγίας για τις διαδικασίες, δεν περιλήφθησαν όσα προέβλεπε η προγενέστερη Οδηγία 2005/85/ΕΚ για την μη πραγματοποίηση συνέντευξης στις περιπτώσεις που ο αιτών άσυλο είχε επικαλεστεί λόγους που δεν στοιχειοθετούσαν λόγους υπαγωγής σε διεθνή προστασία ή ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες ή προερχόταν απο ασφαλή χώρα καταγωγής ή ασφαλή τρίτη χώρα[5].

Συνεπώς, πλην των ως άνω ρητών προβλεπομένων εξαιρέσεων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, δεν μπορεί να υπάρξει καταρχήν εξέταση επί της ουσίας αιτήματος διεθνούς προστασίας άνευ συνεντεύξεως του ενδιαφερομένου, ενώ οι όποιες εξαιρέσεις απο τον κανόνα της πραγματοποίησης προσωπικής συνέντευξης θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

Είναι σαφές ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχε κάποια απο τις εξαιρέσεις που αναφέρει η σχετική Οδηγία για τις διαδικασίες και ο νόμος 4375/2016, καθόσον η αντικειμενική αδυναμία εξασφάλισης κατάλληλης διερμηνείας δεν οφείλεται σε μόνιμες καταστάσεις αλλά σε δυσκολία της αρμόδιας αρχής να βρεί κατάλληλο διερμηνέα. Δεδομένου ότι οι όποιες εξαιρέσεις απο τον κανόνα της πραγματοποίησης συνέντευξης πρέπει να ερμηνεύονται στενά, η έννοια της «αντικειμενικής αδυναμίας» δεν μπορεί καλύψει κάθε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αδυνατεί να εξασφαλίσει διερμηνεία εντός του στενού χρονικού πλαισίου μιας ταχύρρυθμης διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος. Αν δεν μπορούν να διασφαλιστούν για συγκεκριμένους αιτούντες, διαδικαστικοί τύποι και εγγυήσεις, όπως η συνέντευξη και η διερμηνεία, στο πλαίσιο ταχύρρυθμων διαδικασιών, τότε η εξέταση του αιτήματός θα πρέπει να γίνει με την κανονική διαδικασία και όχι να μην τηρηθούν οι βασικές αυτές εγγυήσεις. 


Η γραμματική βέβαια διατύπωση του άρθρου 52 παρ. 8 Ν.4375/2016 («Η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλειφθεί ... όταν δεν είναι αντικειμενικά δυνατή, ιδίως όταν ...») φαίνεται να ευνοεί την ερμηνευτική εκδοχή ότι η σχετική περιπτωσιολογία είναι ενδεικτική και επομένως μπορεί να καταλάβει και άλλες περιπτώσεις «αντικειμενικής αδυναμίας». Όπως όμως ήδη έχει εκτεθεί ο ενωσιακός νομοθέτης περιόρισε τη σχετική ευχέρεια των κρατών προβλέποντας ότι η αντικειμενική αδυναμία θα πρέπει να προβλέπεται σε μόνιμες καταστάσεις, ενώ οι εξαιρέσεις που προβλέπει η Οδηγία ερμηνεύονται στενά. Μια λοιπόν εκδοχή ότι η «αντικειμενική αδυναμία» μπορεί να καταλάβει και άλλες περιπτώσεις, που δεν οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις θα αφαιρούσε απο την Οδηγία την πρακτική της αποτελεσματικότητα και, συνεπώς θα ήταν αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο.

Εξάλλου, απο το σώμα της απόφασης δεν προκύπτει ποιές ενέργειες και πότε έλαβαν χώρα, για τη διασφάλιση διερμηνείας ούτε ότι εξαντλήθηκαν οι κατα νόμο δυνατότητες της αρχής προκειμένου εξασφαλιστεί διερμηνεία[6], με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος απο το δευτεροβάθμιο όργανο. 

Για τους λόγους, λοιπόν, αυτούς η πρωτοβάθμια απόφαση είναι ακυρωτέα. Ποιές είναι όμως οι δυνατότητες που έχει στη διάθεσή του η Επιτροπή προσφυγών για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια;

Το ζήτημα ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών 

Το ζήτημα συνεντεύξεων του πρώτου βαθμού που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή/και εν γένει έλλειψης συνέντευξης στον πρώτο βαθμό έχει ήδη απασχολήσει σε διάφορες περιπτώσεις τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών. 

Με την υπ’ αριθμ. 10765/2017 απόφαση της 8ης  Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 5 του Ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51) ακυρώθηκε απόφαση του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου Κορίνθου λόγω σοβαρών πλημμελειών της πρωτοβάθμιας συνέντευξης του προσφεύγοντος και αναπέμφθηκε η υπόθεση εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί νέα συνέντευξη που να πληροί τους όρους του νόμου. Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε από το οικείο πρακτικό της συνέντευξης ότι υπήρξε δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ της χειρίστριας και του διερμηνέα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Υποστήριξης Ασύλου (EASO) με σκοπό να αποδίδονται με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της ως άνω συνέντευξης, όπως ορίζει ο νόμος. Συγκεκριμένα, στο πρακτικό της συνέντευξης αναφερόταν ότι πραγματοποιήθηκε διάλειμμα γι’ αυτόν το λόγο, ωστόσο, στη συνέχεια, συνεχίστηκε η συνέντευξη του προσφεύγοντος, χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του προσφεύγοντος ότι πραγματοποιήθηκε κάποια αλλαγή είτε στον διερμηνέα του EASO είτε στη χειρίστρια της Υπηρεσίας Ασύλου ώστε να θεραπευθεί η δυσκολία επικοινωνίας. Με βάση τα δεδομένα αυτά η Επιτροπή έκρινε ότι υφίσταται βλάβη του προσφεύγοντος καθώς προκύπτει από τα παραπάνω ότι δεν αποδόθηκαν με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του στο πρακτικό της ως άνω συνέντευξής του στον α’ βαθμό, όπως απαιτεί ο νόμος, ούτε του δόθηκε η «κατάλληλη ευκαιρία για να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την κατά το δυνατόν πλήρη τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας» του, κατά παράβαση του άρθρου 52 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 4375/2016. Για το λόγο αυτό ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί εκ νέου συνέντευξη του προσφεύγοντος.

Ο γράφων από άλλη θέση έχει ήδη διατυπώσει επιφυλάξεις αναφορικά με συγκεκριμένη κρίση της Επιτροπής Προσφυγών, στις οποίες και παραπέμπει προς αποφυγή επαναλήψεων. Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι ο νόμος προβλέπει πλέον ρητά ότι αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση προσφυγής κατά πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για να συνεχιστεί η εξέταση της υπόθεσης μετά από πράξη διακοπής[7]. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση όπως αυτή που αντιμετώπισε η εν λόγω Επιτροπή Προσφυγών σήμερα δεν θα ήταν δυνατή η αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό.

Ενδιαφέρουσα είναι, επίσης, η κρίση στην οποία κατέληξε 5η Επιτροπή Προσφυγών (αρ. Πρωτ. 191/11.1.2017) αναφορικά με την περίπτωση προσφυγής κατά απόφασης διακοπής εξέτασης αιτημάτος ασύλου πριν την πραγματοποίηση συνέντευξης στο πρώτο βαθμό. Όπως σημείωσε η Επιτροπή, από τις διατάξεις των άρθρων 47, 51, 52, 61 και 62 του ν. 4375/2016, συνάγεται ότι μόνα και αποκλειστικώς  αρμόδια όργανα για  την διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης του αιτούντος  διεθνή προστασία είναι  οι  αρμόδιες αρχές Παραλαβής, δηλαδή τα Περιφερειακά  Γραφεία Ασύλου, στα οποία υποβάλλεται η αίτηση αυτή, δια των χειριστών τους, που διαθέτουν τα κατάλληλα προς τούτο προσόντα και υπό τις εγγυήσεις που διαγράφονται ρητά στον νόμο. Εκ τούτων παρέπεται ότι, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, αποφαινόμενη   επί ενδικοφανούς προσφυγής του αιτούντος διεθνή προστασία αλλοδαπού ή ανιθαγενούς, αν  ακυρώσει  την προσβαλλόμενη  ενώπιον της  πράξη του  Περιφερειακού Γραφείο Ασύλου, δεν δύναται αυτή πρωτογενώς να διενεργήσει την συνέντευξη  του αιτούντος διεθνή προστασία, εάν προκύπτει ότι αυτή δεν έχει διενεργηθεί ή πάντως δεν έχει ολοκληρωθεί, κατά την διαγραφόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις διαδικασία, αλλά υποχρεούται να αξιώσει την διενέργεια αυτής από την αρμόδια κατά τα ανωτέρω αρχή, αναβάλλοντας την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του εκκρεμούντος ενώπιον της αιτήματος ασύλου, προκειμένου αυτή (η Επιτροπή), ακολούθως, να αποφανθεί επί της αιτήσεως. Μάλιστα, κατά την Επιτροπή, η ορθότητα της άποψης αυτής  επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών μπορεί να κληθεί σε ακρόαση ο προσφεύγων όταν ανακύπτουν ζητήματα ή αμφιβολίες αναφορικά με την πληρότητα της συνέντευξης, η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί στον πρώτο βαθμό εξέτασης  ή όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη ή προκύπτουν νέοι οψιγενείς ισχυρισμοί, όχι όμως όταν ελλείπει αυτή. Αλλωστε, σύμφωνα με την   διάταξη της παρ.7 του άρθρου 62 του ν.4375/2016( σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο  προισχύον  π.δ. 114/2010) η Επιτροπή εξετάζει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξεως  όσο και την ουσία της υπόθεσης.

Ενόψει δε αυτών η Επιτροπή Προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης διαβιβάζοντας τον φάκελο στο ΠΓΑ με την υποχρέωση αυτό να διενεργήσει την προσωπική συνέντευξη του προσφεύγοντος, και εν συνεχεία να  διαβιβασθεί εντός προθεσμίας 45 ημερών το πρακτικό αυτής στην Επιτροπή Προσφυγών προκειμένου τελικά να ληφθεί απόφαση επί της υπόθεσης.   

Η εν λόγω ερμηνευτική εκδοχή διακρίνει, μεταξύ «προσωπικής συνέντευξης», η οποία διενεργείται μονο απο χειριστή της Υπηρεσίας Ασύλου και «προφορικής ακρόασης», η οποία διενεργείται απο την Επιτροπή Προσφυγών και βασίζεται κυρίως στη γραμματική διατύπωση του νόμου. Απο την συστηματική και τελεολογική, ωστόσο, ερμηνεία της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προκύπτει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης απαιτεί καταρχήν την πραγματοποίηση κατ' ελάχιστον μιας προφορικής διαδικασίας (συνέντευξης ή ακρόασης) με κάθε αιτούντα διεθνή προστασία. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να λαμβάνει καταρχήν χώρα στον πρώτο βαθμό. Δεν αποκλείεται όμως, κατ' εξαίρεση σε ορισμένες περιπτώσεις η «συνέντευξη» ή «προφορική ακρόαση» - κατά την αυτόνομη εννοια του ενωσιακού δικαίου που δεν ταυτίζεται με τους αντίστοιχους όρους που χρησιμοποιούνται στις εκάστοτε εθνικές νομοθεσίες - να πραγματοποιηθεί το πρώτον στον δεύτερο βαθμό. Άλλωστε, απο την όλη οικονομία της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προκύπτει ότι τα δύο στάδια της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας ειναι μεν διακριτά αλλά αλληλένδετα στο πλαίσιο ολόκληρης της διαδικασίας εξετάσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας την οποία ρυθμίζει η οδηγία αυτή. Ο στενός σύνδεσμος που υφίσταται μεταξύ της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας που προηγείται αυτής, συνεπάγεται ότι οι οποιες πλημμέλειες του πρώτου βαθμού, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης συνέντευξης, θα πρέπει να θεραπεύονται πλήρως στον δεύτερο βαθμό. Τέλος, σε μία περίπτωση, όπως η προκείμενη, η δυνατότητα πραγματοποίησης συνέντευξης το πρώτον στο δεύτερο βαθμό ανταποκρίνεται και στο υπενθυμιζόμενο στην αιτιολογική σκέψη 18 της εν λόγω οδηγίας συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων για λήψη αποφάσεως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας το συντομότερο δυνατό, υπό την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξετάσεως. Μία «αναπομπή» ή (ορθότερα) αποστολή του φακέλου προς συμπλήρωση και εν συνέχεια αναδιαβίβαση στην Επιτροπή Προσφυγών για ληψη απόφασης στην πράξη ενδέχεται να καθυστερήσει περισσότερο την εξέταση της υπόθεσης, σε σχέση με μια προφορική ακρόαση του αλλοδαπού ενώπιον της Επιτροπής. 

Στο πλαίσιο αυτό, έχει συναφώς κριθεί ότι το ως άνω άρθρο 46 της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύεται στην εθνική αρχή που επιλαμβάνεται –ως «δικαστήριο», κατά την έννοια της διάταξης αυτής- προσφυγής κατά απόφασης απορριπτικής αιτήματος διεθνούς προστασίας, να απορρίψει την εν λόγω προσφυγή, χωρίς να προβεί σε ακρόαση του προσφεύγοντος, όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ως προς το βάσιμο της απόφασης αυτής, υπό την προϋπόθεση, αφενός ότι κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία παρεσχέθη στον αιτούντα η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ως άνω Οδηγίας και τη συνάδουσα προς τη διάταξη αυτή εθνική νομοθεσία, και ότι το πρακτικό της εν λόγω συνέντευξης περιελήφθη στο φάκελο της υπόθεσης, αφετέρου ότι η επιληφθείσα της προσφυγής αρχή μπορεί να διατάξει μια τέτοια ακρόαση εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της[8]. Εξ αντιδιαστολής, επομένως, συνάγεται ότι οσάκις δεν έχει πραγματοποιηθεί συνέντευξη στον πρώτο βαθμό, το άρ. 46 της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, καθιστά υποχρεωτική για το δευτεροβάθμιο όργανο την προφορική ακρόαση του ενδιαφερομένου προκειμένου να εξασφαλιστεί όχι μονο το δικαιωμα σε «πραγματική προσφυγή» αλλά και εν γένει η «δίκαιη» εξέταση του αιτήματος ασύλου κατά το ενωσιακό δίκαιο.

Πρέπει επίσης, να υπενθυμιστεί ότι οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, παρά τον οιονεί δικαιοδοτικό τους χαρακτήρα[9], διατηρούν τη διοικητική τους ταυτότητα, οι δε πράξεις τους που εκδίδονται κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, αποτελούν διοικητικές πράξεις και όχι «δικαστικές αποφάσεις». Συνεπώς, η αντιμετώπισή του συγκεκριμένου ζητήματος προϋποθέτει την εξέτασή του και την ένταξή του στο θεσμοθετημένο σύστημα ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου οι τυπικές διοικητικές προσφυγές και ιδίως η ενδικοφανής προσφυγή κατέχουν κεντρική θέση.  

Ως γνωστόν, η αποδοχή της ενδικοφανούς προσφυγής μπορεί να συνεπάγεται είτε τη μεταρρύθμιση/αντικατάσταση της αμφισβητούμενης αρχικής πράξης είτε την ακύρωσή της και αναπομπή της για επανάληψη της διαδικασίας[10]. Συγκεκριμένα, εάν κατά τον έλεγχο  της αρχικής πράξης, ύστερα από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, το δευτεροβάθμιο όργανο διαπιστώσει σοβαρά σφάλματα που βαρύνουν την έκδοση της αρχικής πράξης και την καθιστούν παράνομη και τα οποία δεν δύνανται να θεραπευθούν με μόνη την έκδοση νέας απόφασης (όπως π.χ. κακή συγκρότηση, αναρμοδιότητα, παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου), τότε, στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο όργανο πρέπει να έχει την εξουσία ακύρωσης της αμφισβητούμενης πράξης και αναπομπής στο πρωτοβάθμιο όργανο προκειμένου να θεραπευθούν τα τυχόν ελαττώματα και να επαναληφθεί η σχετική διαδικασία. Ωστόσο, η υποχρέωση αναπομπής του δευτεροβάθμιου στο πρωτοβάθμιο όργανο, υφίσταται υπό δύο αρνητικές προϋποθέσεις, άλλως τεκμαίρεται η θεραπεία του σφάλματος της πρωτοβάθμιας απόφασης. Αφενός θα πρέπει να μην προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου οργάνου, η τήρηση της οποίας να συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο, αφετέρου για την αναπομπή στο πρωτοβάθμιο όργανο προϋποτίθεται ότι οι πλημμέλειες της  αρχικής πράξης δεν είναι επουσιώδεις αλλά σοβαρές και ουσιώδεις  μη δυνάμενες  να καλυφθούν με  την έκδοση της τελικής απόφασης.

Εν προκειμένω, οι πλημμέλειες της αρχικής πράξης του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου είναι πράγματι σοβαρές και ουσιώδεις, καθόσον δεν πραγματοποιήθηκε συνέντευξη όπως επιβάλλεται κατα νόμο. Πλην, όμως, ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία, η τήρηση της οποίας συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο και θα μπορούσε να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άλλη απο την προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος αλλοδαπού απο την Επιτροπή, η οποία όπως άλλωστε  προβλέπεται ρητά στο νόμο διεξάγεται σύμφωνα με τις εγγυήσεις που τηρούνται για την προσωπική συνέντευξη του πρώτου βαθμού[11].

Σε μια τέτοια επομένως περίπτωση, όπως αυτή που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Επιτροπές Προσφυγών, το δευτεροβάθμιο όργανο μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη προσωπικής συνέντευξης στο πρώτο βαθμό με την προφορική ακρόαση του αλλοδαπού ενώπιον του, έτσι ώστε αφενός να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε «πραγματική και αποτελεσματική προσφυγή» αφετέρου και η «δίκαιη και αποτελεσματική» εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας.




[1] Όπως δε έχει κριθεί βλ. ΣτΕ Ολομ.2348/2017 σκ. 34, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, με την οποία επιβάλλεται στην αποφαινόμενη αρχή η υποχρέωση να παράσχει, πριν από τη λήψη της απόφασής της, στον αιτούντα διεθνή προστασία ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με την αίτησή του, προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει αποκλειστικώς την αρμόδια προς εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας σε πρώτο βαθμό αρχή και, ως εκ τούτου, δεν ισχύει για τις διαδικασίες προσφυγής.
[2] Βλ. άρ. 62 παρ. 1, εδ. α΄- δ΄ του Ν. 4375/2016.
[3] Commission Staff Working Document accompanying the Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on minimum standards on procedures in Member States for granting and withdrawing international protection, COM(2009) 554, SEC(2009) 1377, of 21 October 2009, σελ. 13.
[4]   Πρβλ. άρ. 14 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και 52 παρ. 8 ν.4375/2016.
[5] Άρ. 12 παρ. 2 περ. γ΄και άρ. 23 παρ. 4 στοιχεία α), γ), ζ), η) και ι) Οδηγίας 2005/85/ΕΚ, σε συνδυασμό.
[6] Πρβλ. αρ. 17 παρ. 2 της ΑΥ Μεταναστευτικής Πολιτικής: 3385/2018 «Κανονισμός λειτουργίας Υπηρεσίας Ασύλου» (ΦΕΚ Β΄417/14.2.2018) σύμφωνα με το οποίο εφόσον η Υπηρεσία δεν διαθέτει διερμηνέα στην απαιτούμενη κατά τα παραπάνω γλώσσα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της «διπλής διερμηνείας», κατά την οποία γίνεται χρήση των υπηρεσιών δύο διερμηνέων ταυτόχρονα. Κατ΄ εξαίρεση και εφόσον δεν καταστεί δυνατό να διασφαλιστεί διερμηνεία από την Υπηρεσία με τηλεδιάσκεψη ή άλλο περιγραφόμενο στο νόμο τρόπο, δύναται να γίνει δεκτός ως διερμηνέας άλλο πρόσωπο. Προς το σκοπό αυτό η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα, με ειδική μνεία στην πρόσκληση για την συνέντευξη ή με ειδοποίηση με κάθε πρόσφορο τρόπο, να συνοδεύεται ο ίδιος από πρόσωπο που θα μπορεί να παράσχει υπηρεσίες διερμηνέα. Σε κάθε περίπτωση, μνεία των παραπάνω γίνεται στο πρακτικό ή την έκθεση της συνέντευξης.
[7] Βλ. άρ. 28 παρ. 11 του ν. 4540/2018, δια του οποίου προστέθηκε νέα παρ. 9 στο άρ. 62 του ν.4375/2016, σύμφωνα με την οποία αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση προσφυγής κατά πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για να συνεχιστεί η εξέταση της υπόθεσης μετά από πράξη διακοπής. Σημειωτέον ότι το άρ. 105 του πρόσφατου Ν.4636/2019 που θα ισχύει απο 1.1.2020 προβλέπει ότι «Αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση».
[8] Βλ. ΔΕΕ, C-348/16 – Sacko και ΣτΕ Ολ 2348/2017, σκ. 34.
[9] Βλ. ΣτΕ Ολ. 1237-8/2017 με τις οποίες κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα η Συμμετοχή Δικαστικών Λειτουργών ΤΔΔ στις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών και ΔΕΕ, απόφ. 31.01.2013, C-175/11, H.I.D., B.A./Refugee Applications Commissioner, Refugee Appeals Tribunal, Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General (Προδικαστικό ερώτημα).
[10] Βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις ως προς τις υποχρεωτικές διοικητικές προσφυγές στο γαλλικό δίκαιο, ΕΔΚΑ 2007 σελ. 185.
[11] Άρ. 52 παρ. 17 Ν. 4375/2016.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Παράνομη επανείσοδος στη χώρα και απασχόληση παράτυπα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών στην αγροτική οικονομία κατ’ άρ. 13Α Κώδικα Μετανάστευσης



Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 4 ν. 3386/2005, «Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) έως δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ τιμωρείται κάθε αλλοδαπός, ο οποίος επανέρχεται παράνομα στη Χώρα και είναι καταχωρημένος στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Η άσκηση ενδίκων μέσων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα». Προσθέτως, με το άρθρο 13Α ν.4251/2014 ορίζεται ότι «Αν οι θέσεις εργασίας που προβλέπονται στην κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος για την εργασία στην αγροτική οικονομία δεν καλυφθούν με την διαδικασία των άρθρων 12 και 13 του παρόντος, μπορεί ο εργοδότης να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αίτηση για την κατ’ εξαίρεση απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι στερούνται τίτλου διαμονής στη χώρα, προκειμένου για την αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών της αγροτικής εκμετάλλευσης. {….}», ενώ με τη διάταξη του άρθρου 6 περ. γ
i του ως άνω νόμου ορίζεται ότι ως κριτήριο για τη συνδρομή των λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας συνεκτιμάται  μεταξύ άλλων και η έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για κακούργημα η πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 1 έτους. 

Από τις πρώτες δύο ως άνω αναφερόμενες διατάξεις προβάλει αρχικά μία αντίφαση, η οποία οδηγεί στον προβληματισμό σχετικά με το τι λαμβάνει χώρα, αν αλλοδαπός υπήκοος, παρατύπως διαμένων στη χώρα μας και με εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ, παρουσιαστεί στην αστυνομική διεύθυνση αλλοδαπών, μετά από έγκριση της αίτησης του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 13 Α ν.4251/2014 και εκεί, από την έρευνα που πραγματοποιείται αποδειχθεί ότι αυτός έχει κατά το παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης πάνω από ένα έτος με αναστολή και η περίοδος δοκιμασίας έχει παρέλθει. Δικαιολογείται άραγε η ανάκληση της αίτησης του εργοδότη και η διοικητική κράτηση του αλλοδαπού; Γεννάται ποινική ευθύνη στο πλαίσιο του άρθρου  82 παρ. 4 ν. 3386/2005; Οι ως άνω σκέψεις αποτελούν αντικείμενο αυτής της μελέτης και επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα που συχνά ανακύπτει.

Στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 13Α ν.4251/2014 η διαδικασία απόκτησης εξάμηνης άδειας εργασίας με δικαίωμα ανανέωσης και de facto νομιμοποίησης της διαμονής του αλλοδαπού περνά από τρία στάδια[1]. Αρχικά, ο εργοδότης προσκομίζει τα απαραίτητα έγγραφα στη ΔΑΜ του τόπου διαμονής του και λαμβάνει την απόφαση έγκρισης της αίτησής του. Κατόπιν, ο αλλοδαπός οδηγείται στην αστυνομική διεύθυνση αλλοδαπών και μετανάστευσης, όπου ελέγχεται ως προς την ύπαρξη λόγων δημόσιας τάξης και,  εφόσον αυτοί δεν προκύπτουν, λαμβάνει αναβολή απομάκρυνσης. Στο τρίτο και τελικό στάδιο, ο αλλοδαπός προσέρχεται στις διοικητικές υπηρεσίες, όπου του χορηγείται άδεια εργασίας και απασχολείται στον αιτούντα – εργοδότη, ενώ ασφαλίζεται με εργόσημο. Ας σημειωθεί ότι για την εξέλιξη της διαδικασίας δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο αλλοδαπός είναι εγγεγραμμένος στον ΕΚΑΝΑ και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 13 Α ν.4251/2014 αναφέρεται στους παρατύπως διαμένοντες, ήτοι,  του νόμου μη διακρίνοντος, τόσο σε όσους εισήλθαν με visa και παρέμειναν στη Χώρα μετά τη λήξη της όσο και σε αυτούς που εισήλθαν παράνομα, ενώ προϋπήρχε ήδη εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ.

Κατά το δεύτερο στάδιο  είναι πιθανό να εντοπιστεί από τα αστυνομικά όργανα ότι ο αλλοδαπός που είναι εγγεγραμμένος στον ΕΚΑΝΑ[2] κατά το παρελθόν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή ανώτερη του ενός έτους με αναστολή[3]. Στην περίπτωση αυτή, ακολουθεί σύλληψη και διοικητική κράτηση με σκοπό την απέλαση,  καθώς και κίνηση ποινική δίωξης για παράνομη επανείσοδο κατά τη διάταξη του  άρθρου 82 παρ. 4 ν.3386/2005. Όμως, εν προκειμένω, ούτε διοικητική κράτηση συγχωρείται ούτε αξιόποινο υφίσταται μόνο εκ του λόγου της ύπαρξης αμετάκλητης ποινής πάνω από ένα έτος με αναστολή.

Αρχικά σημειώνεται πως σε αντίστοιχες περιπτώσεις  θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η με αριθμό 30/2007 εγκύκλιος του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, η οποία ρητώς ορίζει ότι «σε περιπτώσεις που ως λόγος δημόσιας τάξης αναφέρεται υφιστάμενη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή που έχει επιβληθεί με αναστολή ή διαπιστώνεται ότι έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα για το οποίο ίσχυε η αναστολή, χωρίς να γίνει άρση αυτής, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί και συνεπώς δεν θεωρείται ως λόγος μη χορήγησης, μη ανανέωσης ή μη ανάκλησης άδειας διαμονής (άρθρο 102 παρ. 2 ΠΚ)». Η ανωτέρω αναφορά της εγκυκλίου βασίζεται στη σκέψη ότι, κάθε φορά που το Δικαστήριο αναστέλλει την ποινή του κατηγορούμενου, κρίνει (ως προϋπόθεση χορήγησης αναστολής) ότι η έκτιση της ποινής δεν είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων[4], σκέψη στην οποία υφέρπει η κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.  Περαιτέρω, το άρθρο 102 παρ. 2 ΠΚ, τόσο στην πρότερη όσο και στη νέα του μορφή, ρητώς ορίζει ότι «αν η αναστολή δεν ανακληθεί και δεν αρθεί, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην υπάρχει». Έτσι λοιπόν, σε περίπτωση που τα αστυνομικά όργανα προβούν σε σύλληψη του αλλοδαπού με αιτιολογία την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης με αναστολή, θα πρέπει να αρθεί η κράτηση, κατόπιν άσκησης του ένδικου βοηθήματος των αντιρρήσεων ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου[5].

Κατά τα λοιπά και σχετικά με την ύπαρξη ποινικής ευθύνης του αλλοδαπού για παράβαση του άρθρου 82 παρ. 4 ν.3386/2005, σε περίπτωση που μετά τη σύλληψη κινηθεί παράλληλα και ποινική δίωξη, παρατηρείται το κάτωθι absurdum: ο παρατύπως διαμένων αλλοδαπός, ενώ δύναται να αποκτήσει άδειας εργασίας νόμιμα και παρά την εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 13 Α ν. 4251/2014, καθίσταται τελικά κατηγορούμενος για παράνομη επανείσοδο, ενώ μάλιστα προηγήθηκε η έγκριση της αίτησης του εργοδότη από τη ΔΑΜ.

Αρχικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος στην περίπτωση αλλοδαπού, ο οποίος είχε αρχικά συλληφθεί για παράνομη είσοδο στη χώρα· ακολούθως διατάχθηκε σε βάρος του διοικητική επιστροφή και εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ και του χορηγήθηκε προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση με την οποία αυτός δεν συμμορφώθηκε,  ώστε κατ’  αποτέλεσμα να μην εκτελέστηκε η διοικητική επιστροφή[6]. Τούτο διότι, για να υπάρχει αξιόποινο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 4 ν. 3386/2005 απαιτείται το υποκείμενο τέλεσης να εγκαταλείπει τη χώρα και κατόπιν να εισέρχεται εκ νέου, προϋπόθεση η  οποία δεν συντρέχει προφανώς αν ο αλλοδαπός δεν εγκαταλείψει τη χώρα σύμφωνα με τη διαταγή επιστροφής.

Παράλληλα, και σε σύγκριση με το άρθρο 13 Α ν. 4251/2014, σε περίπτωση που η διαδικασία για χορήγηση άδειας εργασίας δεν προχωρήσει ένεκα υφιστάμενης ποινής άνω του ενός έτους με αναστολή, ζήτημα γεννάται αν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 82 παρ. 4 ν. 3386/2005. Στην περίπτωση αυτή, ερευνάται αν μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη του άρθρου 6γ ii  ν. 4251/2014, η οποία ορίζει ότι η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων παύει αυτοδικαίως να ισχύει με τη χορήγηση ή ανανέωση άδειας παραμονής. Με δεδομένο ότι το άρθρο 13Α ν. 4251/2014 χορηγεί στον αλλοδαπό υπήκοο μόνο άδεια εργασίας και όχι stricto sensu άδεια παραμονής, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έκδοση της άδειας εργασίας παύει την εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ, όμως αναλογικά, από τη στιγμή που η Διοίκηση εγκρίνει τη χορήγηση άδειας εργασίας, στην ουσία θέτει σε ανενέργεια την εγγραφή στον κατάλογο, ώστε να μην είναι δυνατή η κατάφαση του αξιοποίνου του άρθρου 82 παρ. 4 ν. 3386/2005. Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση λύνει το αδιέξοδο που είναι πιθανό να προκύψει,  όταν ο παρατύπως διαμένων αλλοδαπός προσέρχεται στην αστυνομική διεύθυνση,  κάνοντας χρήση νομοθετικής διάταξης και κινδυνεύει να καταστεί κατηγορούμενος για παράνομη επανείσοδο, ενώ ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει σε παρανόμως επανεισελθόντες να αποκτήσουν άδεια εργασίας.

Προσθέτως, κατά τη διαδικασία του άρθρου 13 Α ν. 4251/2014, ο αλλοδαπός δεν δύναται να κατηγορηθεί για παράνομη επανείσοδο, καθώς ο νόμος 4251/2014, ως νεότερο και ειδικότερο νομοθετικό κείμενο από αυτό του ν.3386/2005, με τη δυνατότητα που χορηγεί στους παρατύπως διαμένοντες για λήψη άδειας εργασίας παρά την εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ, ουσιαστικά αποκλείει τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης, όσων κάνουν χρήση των διατάξεων του. Τούτο διότι,  δεν είναι ανεκτό και νοητό, η εκ του νόμου προϋπόθεση για τη χρήση της διάταξης (η παράτυπη διαμονή, που συχνά προϋποθέτει και παράνομη επανείσοδο), να αποδίδει συγχρόνως και κατάφαση ποινικής ευθύνης.

Παράλληλα, ενδιαφέρουσα κρίνεται η επίδραση της προσφυγικής ιδιότητας και το πως αυτή επηρεάζει το αξιόποινο της παράνομης επανεισόδου[7], ιδιαίτερα αν μετά την ευδοκίμηση των αντιρρήσεων και πριν την εκδίκαση της παράνομης επανεισόδου, ο αλλοδαπός καταστεί δικαιούχος ή αιτών διεθνούς προστασίας. Αρχικά σημειώνεται, ότι τόσο ο ν.3386/2005 όσο και ο ν. 4251/2014 εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής τους τους δικαιούχους, καθώς και τους αιτούντες διεθνούς προστασίας. Αφού λοιπόν οι δικαιούχοι, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου[8] και οι αιτούντες διεθνούς προστασίας, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των ως άνω νόμων, είναι δυνατόν να καταστούν υποκείμενα τέλεσης του εγκλήματος της παράνομης επανεισόδου; Θετικά, αλλά χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογική βάση, απάντησε ο Άρειος Πάγος, ο οποίος επικύρωσε την καταδίκη Αλβανού υπήκοου κατά του οποίου εκκρεμούσε η εξέταση αιτήματος χορήγησης διεθνούς προστασίας[9], προφανώς θεωρώντας καταχρηστικό ή προδήλως αβάσιμο το αίτημα. Τουναντίον, σε άλλη απόφαση[10], το Δικαστήριο αναφέρει ότι: «Περαιτέρω, {…}, επεκτείνεται η ευεργετική ρύθμιση της προηγούμενης περίπτωσης και σε αυτούς που έχουν υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, ώστε να μην απαιτείται η εξέταση από το Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι όντως πρόσφυγας κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, αλλά να αρκεί για την απαλλαγή του από τις αποδιδόμενες κατηγορίες {…} μόνο η απόδειξη της υποβολής τέτοιας αιτήσεως». Οι θέσεις της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κρίνονται πειστικές, πρώτον,  διότι αποσαφηνίζουν την έλλειψη υλικής αρμοδιότητας του ποινικού δικαστηρίου να εξετάσει το αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατ’ επέκταση, διότι εφαρμόζει το γράμμα του νόμου, που οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου, με δεδομένο μάλιστα ότι το αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας δεν έχει συστατικό, αλλά πάντοτε διαπιστωτικό και αναγνωριστικό χαρακτήρα[11].

Καταληκτικά, συμπεραίνουμε ότι, κατά τη διαδικασία του άρθρου 13Α ν.4251/2014, δε νοείται απόρριψη της αίτησης του εργοδότη, ένεκα ποινής του αλλοδαπού εγγεγραμμένου στον ΕΚΑΝΑ ανώτερη του ενός έτους, αν σε αυτή έχει χορηγηθεί αναστολή έκτισης και έχει παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας. Αν παρ’ όλα αυτά, τα αστυνομικά όργανα προβούν σε σύλληψη του αλλοδαπού, τότε θα πρέπει να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις του και να αρθεί η κράτηση. Αν, πέραν της διοικητικής κράτησης, ασκηθεί και ποινική δίωξη για παράνομη επανείσοδο, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει, για τους λόγους ανωτέρω αναλύονται, ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 82 παρ.4 ν. 3386/2005.

Κωστής Παράσχος, Δικηγόρος

* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.



[1] Αναλυτικά ως προς το διαδικαστικό πλαίσιο βλ. Ευδοκία Σταυρουλάκη – Μεταναστευτικό Δίκαιο και Δίκαιο Ιθαγένειας, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ 187 επ.
[2] ΣτΕ 1515/2010: Δεν συντρέχει κώλυμα για τη χορήγηση αδείας παραμονής από την εγγραφή του αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, αν αυτή εχώρησε για παράνομη είσοδο ή παραμονή του στη χώρα ή για παράνομη συμπεριφορά, που συνδέεται με τα ανωτέρω. Ορθά ακυρώθηκε η ανάκληση της άδειας παραμονής του εφεσίβλητου, κατ` εφαρμογή της διάταξης της παρ. 9 του άρθρου 66 του ν. 2910/2001, όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3013/2002, αφού αυτός είχε εγγραφεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών λόγω παρανόμου εισόδου στη χώρα, με τη χρήση πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου.
[3] Τούτο μάλιστα είναι δυνατό να αγνοείται πλήρως από το πρόσωπο, στη περίπτωση που ενώ εκκρεμούσε ποινική δίωξη, αυτός συνελλήφθει, απελάθηκε και κατόπιν κλητεύθηκε στο δικαστήριο ως αγνώστου διαμονής και δικάστηκε ερήμην, με την απόφαση να του επιδίδεται ως αγνώστου διαμονής και να καθίσταται αμετάκλητη χωρίς ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση.
[4] Για τη παλαιά διάταξη του άρθρου 99 ΠΚ βλ. και Μ. Μαργαρίτη και Α. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, ερμηνεία εφαρμογή, 3η έκδοση, εκδ. Π.Ν Σάκκουλα,  σελ. 281 επ., ενώ για τις προϋποθέσεις αναστολής σχετικά με το νέο ΠΚ βλ. και Α. Χαραλαμπάκη, ο Νέος Ποινικός Κώδικας, μια ερμηνευτική προσέγγιση του Ν. 4619/2019, εκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, σελ. 37 επ.
[5] Βλ. και 417/2018 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας κατόπιν αντιρρήσεων του προσφεύγοντος με την ως άνω ιστορική αιτία.
[6] Θ. Τσιάτσιος, Δίκαιο Αλλοδαπών, β’ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, σελ. 663 επ.
[7] Ειδικότερα για τη προβληματική βλ. και Ν. Χατζηνικολάου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, δογματική προσέγγιση και βασικά ερμηνευτικά προβλήματα, εκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης 2009, σελ. 95 επ. και από τη νομολογία  ΣυμβΑΠ 1498/1999 σε ΠοινΔικ1999, σελ. 1217
[8] Ν. Χατζηνικολάου, ό.π. σελ. 97 επ.
[9] Έτσι, ΑΠ 470/2011, Ποιν.Χρ 2012, σελ. 177 και Μ. Καϊάφα Γκμπάντι, Ε. Συμεωνίδου Καστανίδου, Αλλοδαποί, εκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 2η έκδοση, σελ
[10] ΤριμΠλημΚερκ 2012/2014, ΠοινΔικ 2005, 691.
[11] Έτσι και η απόφαση 97/2018 της Επιτροπής Αναστολών του Σ.τ.Ε.



Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *