Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

ΔΠρΠειρ 38/2018: Διαδικασία Επιδόσεων αδειών διαμονής



6. […] πριν επιστραφεί η … άδεια διαμονής στην Περιφέρεια, δεν τηρήθηκε από τον αρμόδιο Δήμο η διαγραφόμενη στο άρθρο μόνο περ. Β΄ της ΥΑ 10575/2009 διαδικασία επίδοσης αυτής στον αιτούντα. Ειδικότερα, δεν αναζητήθηκε ο αιτών με κάθε πρόσφορο μέσο, βάσει των δηλωθέντων στοιχείων επικοινωνίας του, προκειμένου να ειδοποιηθεί να παραλάβει τον τίτλο διαμονής από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, ούτε εστάλη σε αυτόν συστημένη επιστολή για το σκοπό αυτό. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη: α. ότι από το άρθρο μόνο περ. Β΄ παρ. 5 της ΥΑ 10575/2009 προβλέπεται η επιστροφή της εκδοθείσας στο όνομα του αλλοδαπού άδειας από το Δήμο στην Περιφέρεια και, συνακόλουθα, η παύση της ισχύος αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχει αδυναμία ειδοποίησης του ενδιαφερομένου προς παραλαβή της, και β. ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διέλαβε ότι η … άδεια διαμονής είχε αποβάλει την ισχύ της εκ μόνου του λόγου ότι είχε επιστραφεί στην Περιφέρεια από το Δήμο Πειραιά, παραβλέποντας το γεγονός ότι, μη τηρηθείσας της διαδικασίας ειδοποίησης του αλλοδαπού προς παραλαβή της άδειας διαμονής, ο Δήμος δεν νομιμοποιούνταν να την επιστρέψει ως ανεπίδοτη, το Δικαστήριο κρίνει ότι η στηριζόμενη στην παραπάνω κρίση απόρριψη του ένδικου αιτήματος του αιτούντος περί ανανέωσης της επίμαχης άδειας διαμονής δεν αιτιολογείται νομίμως. Για το λόγο δε αυτό, που προβάλλεται βάσιμα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

ΔΠρΘεσ 86/2018: Πότε τεκμαίρεται η ύπαρξη ισχυρών δεσμών στη Χώρα για τη χορήγηση άδειας διαμονής για εξαιρετικούς λόγους



7. Επειδή, αποκλειστική αιτιολογία της άρνησης της Διοίκησης να χορηγήσει στον αιτούντα άδεια διαμονής για εξαιρετικούς λόγους αποτελεί η έλλειψη ισχυρών δεσμών του με τη Χώρα. Η δε κρίση περί ελλείψεως δεσμών στηρίζεται αφενός στο ότι ο αιτών δεν προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξη των δεσμών αυτών για το διάστημα πριν την υποβολή της αίτησής του και αφετέρου στο ότι παραιτήθηκε από την ανανέωση της άδειας διαμονής του προκειμένου ν’ αναχωρήσει οικειοθελώς για την Αλβανία, όπου παρέμεινε έξι μήνες κατά το έτος 2014 και έντεκα μήνες κατά το έτος 2015, όπως δεν αμφισβητείται. Όμως, η ως άνω αιτιολογία παρίσταται πλημμελής, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την αίτηση ακύρωσης, δοθέντος ότι, όπως ρητά ορίζεται στο νόμο (άρθρο 19 παρ. 1 του 4251/2014), προκειμένου να χορηγηθεί άδεια διαμονής εξαιρετικών λόγων σε αλλοδαπό, που, όπως ο αιτών, κατείχε οριστικό τίτλο διαμονής για πέντε έτη εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν την υποβολή του οικείου αιτήματός του, δεν απαιτείται η προσκόμιση στοιχείων προς απόδειξη των ισχυρών δεσμών του με τη Χώρα, οι οποίοι καταρχήν τεκμαίρονται ως υπαρκτοί, ενώ, εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση, που ο αλλοδαπός διέμενε νομίμως στην Ελλάδα από το έτος 2001 έως και το έτος 2014, το γεγονός ότι παραιτήθηκε από την ανανέωση της τελευταίας άδειας διαμονής του και αναχώρησε οικειοθελώς από τη Χώρα, από την οποία απουσίασε για έξι μήνες κατά το έτος 2014 και για έντεκα μήνες κατά το έτος 2015, δεν αρκεί για να στηρίξει επαρκώς την κρίση της Διοίκησης περί ελλείψεως ισχυρών δεσμών του με την Ελλάδα.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Η αυτόματη απώλεια της ιθαγένειας κμ, η οποία συνεπάγεται την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, για ανήλικους που διαμένουν εκτός ΕΕ είναι αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο



Ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi προτείνει στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η αυτόματη απώλεια της ολλανδικής ιθαγένειας, η οποία συνεπάγεται την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, για τους ανήλικους που διαμένουν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ασύμβατη με το δίκαιο της Ένωσης. Αντιθέτως, αυτή η ασυμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης δεν υφίσταται για τους ενηλίκους

Ολλανδοί πολίτες που έχουν δεύτερη ιθαγένεια χώρας εκτός της ΕΕ προσέφυγαν στα ολλανδικά δικαστήρια σχετικά με την άρνηση του Υπουργού Εξωτερικών να εξετάσει τις αιτήσεις τους ανανέωσης εθνικού διαβατηρίου. Πράγματι, ο Υπουργός εφάρμοσε σε αυτούς τον νόμο για την ολλανδική ιθαγένεια, ο οποίος προβλέπει ότι ενήλικος χάνει την ιθαγένεια αυτή αν έχει επίσης αλλοδαπή ιθαγένεια και, κατά το χρονικό διάστημα που είναι ενήλικος, έχει επί συνεχές διάστημα δέκα ετών την κύρια διαμονή του εκτός των Κάτω Χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ανήλικος χάνει την ολλανδική ιθαγένεια αν ο πατέρας ή η μητέρα του χάσει την ιθαγένεια αυτή. Πάντως, η δεκαετής αυτή προθεσμία διακόπτεται αν ο ενδιαφερόμενος έχει για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους την κύρια διαμονή του στις Κάτω Χώρες ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ομοίως, η προθεσμία διακόπτεται αν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει τη χορήγηση πιστοποιητικού ολλανδικής ιθαγένειας, ολλανδικού ταξιδιωτικού εγγράφου (διαβατηρίου) ή ολλανδικού δελτίου ταυτότητας. Από τη χορήγηση ενός εκ των εγγράφων αυτών αρχίζει νέα δεκαετής προθεσμία.

Εκδικάζοντας τις διαφορές αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) διερωτάται ως προς τη διακριτική ευχέρεια που τα κράτη μέλη έχουν όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων απώλειας της ιθαγένειας και υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα επί του ζητήματος αυτού. Συγκεκριμένα, ερωτά αν η αυτοδίκαιη απώλεια της ολλανδικής ιθαγένειας, η οποία έχει επίσης ως αποτέλεσμα την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης.

Στις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Paolo Mengozzi θεωρεί κατ’ αρχάς ότι το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή εν προκειμένω και ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα του ολλανδικού δικαστηρίου. Υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη ΛΕΕ  παρέχει σε κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, το δε Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι η ιδιότητα αυτή αποτελεί θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών. Ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί επίσης ότι η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης δεν περιορίζεται μόνο στους υπηκόους των κρατών μελών οι οποίοι διαμένουν ή βρίσκονται στο έδαφος της Ένωσης. Κατά την άποψή του, τούτο προκύπτει με σαφήνεια από το γεγονός ότι κάθε πολίτης της Ένωσης απολαύει της διπλωματικής και προξενικής προστασίας κάθε κράτους μέλους στο έδαφος χώρας εκτός ΕΕ στην οποία δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια αυτός έχει. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι έχουν επίσης εφαρμογή τα δικαιώματα που εγγυάται ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον σεβασμό της οικογενειακής ζωής και των τέκνων.

Στη συνέχεια, όσον αφορά την κατάσταση των ενηλίκων, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι ο  ολλανδικός νόμος είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης. Κατ’ αρχάς, η στέρηση της ιθαγένειας, την οποία προβλέπει ο επίμαχος ολλανδικός νόμος, επιδιώκει θεμιτό σκοπό. Ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του να καθορίζει τις προϋποθέσεις απόκτησης και απώλειας της ιθαγένειας, έχει την εξουσία να λάβει ως σημείο αφετηρίας την παραδοχή ότι η ιθαγένεια αποτελεί εκδήλωση πραγματικού δεσμού μεταξύ του κράτους αυτού και των υπηκόων του. Δεν είναι παράλογο εθνικός νομοθέτης να επιλέξει, μεταξύ των διαφόρων παραγόντων που μπορούν να καταδείξουν την απώλεια ενός τέτοιου δεσμού, τη συνήθη διαμονή των υπηκόων του στο έδαφος χώρας εκτός ΕΕ για αρκούντως μακρά περίοδο. Ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει συναφώς ότι μια τέτοια επιλογή γίνεται δεκτή σε διεθνές επίπεδο, κατά μείζονα λόγο δε ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται κίνδυνος ανιθαγένειας, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν διπλή ιθαγένεια. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η επίμαχη στέρηση της ιθαγένειας συνιστά αυθαίρετο μέτρο.

Στη συνέχεια, ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ότι ο ολλανδικός νόμος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Κατά την άποψή του, ο έλεγχος αναλογικότητας πρέπει να γίνεται σε αφηρημένο επίπεδο και, εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες και τις ατομικές περιστάσεις, όπως η γνώση της ολλανδικής γλώσσας, οι οποίες μπορούν να καταδείξουν, παρά την τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου για την ολλανδική ιθαγένεια που συνεπάγονται απώλεια της ιθαγένειας, τη διατήρηση δεσμού με τις Κάτω Χώρες. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η απαίτηση όπως υπήκοος κράτους μέλους ανανεώσει, μετά τη λήξη της ισχύος εθνικού διαβατηρίου ή εθνικού δελτίου ταυτότητας, ένα από τα έγγραφα αυτά κάθε άλλο παρά παράλογη και δυσανάλογη είναι.

Όταν Ολλανδός υπήκοος ζητεί, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, τη χορήγηση ενός εκ των εγγράφων αυτών, ο Ολλανδός νομοθέτης τεκμαίρει ότι ο υπήκοος αυτός επιθυμεί να διατηρήσει πραγματικό δεσμό με τις Κάτω Χώρες. Αντιθέτως, όταν ο ενδιαφερόμενος παραλείπει να προβεί στην κίνηση αυτή, ο Ολλανδός νομοθέτης τεκμαίρει ότι ο δεσμός αυτός δεν υφίσταται πλέον. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, τέτοιου είδους τεκμήρια δεν φαίνεται να υπερβαίνουν το αναγκαίο όριο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον Ολλανδό νομοθέτη σκοπού. Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι η απώλεια της ολλανδικής ιθαγένειας είναι αναστρέψιμη.

Αντιθέτως, όσον αφορά την κατάσταση των ανηλίκων, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι ο ολλανδικός νόμος είναι ασύμβατος με το δίκαιο της Ένωσης.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η αυτοτέλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης που έχουν οι ανήλικοι καθώς και η ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου σημαίνουν ότι, κατά την εφαρμογή νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία συνεπάγεται, για τους ανήλικους υπηκόους του κράτους αυτού, την απώλεια της ιθαγένειας καθώς και την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, οι συγκεκριμένοι ανήλικοι πρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια διαδικαστικά και ουσιαστικά δικαιώματα με αυτά που αναγνωρίζονται στους ενηλίκους. Πάντως, τα τέκνα που είναι πολίτες της Ένωσης δεν έχουν τη δυνατότητα να αποτρέψουν την απώλεια της ιθαγένειας ζητώντας τα προβλεπόμενα έγγραφα. Είναι νοητά μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου και την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης που έχουν οι ανήλικοι, όπως ιδίως μια γενική ρήτρα η οποία θα παρείχε στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον αυτό και την ιδιότητα αυτή σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του επίμαχου νόμου και/ή η δυνατότητα που θα παρεχόταν σε Ολλανδούς υπηκόους να προβαίνουν σε κινήσεις οι οποίες διακόπτουν τη δεκαετή προθεσμία μόνο για τα ολλανδικής ιθαγένειας τέκνα τους που είναι πολίτες της Ένωσης. Επιπλέον, το γεγονός ότι ένα τέκνο, όταν ενηλικιωθεί, δύναται υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ανακτήσει την ολλανδική ιθαγένεια δεν μπορεί, από μόνο του, να αντισταθμίσει το γεγονός ότι, όσο ήταν ανήλικο, το τέκνο αυτό ουδέποτε θα έπρεπε να έχει απολέσει την εν λόγω ιθαγένεια αν είχαν δεόντως ληφθεί υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του και η ιδιότητά του ως πολίτη της Ένωσης.

Συνεπώς, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να κρίνει ότι ο ολλανδικός νόμος δεν είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την κατάσταση των ανηλίκων. Επιπλέον, προτείνει να απορριφθεί το αίτημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως να περιορίσει το Δικαστήριο τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως που θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

ΔEE: Το κράτος μέλος καταγωγής πολίτη της Ένωσης υποχρεούται να διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή του συντρόφου του



Με την πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Banger, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι όταν πολίτης της Ένωσης επιστρέφει στο κράτος μέλος καταγωγής του, το κράτος αυτό υποχρεούται να διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή του συντρόφου του, υπηκόου τρίτης χώρας, με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση.

Απόφαση που απορρίπτει αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής του προσώπου αυτού πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Η Rozanne Banger, υπήκοος Νότιας Αφρικής, είναι η σύντροφος του Philip Rado, Βρετανού υπηκόου. Η R. Banger και ο P. Rado συζούσαν από το 2008 έως το 2010 στη Νότια Αφρική, προτού εγκατασταθούν στις Κάτω Χώρες. Η R. Banger έλαβε από τις ολλανδικές αρχές δελτίο διαμονής, ως μέλος της οικογένειας, υπό την ευρεία έννοια, πολίτη της Ένωσης, σύμφωνα με την οδηγία της Ένωσης για την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους.

Η οδηγία αυτή (2004/38/ΕΚ) υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διευκολύνουν την είσοδο και τη διαμονή του συντρόφου πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση, όταν ο πολίτης της Ένωσης μεταβαίνει σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος. Όταν υποβάλλεται σχετική αίτηση από τα πρόσωπα αυτά, τα κράτη μέλη οφείλουν να διενεργούν εκτενή εξέταση της προσωπικής τους κατάστασης και να αιτιολογούν κάθε άρνηση εισόδου ή διαμονής.

Το 2013 η R. Banger και ο P. Rado εγκαταστάθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και η R. Banger υπέβαλε αίτηση χορήγησης δελτίου διαμονής. Ο Secretary of State for the Home Department (Βρετανός Υπουργός Εσωτερικών) απέρριψε την αίτηση της R. Banger, στηριζόμενος στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η ανωτέρω οδηγία. Η νομοθεσία αυτή καθορίζει τα δικαιώματα των μελών της οικογένειας των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι επιστρέφουν στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος. Για να θεωρηθεί μέλος της οικογένειας Βρετανού πολίτη, ο αιτών πρέπει να είναι είτε ο σύζυγος είτε ο καταχωρισμένος σύντροφος του Βρετανού πολίτη. Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής της η R. Banger δεν είχε συνάψει γάμο με τον P. Rado και, ως εκ τούτου, οι βρετανικές αρχές απέρριψαν την αίτησή της.

Η R. Banger άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του Secretary of State. Το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [εφετείο διοικητικών διαφορών (τμήμα μετανάστευσης και ασύλου, Ηνωμένο Βασίλειο] αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας και τις συνέπειες της απόφασης Singh. Κατά τη νομολογία που διαμορφώθηκε σε συνέχεια της απόφασης Singh, όταν πολίτες της Ένωσης επιστρέφουν στο κράτος μέλος καταγωγής τους μετά την άσκηση δικαιώματος διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο πρώτο κράτος και πρέπει να έχουν τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα με αυτά που θα τους αναγνωρίζονταν από το δίκαιο της Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, η υπόθεση Singh αφορούσε τη σύζυγο πολίτη της Ένωσης, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά σύντροφο με τον οποίο δεν έχει συναφθεί γάμος ούτε υφίσταται καταχωρισμένη συμβίωση.

Ως εκ τούτου, το Upper Tribunal ερωτά το Δικαστήριο αν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Singh έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις στις οποίες ο υπήκοος της τρίτης χώρας δεν έχει συνάψει γάμο με τον πολίτη της Ένωσης που επιστρέφει στο κράτος μέλος καταγωγής του. Ερωτά, επίσης, αν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής, όταν η απόφαση αυτή δεν στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και δεν είναι δεόντως ή επαρκώς αιτιολογημένη.

Στη σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο επιβεβαιώνει, καταρχάς, ότι η ανωτέρω οδηγία διέπει αποκλειστικά και μόνο τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολίτη της Ένωσης σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του. Κατά συνέπεια, η οδηγία αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα της R. Banger να γίνει δεκτή από το Ηνωμένο Βασίλειο –το κράτος καταγωγής του συντρόφου της– η ζητηθείσα άδεια διαμονής.

Ωστόσο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία του κατά την οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αναγνωριστεί σε υπηκόους τρίτων χωρών, μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο πολίτης αυτός, βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ (διάταξης που απονέμει απευθείας στους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών). Το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται η νομολογία αυτή είναι ότι ο πολίτης της Ένωσης θα αποτρεπόταν από το να εγκαταλείψει το κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα διαμονής, αν δεν είχε τη βεβαιότητα ότι θα μπορέσει να συνεχίσει στο κράτος μέλος καταγωγής του την οικογενειακή ζωή που θα έχει αναπτυχθεί ή εδραιωθεί με τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος υποδοχής σε περίπτωση πραγματικής διαμονής. Η νομολογία αυτή επιβάλλει να μην είναι οι προϋποθέσεις αναγνώρισης ενός τέτοιου παράγωγου δικαιώματος διαμονής, κατ’ αρχήν, αυστηρότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την οδηγία.

Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης επιβάλλεται η κατ’ αναλογία εφαρμογή της οδηγίας. Η οδηγία κάνει ειδική μνεία στον σύντροφο του πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση, προβλέποντας ότι το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή του προσώπου αυτού. Ως εκ τούτου, το άρθρο 21 ΣΛΕΕ υποχρεώνει το κράτος μέλος του οποίου πολίτης της Ένωσης έχει την ιθαγένεια να διευκολύνει τη χορήγηση άδειας διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας, σύντροφο του πολίτη της Ένωσης, με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση, όταν ο πολίτης της Ένωσης, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, επιστρέφει με τον σύντροφό του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να διαμείνει σε αυτό.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναγνωρίζουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν σταθερή σχέση με πολίτη της Ένωσης, αλλά έχουν απλώς υποχρέωση να επιφυλάσσουν ευνοϊκότερη μεταχείριση στις αιτήσεις που υποβάλλονται από τα πρόσωπα αυτά σε σχέση με αυτή που επιφυλάσσεται στα αιτήματα άλλων υπηκόων τρίτων χωρών.

Εν συνεχεία, δεδομένου ότι η οδηγία εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στην περίπτωση επιστροφής πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος καταγωγής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, μη καταχωρισμένου συντρόφου πολίτη της Ένωσης ο οποίος, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος, επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια.
Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών πρέπει να μπορούν να προσβάλουν με ένδικο βοήθημα την απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής. Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός δικαστής πρέπει να μπορεί να ελέγξει αν η απορριπτική απόφαση στηρίζεται σε στέρεα πραγματική βάση και αν έγιναν σεβαστές οι διαδικαστικές εγγυήσεις.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΠρΠειρ 62/2018: Άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς και δικαιολογημένη απουσία στη χώρα καταγωγής



5. Επειδή το άρθρο 108 του Ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α’ 80) ορίζεται ότι: “Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται άδεια διαμονής πενταετούς διάρκειας κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 88 επ. του παρόντος και υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης γ’ του άρθρου 6 του παρόντος...”. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ίδιου ως άνω νόμου: “... Η διασφάλιση της νομιμότητας της διαμονής για τη “δεύτερη γενιά” αντιμετωπίζεται ως ζήτημα που, πέραν των γενικών επισημάνσεων που αφορούν το σύνολο των μακροχρόνια διαμενόντων αλλοδαπών, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χρήζει ειδικής και ευνοϊκότερης αντιμετώπισης. Και αυτό γιατί στη συντριπτική πλειοψηφία της η “δεύτερη γενιά” έχει ελάχιστη επαφή με τη χώρα προέλευσης των γονέων τους, αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως πατρίδα ή εν πάση περιπτώσει ως τη χώρα στην οποία θα ζήσει αυτή και τα παιδιά της, ενώ η κοινωνική της ένταξη έχει ήδη εν τοις πράγμασι επιτευχθεί σε σημαντικό βαθμό. Με γνώμονα τα ανωτέρω και προκειμένου η “δεύτερη γενιά” να μην παραμένει δέσμια των γενικών διαδικασιών και προϋποθέσεων ανανέωσης των αδειών διαμονής, με συνέπεια να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει τη νομιμότητα της διαμονής της και να εκτεθεί στο ενδεχόμενο της αναγκαστικής απομάκρυνσής της από την Ελλάδα, θεσμοθετείται μια δέσμη μέτρων που λειτουργεί ως προστατευτικό πλαίσιο και διευκολύνει την ενταξιακή της προοπτική...”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να μην ανατραπούν οι δεσμοί που έχουν αναπτύξει οι αλλοδαποί “δεύτερης γενιάς” με τη Χώρα. Συνεπώς, απαιτείται να αποδεικνύεται μόνιμη διαμονή στη Χώρα από την ολοκλήρωση των έξι τάξεων του σχολείου μέχρι την ημερομηνία υποβολής από τον αλλοδαπό της αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής κατά τις διατάξεις για τους αλλοδαπούς “δεύτερης γενιάς”. […]

9. Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη η Διοίκηση ενέμεινε στην αρχική απόφασή της, σύμφωνα με την οποία ο αιτών, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του ν. 4251/2014 για χορήγηση άδειας διαμονής δεύτερης γενιάς, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με το με αριθμ. 55734/24.9.2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, καθόσον δεν υφίστανται πλέον ισχυροί δεσμοί με τη χώρα, διότι απουσίαζε από τη χώρα για χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών, ήτοι από 2.9.2014 έως 20.9.2016, ήτοι για 2 έτη και 18 ημέρες. Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και όπως έχουν ερμηνευθεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4251/2014, παρίσταται ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθώς δεν αιτιολογείται, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, εάν για την εκτίμηση της διακοπής των ισχυρών δεσμών του αιτούντος με τη χώρα, κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας του, λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε, σύμφωνα και με τις αρχές της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το γεγονός ότι ο αιτών αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα ακολουθώντας τους γονείς του στην Αλβανία, λόγω της ανηλικότητάς του και ότι επανήλθε στην Ελλάδα, εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του και ως εκ τούτου η απουσία του από την χώρα ήταν δικαιολογημένη, χωρίς αληθινή πρόθεση του αιτούντος να διακόψει τους δεσμούς του με τη χώρα, η απουσία του δε περιορίζεται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Ενόψει αυτών, ο προαναφερόμενος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αριθμ. πρωτ. …/16.10.2017 απόφαση της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

ΔΠρΑθ 12607/2017: Προϋποθέσεις ένταξης των παλιννοστούντων ομογενών στα προγράμματα κοινωνικής μέριμνας και αποκατάστασης



5. Επειδή, με το άρθρο 1 της Γ4α/Φ.225/161/3-2-1989 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «Ενοποίηση προγραμμάτων οικονομικής ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες» (Β΄ 108), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. δ/τος 162/1973 «Περί μέτρων προστασίας υπερηλίκων και χρονίως πασχόντων ατόμων» (Α΄ 227), ενοποιήθηκαν τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Ενοποιώντας τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης ... εγκρίνουμε την εφαρμογή, από 1.5.89, ενιαίου προγράμματος οικονομικής ενίσχυσης των ατόμων εκείνων με ειδικές ανάγκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, τα οποία είναι ανασφάλιστα ή έμμεσα ασφαλισμένα και λόγω σοβαρής σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ασθένειας ή αναπηρίας είναι ανίκανα, σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος. […] Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της ως άνω κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ότι: «α. Τα ανασφάλιστα ή έμμεσα ασφαλισμένα άτομα δεν θα πρέπει να εμπίπτουν σε κάποιο από τα ειδικά προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες που εφαρμόζουν οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. β. Να μη λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση για τον ίδιο λόγο από το Δημόσιο ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή (ασφαλιστικό οργανισμό - ταμείο κ.λπ.), ίση ή μεγαλύτερη από το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης που προβλέπει η απόφαση αυτή ... γ. Να μην περιθάλπονται, με δαπάνες του Δημοσίου, ως εσωτερικοί ασθενείς ή τρόφιμοι σε Δημόσια Νοσηλευτικά ή Προνοιακά Ιδρύματα, αντίστοιχα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου», στο άρθρο 3 ότι: «Η οικονομική ενίσχυση της απόφασης αυτής χορηγείται: α. Στους Έλληνες που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα. Απουσία στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα μικρότερο των 6 μηνών δεν αποτελεί λόγο διακοπής της οικονομικής ενίσχυσης. β. Στους επαναπατριζόμενους ομογενείς, έστω και εάν έχουν στερηθεί της ελληνικής ιθαγένειας. γ. Στους Κύπριους υπηκόους ελληνικής καταγωγής που κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα. δ. Στους υπηκόους των Κρατών που περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση που κυρώθηκε με το Ν.Δ.4017/59 (ΦΕΚ 246/59 τ.Α΄), εφόσον κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα», στο άρθρο 4 ότι: «Τα άτομα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης αυτής τυγχάνουν οικονομικής ενίσχυσης εφόσον το μηνιαίο ατομικό ή οικογενειακό τους, κατά περίπτωση, εισόδημα δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αριθμ. Γαβ/Φ.32/οικ.3298/24.12.87 (ΦΕΚ 39/88 τ.Β΄) απόφασής μας» και στο άρθρο 5 ότι: « 1. Για την έκδοση της αναγνωριστικής απόφασης καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης πρέπει να προσκομισθούν στην Δ/νση ή το Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου, τα παρακάτω δικαιολογητικά: […] δ. Υπεύθυνη δήλωση του ίδιου του αναπήρου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, (πατέρα, μητέρα, κηδεμόνα), στην οποία θα δηλώνονται τα εξής: (1) Η μόνιμη κατοικία, η σύνθεση και το μηνιαίο εισόδημα της οικογένειας στην οποία θα διαβιώνει το ανάπηρο άτομο με φωτοαντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος της Εφορίας, εφόσον υποβάλλεται φορολογική δήλωση […] 2. Μετά την υποβολή της ανωτέρω έκθεσης και των άλλων δικαιολογητικών που προβλέπονται από την απόφαση αυτή, εκδίδεται αιτιολογημένη εγκριτική ή απορριπτική απόφαση του αρμοδίου Νομάρχη, ύστερα από εισήγηση της Διευθύνσεως ή του Τμήματος Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας ... Τόσο οι εγκριτικές όσο και οι απορριπτικές αποφάσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους». [...] 

7. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 3 περ. β΄ της προαναφερόμενης Γ4α/Φ.225/161/1989 κοινής υπουργικής απόφασης συνάγεται ότι δικαιούχοι της πιο πάνω οικονομικής ενίσχυσης μπορεί να είναι, εκτός από τους Έλληνες, και οι επαναπατριζόμενοι ομογενείς, έστω και εάν έχουν στερηθεί της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή και οι ελληνικής καταγωγής αλλοδαποί που έχουν μεταφέρει τη συνήθη κατοικία τους στην Ελλάδα. Εξ άλλου, ενόψει του ότι δεν προβλέπεται από την ίδια πιο πάνω υπουργική απόφαση η προσκόμιση σχετικού δικαιολογητικού για την απόδειξη του επαναπατρισμού, π. χ. κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο μόνο της 106841/29.12.1982-5.1.1983 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως (Β΄ 1) διαδικασία, επαναπατριζόμενος ομογενής θεωρείται, κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου 3 περ. β΄ της παραπάνω κοινής υπουργικής απόφασης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 51 του Αστικού Κώδικα, ο ελληνικής καταγωγής αλλοδαπός που έχει μεταφέρει τη μόνιμη κατοικία του στην Ελλάδα με την πρόθεση της μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα, χωρίς δηλαδή να είναι απαραίτητο να έχει τηρήσει τη διαδικασία υποβολής αίτησης και έγκρισης του επαναπατρισμού από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές (Δ.Εφ.Αθ. 557/2009, 615/2007, 1172/2002).
10. Επειδή, ο Δήμος Αθηναίων από την πλευρά του ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών προϋπόθεση ένταξης στα προγράμματα κοινωνικής μέριμνας και αποκατάστασης των επαναπατριζόμενων Ελλήνων και παλιννοστούντων ομογενών αποτελεί η χορήγηση θεώρησης από την οικεία Ελληνική Προξενική Αρχή του εξωτερικού με την ένδειξη επαναπατρισμός ή παλιννόστηση αντίστοιχα, η οποία θα συνοδεύεται και από το σχετικό Πιστοποιητικό Μετοικεσίας. Ως εκ τούτου η κατοχή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου (διαβατηρίου με θεώρηση προσωρινής διαμονής, άδειας διαμονής ή ειδικού δελτίου ταυτότητας ομογενούς) και η επίκληση αυτού ως στοιχείου απόδειξης της ιδιότητας του επαναπατριζόμενου ομογενούς, κατά παρέκκλιση της προπεριγραφόμενης διαδικασίας, δεν καθιστά, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της κρίσιμης Υπουργικής Απόφασης, τον κάτοχο των εγγράφων αυτών δικαιούχο της ένδικης οικονομικής ενίσχυσης. [...] 

11. Επειδή, από το σύνολο των στοιχείων που προσκομίζονται προκύπτει ότι η ενάγουσα, κάτοχος ειδικού δελτίου ταυτότητας ομογενούς από την Αλβανία καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα που αφορά το αίτημα της αγωγής, εισήλθε και διέμενε μόνιμα στην Ελλάδα με την οικογένειά της τουλάχιστον από το έτος 2000, όταν και υπέβαλε την αρχική δήλωση απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας στην οποία εξέφραζε την πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα, ενώ συγχρόνως άρχισε να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις από κοινού με τον σύζυγό της ήδη από το οικονομικό έτος 2000 και εφεξής έως το οικονομικό έτος 2015, τα δε τέκνα αυτής προκύπτει ότι φοιτούσαν σε ελληνικά σχολεία τουλάχιστον από το έτος 2003. Επομένως, εφ’ όσον η ενάγουσα, ερχόμενη στην Ελλάδα με την οικογένειά της, επέδειξε την πιο πάνω συμπεριφορά - αποκτώντας μάλιστα μεταγενεστέρως την ελληνική ιθαγένεια κατ’ αποδοχή σχετικής αίτησης πολιτογράφησης - συνάγεται ότι εκδήλωσε εξ’ αρχής την πρόθεσή της περί μεταφοράς της κύριας κατοικίας της από την Αλβανία στην Ελλάδα ανεξαρτήτως αν τήρησε ή όχι την τυπική διαδικασία επαναπατρισμού της και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην έβδομη σκέψη, επαναπατριζόμενος ομογενής, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 3 περ. β΄ της Γ4α/Φ.225/161/1989 κοινής υπουργικής απόφασης. […] Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τους όρους χορήγησης της ένδικης οικονομικής ενίσχυσης, όπως αυτοί προσδιορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση, κρίνει ότι η ενάγουσα πληρεί όλες τις προϋποθέσεις για να λάβει από το Δήμο Αθηναίων την προβλεπόμενη από τις διατάξεις της προαναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης οικονομική ενίσχυση και ότι κατόπιν τούτου η άρνηση των τότε αρμοδίων οργάνων της πρώην Νομαρχίας Αθηνών να της χορηγήσουν την ενίσχυση αυτή είναι μη νόμιμη με αποτέλεσμα να δημιουργείται σε βάρος του ήδη υπόχρεου Δήμου Αθηναίων υποχρέωση προς αποζημίωση.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΔΠρΧαλκίδας 83/2018: Πότε θεωρείται ότι η αίτηση θεραπείας υποβλήθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος



3. Επειδή, εξάλλου, κατά γενική αρχή του δικαίου η νομιμότητα της ατομικής διοικητικής πράξης κρίνεται, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης αυτής (πρβλ. ΣτΕ 1982-1984/2005 Ολομ., 4113/2009, 1559/2012, 930/2014, 1345/2015, 2244/2017 κ.ά.) ή, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης, με το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της σχετικής απορριπτικής πράξης και όχι σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς του χρόνου υποβολής της σχετικής αίτησης από τον διοικούμενο (πρβλ. ΣτΕ 710/2015, 2133/2003, 5755/1996, 2984/1983, 1125/1981).

6. Επειδή, όπως έγινε ανωτέρω δεκτό, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης, η νομιμότητα της ατομικής διοικητικής πράξης κρίνεται με βάση το καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της απορριπτικής πράξης και όχι σύμφωνα με αυτό που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης από τον διοικούμενο. Όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση θεραπείας του αιτούντος κατά της 26632/23.12.2008 απόφασης, απορριπτικής επί αιτήματος αυτού περί χορήγησης άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 91 παρ. 11 του ν. 3386/2005, λόγω του ότι κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησής του (14.11.2005) υφίστατο καταχώριση αυτού στον κατάλογο ανεπιθυμήτων αλλοδαπών. Ωστόσο, δοθέντος ότι κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω απόφασης ο αιτών είχε ήδη (από 20.7.2008) διαγραφεί από τον προαναφερόμενο κατάλογο, η άρνηση χορήγησης άδειας διαμονής σε αυτόν εξαιτίας της καταχώρισής του στον εν λόγω κατάλογο είναι μη νόμιμη. Το γεγονός δε ότι μέχρι το χρόνο έκδοσης της ως άνω απόφασης η Διοίκηση δεν γνώριζε τη διαγραφή του αιτούντος από τον κατάλογο ανεπιθυμήτων, ούτε της γνωστοποιήθηκε τούτο από τον τελευταίο, παρά την κλήση αυτού επανειλημμένως σε ακρόαση, δεν αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω απόφασης, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την από 11.11.2016 έκθεση απόψεων της Διοίκησης. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση θεραπείας του αιτούντος κατά της ως άνω απόφασης λόγω του ότι κατά το χρόνο υποβολής του με αριθ. πρωτ. …/14.11.2005 αιτήματός του ήταν εγγεγραμμένος στον Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών, πρέπει να ακυρωθεί λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, όπως βασίμως προβάλλεται από τον αιτούντα, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος με την προμνησθείσα έκθεση απόψεων της Διοίκησης ισχυρισμός, ότι η ανωτέρω αίτηση θεραπείας του αιτούντος ήταν απορριπτέα και εκ του λόγου ότι υποβλήθηκε μετά την παρέλευση κάθε εύλογου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της …/23.12.2008 απορριπτικής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι δεν προκύπτει ο χρόνος επίδοσης της τελευταίας απόφασης στον αιτούντα. Σε κάθε δε περίπτωση, με βάση τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968 η ανάκληση παράνομων διοικητικών πράξεων σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή τους θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου, εν προκειμένω δε η αίτηση θεραπείας του αιτούντος κατατέθηκε στις 26.10.2010, ήτοι προ της παρόδου διετίας από την έκδοση αμφοτέρων των προσβληθεισών με αυτήν πράξεων και, ως εκ τούτου, ήταν δυνατό να χωρήσει η ανάκληση αυτών. Ενόψει δε των ανωτέρω, ομοίως μη νόμιμη παρίσταται και η απόρριψη της αίτησης θεραπείας του αιτούντος κατά της συναφούς …/1.10.2009 απόφασης του Γ.Γ.Π. Στερεάς Ελλάδας απόφασης που έχει ως αιτιολογικό έρεισμά της την έλλειψη της προβλεπόμενης από το νόμο προϋπόθεσης της κατοχής προγενέστερης ισχυρής άδειας διαμονής.


Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *