Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Εγγρ ΟΑΕΔ 51777/2017: Σχετικά με την έκδοση κάρτας ανεργίας σε εγκύους, αστέγους και αιτούντες άσυλο


Με το παρόν έγγραφο παρέχονται οδηγίες για την εγγραφή των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ. Το έγγραφο αναφέρει επίσης τα απαραίτητα έγγραφα που πρέπει να προσκομιστούν από άτομα που ζητούν εγγραφή στο ΟΑΕΔ ως άνεργοι.

Μεταξύ άλλων, το έγγραφο καταλήγει ότι οι πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο και άστεγοι δεν δύνανται να εγγραφούν στα μητρώα ανέργων εφόσον δεν προσκομίζουν κάποιο από τα αναφερόμενα δικαιολογητικά μεταξύ των οποίων λογαριασμό ΔΕΚΟ ή εταιρείας κινητής τηλεφωνίας ή συμφωνητικό μίσθωσης που να βεβαιώνει την κατοικία του ενδιαφερομένου


Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Γιατί η συμφωνία με τη Γερμανία για τις ποσοστώσεις στην οικογενειακή επανένωση παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο


Με χθεσινή της ανακοίνωση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι πράγματι υφίσταται άτυπη συμφωνία Ελλάδας-Γερμανίας αναφορικά με τις οικογενειακές επανενώσεις προσφύγων. Παράλληλα, επεσήμανε ότι κατά την αντίληψη της η συμφωνία αυτή δεν περιορίζει τις οικογενειακές επανενώσεις.

Ειδικότερα, η Επιτροπή απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκου Ανδρουλάκη αναφέρει συγκεκριμένα ότι «Σύμφωνα με τις ανεπίσημες πληροφορίες που έχει λάβει η Επιτροπή, οι Υπουργοί της Ελλάδας και της Γερμανίας συμφώνησαν ότι η Γερμανία δέχεται 70 άτομα μηνιαίως μέσω της μεταφοράς βάσει της διαδικασίας του Δουβλίνου. Πρόκειται ιδίως για άτομα που έπρεπε να έχουν μεταφερθεί μέχρι τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2017. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι τα δύο κράτη μέλη δεν περιορίζουν αυτή καθαυτή την οικογενειακή επανένωση δυνάμει του κανονισμού του Δουβλίνου, αλλά ότι έχουν συμφωνήσει, για υλικοτεχνικούς λόγους, να παρατείνουν τη χρονική διάρκεια κατά την οποία τα άτομα αυτά μεταφέρονται κανονικά στη Γερμανία».

Δυστυχώς, η Επιτροπή συνειδητά αποφασίζει να κλείσει το μάτι στην σημαντική παραβίαση του ενωσιακού δικαίου που συνεπάγεται η εν λόγω συμφωνία.

Γιατί η συμφωνία Γερμανίας Ελλάδας για τις ποσοστώσεις στην οικογενειακή επανένωση παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο;

Πρώτον, Γερμανία και Ελλάδα δεν αποφάσισαν απλά να ρυθμίσουν κάποια πρακτικά ζητήματα εφαρμογής μεταφοράς αιτούντων βάσει Δουβλίνου. Αντίθετα, αποφάσισαν από κοινού και συνειδητά να μην τηρήσουν εκ των προτέρων τις προθεσμίες και τους όρους που θέτει ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ. Κατ' αυτό τον τρόπο όμως αφαιρούν από μια νομική πράξη της ΕΕ την πρακτική της αποτελεσματικότητα, κάτι που το ΔΕΕ έχει πολλάκις κρίνει ως αντίθετο στο ενωσιακό δίκαιο.

Το Δουβλίνο ΙΙΙ επέφερε πληθώρα τροποποιήσεων στο προγενέστερο καθεστώς (το οποίο ρύθμιζε ο κανονισμός Δουβλίνο II) προκειμένου να χορηγηθεί ενισχυμένη προστασία στους μεμονωμένους αιτούντες. Υπό την έννοια αυτή ο Κανονισμός δεν εισάγει μόνο υποχρεώσεις για τους αιτούντες αλλά τους παρέχει και ορισμένα δικαιώματα. Μεταξύ άλλων, εισάγει ορισμένες θετικές υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη να σέβονται την οικογενειακή ενότητα κατά την εξέταση αιτημάτων ασύλου. Παράλληλα, ο Κανονισμός εισάγει συγκεκριμένες προθεσμίες ώστε να διασφαλίζεται η ταχεία διεκπεραίωση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και η αποτροπή καταστάσεων στις οποίες ο αιτών διεθνή προστασία παραμένει «μετέωρος», χωρίς να καθορίζεται κάποιο κράτος μέλος ως υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του.

Η σημαντική καθυστέρηση οικογενειακής επανένωσης των αιτούντων με συγγενείς τους στη Γερμανία όχι μόνο παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, αλλά αφήνει αυτούς μετέωρους να περιμένουν για μήνες έως και χρόνια πότε θα επανενωθούν με τους συγγενείς του και θα εξεταστεί η αίτηση ασύλου τους, εν αντιθέσει προς τους σκοπούς του Κανονισμού.


Δυστυχώς, τα ζητήματα της μετανάστευσης το τελευταίο διάστημα ολοένα και περισσότερο κινούνται στο περιθώριο του δικαίου. Μη εφαρμογή δεσμευτικών νομικών πράξεων της ΕΕ κατά τη διαχείριση της «προσφυγικής κρίσης», συμφωνίες μεταμφιεσμένες σε κοινά ανακοινωθέντα και δελτία τύπου, με αδιαφάνεια και έλλειψη λογοδοσίας. Πολλά ίσως θα ήταν διαφορετικά αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως θεματοφύλακας του ενωσιακού δικαίου είχε κρατήσει μια διαφορετική στάση.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Αναπομπή υπόθεσης ασύλου στον πρώτο βαθμό λόγω διαδικαστικών πλημμελειών: Σκέψεις με αφορμή την αριθμ 10765/2017 απόφαση της 8ης Επιτροπής Προσφυγών


Με την υπ’ αριθμ. 10765/2017  απόφαση της 8ης  Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 5 του Ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51) ακυρώθηκε απόφαση του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου Κορίνθου λόγω σοβαρών πλημμελειών της πρωτοβάθμιας συνέντευξης του προσφεύγοντος και αναπέμφθηκε η υπόθεση εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί νέα συνέντευξη που να πληροί τους όρους του νόμου.

Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε από το οικείο πρακτικό της συνέντευξης ότι υπήρξε δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ της χειρίστριας και του διερμηνέα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Υποστήριξης Ασύλου (EASO) με σκοπό να αποδίδονται με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της ως άνω συνέντευξης, όπως ορίζει ο νόμος. Συγκεκριμένα, στο πρακτικό της συνέντευξης αναφερόταν ότι πραγματοποιήθηκε διάλειμμα γι’ αυτόν το λόγο, ωστόσο, στη συνέχεια, συνεχίστηκε η συνέντευξη του προσφεύγοντος, χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του προσφεύγοντος ότι πραγματοποιήθηκε κάποια αλλαγή είτε στον διερμηνέα του EASO είτε στη χειρίστρια της Υπηρεσίας Ασύλου ώστε να θεραπευθεί η δυσκολία επικοινωνίας. Με βάση τα δεδομένα αυτά η Επιτροπή έκρινε ότι υφίσταται βλάβη του προσφεύγοντος καθώς προκύπτει από τα παραπάνω ότι δεν αποδόθηκαν με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του στο πρακτικό της ως άνω συνέντευξής του στον α’ βαθμό, όπως απαιτεί ο νόμος, ούτε του δόθηκε η «κατάλληλη ευκαιρία για να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την κατά το δυνατόν πλήρη τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας» του, κατά παράβαση του άρθρου 52 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 4375/2016. Για το λόγο αυτό ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί εκ νέου συνέντευξη του προσφεύγοντος.

Στις παρακάτω γραμμές θα επιχειρηθεί να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή Προσφυγών αντί να αναπέμψει την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο όργανο, όφειλε να καλέσει τον προσφεύγοντα αλλοδαπό σε προφορική ακρόαση ενώπιον της. Οίκοθεν νοείται ότι οι ακόλουθες σκέψεις αφορούν στην αναπομπή της υπόθεσης καθ’ αυτής στον πρώτο βαθμό και όχι στην ουσιαστική κρίση της Επιτροπής αν δλδ πράγματι η πρωτοβάθμια συνέντευξη πληρούσε ή όχι τους όρους του νόμου.

Οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 5 του Ν. 4375/2016 (με τη συμμετοχή δύο δικαστικών λειτουργών και ενός μέλους υποδεικνυόμενου από την Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους πρόσφυγες) αποτελούν έναν νεοπαγή θεσμό μικτού χαρακτήρα, με διοικητική καταρχήν ταυτότητα, αλλά με έντονα δικαιοδοτική λειτουργία, που εισήχθη στο ελληνικό δίκαιο στο πλαίσιο ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και συγκεκριμένα του άρθρου 46 αυτής το οποίο καλεί τα κράτη να παράσχουν αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα στους αιτούντες άσυλο[1].

Εντούτοις, οι Επιτροπές αυτές, παρά τον οιονεί δικαιοδοτικό τους χαρακτήρα[2],  εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της Διοίκησης, οι δε αποφάσεις τους που εκδίδονται κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής του ενδιαφερομένου και εξέτασης της υπόθεσης τόσο κατά το νομικό όσο και το ουσιαστικό τους μέρος, αποτελούν διοικητικές πράξεις και όχι «δικαστικές αποφάσεις». Συνεπώς, η αντιμετώπισή του συγκεκριμένου ζητήματος περί αναπομπής ή μη της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο όργανο προϋποθέτει την εξέτασή του και την ένταξή του στο θεσμοθετημένο σύστημα ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου οι τυπικές διοικητικές προσφυγές και ιδίως η ενδικοφανής προσφυγή κατέχουν κεντρική θέση.

Υπενθυμίζεται ότι κατά γενική παραδοχή, τρεις είναι οι βασικές λειτουργίες που επιτελεί η ενδικοφανής προσφυγή: 1) ο αυτοέλεγχος της Διοίκησης και η διόρθωση των πλημμελειών των πράξεων της από την ίδια 2) η πληρέστερη, οικονομικότερη και απλούστερη έννομη προστασία του διοικουμένου, αφού η Διοίκηση έχει εξ ορισμού περισσότερες δυνατότητες επέμβασης στην πράξη της από τον δικαστή, ιδίως τον ακυρωτικό αλλά και τον δικαστή της ουσίας 3) η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, καθόσον η διαφορά είτε επιλύεται σε διοικητικό επίπεδο, είτε ο διοικούμενος πείθεται για την ορθότητα της απόφασής της ή για την έλλειψη πιθανοτήτων ευδοκίμησης τυχόν ενδίκου βοηθήματος, είτε η υπόθεση φθάνει ενώπιον του δικαστή εκκαθαρισμένη κατά το νομικό και πραγματικό μέρος της, τουλάχιστον δε απαλλαγμένη από τυπικά ελαττώματα, όπως αναρμοδιότητα και έλλειψη αιτιολογίας[3].

Ενόψει αυτών, γίνεται δεκτό αναφορικά με την εξουσία της αρμόδιας διοικητικής αρχής σε περίπτωση αποδοχής της ενδικοφανούς προσφυγής, ότι η αποδοχή της ενδικοφανούς προσφυγής μπορεί να συνεπάγεται είτε τη μεταρρύθμιση αντικατάσταση της αμφισβητούμενης αρχικής πράξης είτε την ακύρωσή της και αναπομπή της για επανάληψη της διαδικασίας[4].

Ειδικότερα, εάν κατά  τον έλεγχο  της αρχικής πράξης, ύστερα από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής,  το δευτεροβάθμιο όργανο  διαπιστώσει  σοβαρά σφάλματα  που βαρύνουν την  έκδοση της  αρχικής πράξης και την καθιστούν παράνομη και τα οποία δεν δύνανται να θεραπευθούν με μόνη την έκδοση νέας απόφασης (όπως π.χ. κακή συγκρότηση, αναρμοδιότητα, παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου), τότε, στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο όργανο πρέπει να έχει την εξουσία ακύρωσης της αμφισβητούμενης πράξης και αναπομπής στο πρωτοβάθμιο όργανο προκειμένου να θεραπευθούν τα τυχόν ελαττώματα και να επαναληφθεί η σχετική διαδικασία.

Ωστόσο, η υποχρέωση αναπομπής του δευτεροβάθμιου στο πρωτοβάθμιο όργανο, υφίσταται υπό δύο αρνητικές προϋποθέσεις, άλλως τεκμαίρεται η θεραπεία του σφάλματος της πρωτοβάθμιας απόφασης. Συγκεκριμένα, αφενός θα πρέπει να μην προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου οργάνου, η τήρηση της οποίας να συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο, αφετέρου για την αναπομπή στο πρωτοβάθμιο όργανο προϋποτίθεται ότι οι πλημμέλειες της  αρχικής πράξης δεν είναι επουσιώδεις αλλά σοβαρές και ουσιώδεις  μη δυνάμενες  να καλυφθούν με  την έκδοση της τελικής απόφασης.

Στην προκείμενη, περίπτωση, οι πλημμέλειες της αρχικής πράξης του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου μπορούν πράγματι να θεωρηθούν σοβαρές και ουσιώδεις, καθόσον πραγματοποιήθηκε συνέντευξη που κατά την κρίση της Επιτροπής δεν πληρούσε τους όρους του νόμου. Πλην, όμως, ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία, η τήρηση της οποίας συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο και θα μπορούσε να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, η διαδικασία ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών είναι κατά κανόνα έγγραφη και η συζήτηση των προσφυγών διενεργείται με βάση τα στοιχεία του φακέλου, ενώ ο νόμος προβλέπει επίσης, συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου η κλήση σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής είναι υποχρεωτική για το δευτεροβάθμιο όργανο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση όπου ανακύπτουν ζητήματα ή αμφιβολίες ως προς την πληρότητα της συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε κατά τον πρώτο βαθμό εξέτασης. Ανεξαρτήτως αυτού, η Επιτροπή διατηρεί σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να καλέσει σε προφορική ακρόαση τον προσφεύγοντα, κατά τη διακριτικής της ευχέρεια -πέραν των ως άνω  προβλεπόμενων περιπτώσεων όπου η κλήση είναι υποχρεωτική- και οσάκις κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να διαμορφώσει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, η Επιτροπή έπρεπε, εφόσον διαπίστωσε τις συγκεκριμένες πλημμέλειες της πρωτοβάθμιας συνέντευξης να καλέσει τον προσφεύγοντα αλλοδαπό σε προφορική ακρόαση ενώπιον της. Η δε κλήση σε ακρόαση από την ίδια την Επιτροπή Προσφυγών με τήρηση όλων των εγγυήσεων και τύπων που προβλέπει η οικεία νομοθεσία για την πραγματοποίηση συνεντεύξεων με αιτούντες άσυλο (όπως άλλωστε απαιτεί ρητά νόμος και για και κατά τη διαδικασία συζήτησης των προσφυγών ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών) είναι πρόσφορη και κατάλληλη για να θεραπεύσει της πλημμέλειες της πρωτοβάθμιας διαδικασίας και να διαφυλάξει τα δικαιώματα του προσφεύγοντος αλλοδαπού. Άλλωστε, από την ίδια τη συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προκύπτει ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης απαιτεί κατά κανόνα την πραγματοποίηση μίας τουλάχιστον συνέντευξης με τον αιτούντα διεθνή προστασία που θα του παρέχει τη δυνατότητα να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους για τους οποίους κινδυνεύει να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής (ή συνήθους διαμονής του σε περίπτωση ανιθαγενών) και για τους οποίους θα πρέπει να αναγνωριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

Η εδώ υποστηριζόμενη λύση είναι, επίσης, συμβατή με τον νόμιμο σκοπό της ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας σε εύλογο χρόνο και για πληρέστερη, οικονομικότερη και απλούστερη έννομη προστασία του διοικουμένου. Αυτός ήταν, άλλωστε ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης με το ν. 4375/2016 με προφανή σκοπό την απλούστευση των διαδικασιών και την ταχεία εξέταση των αιτημάτων ασύλου κατήργησε την υποχρέωση αναπομπής υποθέσεων στο πρώτο βαθμό, που προβλεπόταν υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς (πδ 113/2013) οσάκις αυτές είχαν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό ως απαράδεκτες και εν συνεχεία γίνονταν δεκτές από τις Επιτροπές Προσφυγών προκειμένου να λάβει χώρα κατ’ ουσίαν εξέταση[5].

Αντίθετα, η λύση που προκρίθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση από την Επιτροπή Προσφυγών ενέχει τον κίνδυνο η διοικητική διαδικασία να καταστεί ατέρμονη και να διαιωνίζεται η εξέταση ενός αιτήματος διεθνούς προστασίας, με δυσμενείς συνέπειες τόσο για τον ενδιαφερόμενο όσο και για την ίδια τη Διοίκηση. Τούτο διότι μετά την αναπομπή της υπόθεσης εκ νέου στον πρώτο βαθμό και την επανάληψη της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, θα εκδοθεί νέα απόφαση από το Αυτοτελές Κλιμάκιο Ασύλου, κατά της οποίας ο ενδιαφερόμενος θα μπορεί να προσφύγει εκ νέου ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών. Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν παραδείγματος χάρη διαπιστωθεί νέα παρανομία της απόφασης που θα εκδοθεί μετ’ αναπομπή; Θα πρέπει και πάλι το δευτεροβάθμιο όργανο να αναπέμψει την υπόθεση στον πρώτο βαθμό, καθιστώντας τη διαδικασία και πάλι εκκρεμή; Προκειμένου, λοιπόν, αφενός να ολοκληρωθεί η εξέταση του αιτήματος και αφετέρου να θεραπευτούν οι πλημμέλειες και να προστατευτούν τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου η Επιτροπή θα έπρεπε να καλέσει σε συνέντευξη του προσφεύγοντος ενώπιον της και να παράσχει την ευκαιρία σε αυτόν να αναπτύξει κατάλληλα το σύνολο των ισχυρισμών του.

Τέλος, η εδώ υποστηριζόμενη ερμηνευτική εκδοχή δεν παραβιάζει το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή, που κατοχυρώνουν τα άρθρα 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)» και 13 της ΕΣΔΑ. Η εν λόγω Οδηγία, μιλάει για δικαίωμα πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής, δηλαδή για επανεξέταση της υπόθεσης σε νομικό και ουσιαστικό επίπεδο[6]. Η έννοια του πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου εμπνέεται από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος με τη σειρά του βασίζεται στο άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ)[7]. Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) η διάταξη αυτή (13 ΕΣΔΑ) εγγυάται την ύπαρξη στο εθνικό δίκαιο μίας προσφυγής που επιτρέπει σε κάποιον να επικαλεστεί τα δικαιώματα και τις ελευθερίες της Σύμβασης (μεταξύ άλλων το δικαίωμα να μην απελαθεί κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε χώρα όπου αυτός κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ή κατά παράβαση του άρθρου 2 της Σύμβασης)[8]. Επιπλέον, μπορεί να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 13 το σύνολο των προσφυγών που προσφέρει το εθνικό δίκαιο, ακόμα και αν καμία από αυτές δεν ανταποκρίνεται εξολοκλήρου από μόνη της[9]

Η υποχρέωση αυτή της Ελλάδας να κατοχυρώσει το δικαίωμα του αιτούντος άσυλο σε πραγματική προσφυγή, βάσει της Οδηγίας διασφαλίζεται καταρχήν μέσα από την καθιέρωση της διαδικασίας εξέτασης ενδικοφανούς προσφυγής από τις Επιτροπές Προσφυγών, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα δυνατότητα του ενδιαφερομένου να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα της αιτήσεως ακυρώσεως και αναστολής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου κατά των αποφάσεων των Επιτροπών, δηλαδή από το σύνολο των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει στην προκειμένη περίπτωση το ελληνικό δίκαιο[10].

Κατ’ επέκταση, στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή του προσφεύγοντος διασφαλίζεται από την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Επιτροπής, όπου θα διαπιστώνεται η πλημμέλεια της πρωτοβάθμιας απόφασης και θα παρέχεται εκ νέου η κατάλληλα ευκαιρία στον προσφεύγοντα, δια προφορικής του ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής, να παρουσιάσει διεξοδικά τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς του σε συνδυασμό με τη μετέπειτα δυνατότητά του να αμφισβητήσει την κρίση της Επιτροπής επί του αιτήματός του ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου (διοικητικό εφετείο σε πρώτο βαθμό και κατ’ έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας) δίχως να τίθεται κάποιο ζήτημα συμβατότητας της διαδικασίας προς το οικείο ενωσιακό δίκαιο.






[1] Ε.Πουλαράκης, Οι Επιτροπές Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Προς ένα νέο πρότυπο επίλυσης των διοικητικών διαφορών; ΔιΔικ 2015, σελ. 174 επ.
[2] Βλ. ΣτΕ Ολ. 1237-8/2017 με τις οποίες κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα η Συμμετοχή Δικαστικών Λειτουργών ΤΔΔ στις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών και ΔΕΕ, απόφ. 31.01.2013, C-175/11, H.I.D., B.A./Refugee Applications Commissioner, Refugee Appeals Tribunal, Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General (Προδικαστικό ερώτημα).
[3] Βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, Οι ενδικοφανείς προσφυγές ως μέσον επιτάχυνσης της διοικητικής           δίκης, ΘΠΔΔ 2013, σελ. 194.
[4] Βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις ω προς τις υποχρεωτικές διοικητικές προσφυγές στο γαλλικό δίκαιο, ΕΔΚΑ 2007 σελ. 185.
[5] Βλ. άρθρα 18 και 26 παρ. 6 ΠΔ 113/2013, σε συνδυασμό. 
[6] Η εν λόγω προσφυγή προβλέπεται ότι ασκείται ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου δικαιοδοτικού οργάνου (before a court or tribunal, κατά το αγγλικό κείμενο, devant une juridiction κατά το γαλλικό κείμενο της Οδηγίας) και όχι «αποκλειστικά» ενώπιον δικαστηρίου κατά την απόδοση στα ελληνικά της σχετικής διάταξης της Οδηγίας.
[7] Βλ. σχετικά Αιτιολογική Έκθεση στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις ελάχιστες προδιαγραφές, ό.π.
[8] Η αποτελεσματικότητα μιας προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 13 δεν εξαρτάται από την βεβαιότητα της ευνοϊκής έκβασης για τον προσφεύγοντα. Για να είναι πραγματική η προσφυγή που απαιτείται από το άρθρο 13 πρέπει να είναι διαθέσιμη από νομικής και πρακτικής άποψης, υπό την έννοια ειδικά ότι η άσκησή της δεν πρέπει να παρεμποδίζεται αναιτιολόγητα από πράξεις ή παραλείψεις των  αρχών του καθού η προσφυγή κράτους (Αντί άλλων ΕΔΔΑ Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, 30696/09, απόφ. 21.1.2011, σκ. 288-291) και να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, ήδη δια της υποβολής αυτού (ΕΔΔΑ, Jabari κατά Τουρκίας, 40035/98, απόφ. 11.07.2000, σκ. 50, Čοnka κατά Βελγίου, 51564/99, απόφ. 5.2.2002, σκ. 79, Gebremedhin κατά Γαλλίας, 25389/05, απόφ. 26.04.2007, σκ. 58 και 66, Muminov κατά Ρωσίας, 42502/06, απόφ. 11.12.2008, σκ. 101).
[9] ΕΔΔΑ Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, ό.π. Βλ. και 27η αιτιολογική σκέψη στην Οδηγία 2005/85/ΕΚ, όπου προβλέπεται ρητά ότι «Το κατά πόσον η προσφυγή είναι αποτελεσματική, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εξέταση των σχετικών γεγονότων, εξαρτάται από το διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό κάθε κράτους μέλους ως σύνολο».
[10] Ε. Πουλαράκης, Οι Επιτροπές Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Προς ένα νέο πρότυπο επίλυσης των διοικητικών διαφορών; ό.π. 

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

ΑποφΥπΜετανΠολιτικής 24146/2017: Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Υποδοχής


Με την παρούσα Απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής μεταβιβάζονται στον Γενικό Γραμματέα Υποδοχής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής η άσκηση αρμοδιοτήτων, σε συγκεκριμένα θέματα της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου του άρθρου 8 του ν. 4375/2016, όπως ισχύει και της Διεύθυνσης Υποδοχής του άρθρου 27 του ν. 4375/2016, όπως ισχύει.


Διαβάστε το πλήρες κείμενο

ΔΕΕ Τμ Μειζ Συνθ: Η Κροατία είναι υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου των προσώπων που διέβησαν τα σύνορά της μαζικά κατά τη μεταναστευτική κρίση του 2015-2016


Το 2016, ένας Σύρος υπήκοος και τα μέλη δύο αφγανικών οικογενειών διέβησαν τα σύνορα μεταξύ Κροατίας και Σερβίας, παρότι δεν διέθεταν την κατάλληλη θεώρηση. Οι κροατικές αρχές οργάνωσαν τη μεταφορά των προσώπων αυτών έως τα κροατο-σλοβενικά σύνορα με σκοπό να τα βοηθήσουν να μεταβούν σε άλλα κράτη μέλη προκειμένου να υποβάλουν εκεί αιτήσεις διεθνούς προστασίας.

Ο Σύρος υπήκοος υπέβαλε στη συνέχεια τέτοια αίτηση στη Σλοβενία, ενώ τα μέλη των αφγανικών οικογενειών έπραξαν το ίδιο στην Αυστρία. Εντούτοις, τόσο η Σλοβενία όσο και η Αυστρία έκριναν ότι, στο μέτρο που οι αιτούντες είχαν εισέλθει παράνομα στην Κροατία, κατά τον κανονισμό Δουβλίνο III, αρμόδιες για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας των προσώπων αυτών ήταν οι αρχές του κράτους μέλους αυτού.

Με τις αποφάσεις που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι, κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο III, θεώρηση είναι η «άδεια ή η απόφαση κράτους μέλους που απαιτείται με σκοπό τη διέλευση ή την είσοδο» στην επικράτεια του κράτους μέλους αυτού ή στην επικράτεια περισσότερων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, αφενός, η έννοια της θεώρησης παραπέμπει σε πράξη που εκδίδεται επισήμως από εθνική διοίκηση και όχι σε απλή ανοχή και, αφετέρου, η θεώρηση δεν συγχέεται με την εισδοχή στην επικράτεια κράτους μέλους, δεδομένου ότι η θεώρηση απαιτείται ακριβώς προκειμένου να επιτραπεί η εισδοχή αυτή.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εισδοχή στην επικράτεια κράτους μέλους ενός υπηκόου χώρας εκτός ΕΕ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί θεώρηση, ακόμη και αν η εισδοχή αυτή οφείλεται στη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων λόγω της μαζικής εισροής εκτοπισμένων προσώπων στην ΕΕ.

Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η διάβαση συνόρων κατά παράβαση των προϋποθέσεων που επιβάλλει η εφαρμοστέα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος νομοθεσία πρέπει οπωσδήποτε να θεωρείται «παράνομη» κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο III.

Όσον αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, δυνάμει του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, να επιτρέπουν για ανθρωπιστικούς λόγους σε υπηκόους χωρών εκτός ΕΕ οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου να εισέλθουν στην επικράτειά τους, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η άδεια αυτή ισχύει μόνο για την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και όχι για την επικράτεια των λοιπών κρατών μελών

Επομένως, δεν μπορεί να απαλλάσσεται από την ευθύνη αυτή το κράτος μέλος που αποφάσισε, για ανθρωπιστικούς λόγους, να επιτρέψει την είσοδο στην επικράτειά του υπηκόου χώρας εκτός ΕΕ ο οποίος δεν διαθέτει θεώρηση και δεν έχει τύχει απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η έννοια της «παράνομης διάβασης συνόρων» καλύπτει επίσης και την περίπτωση στην οποία κράτος μέλος κάνει δεκτούς στην επικράτειά του υπηκόους χώρας εκτός ΕΕ για ανθρωπιστικούς λόγους και κατά παρέκκλιση των προϋποθέσεων εισόδου που καταρχήν επιβάλλονται στους υπηκόους χωρών εκτός ΕΕ



Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ: Νόμιμο και συμβατό με το δίκαιο της Ε.Ε. το πρόγραμμα relocation προσφύγων


Ως απάντηση στη μεταναστευτική κρίση που έπληξε την Ευρώπη το καλοκαίρι του 2015, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε απόφαση προκειμένου να βοηθήσει την Ιταλία και την Ελλάδα να αντιμετωπίσουν τη μαζική εισροή μεταναστών. Η απόφαση αυτή προβλέπει τη μετεγκατάσταση, εντός περιόδου δύο ετών, 120.000 ατόμων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας από τα δύο αυτά κράτη μέλη προς τα άλλα κράτη μέλη της Ένωσης.

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με βάση το άρθρο 78, παράγραφος, 3, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει: «[ε]φόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους ή των εν λόγω κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».

Η Σλοβακία και η Ουγγαρία, οι οποίες, όπως και η Τσεχική Δημοκρατία και η Ρουμανία, ψήφισαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου κατά της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ζητούν από το Δικαστήριο την ακύρωσή της προβάλλοντας, αφενός, λόγους ακυρώσεως με τους οποίους επιχειρούν να αποδείξουν ότι η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως πάσχει από πλημμέλειες διαδικαστικής φύσεως ή αναγόμενες στην επιλογή ακατάλληλης νομικής βάσεως και ισχυριζόμενες, αφετέρου, ότι η απόφαση αυτή δεν είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης ούτε αναγκαία προς τούτο.

Στις σημερινές προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Yves Bot προτείνει στο Δικαστήριο την απόρριψη των προσφυγών που άσκησαν η Σλοβακία και η Ουγγαρία.

Πρώτον, ο γενικός εισαγγελέας καταρρίπτει το επιχείρημα κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι δεν εκδόθηκε σύμφωνα με τις νομοθετικές διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ και συνεπώς δεν αποτελεί, από τυπικής απόψεως, νομοθετική πράξη στην έννομη τάξη της ΕΕ, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη διότι τροποποιεί πλείονες  νομοθετικές πράξεις της ΕΕ όπως ο κανονισμός Δουβλίνο III. Κατά το επιχείρημα αυτό, η εν λόγω νομοθετική πράξη έπρεπε να εκδοθεί με βάση διάταξη διαφορετική από το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς η τελευταία αυτή διάταξη δεν δύναται να αποτελέσει νομική βάση για νομοθετικές πράξεις.

Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη με βάση το περιεχόμενό της, διότι η Συνθήκη ΛΕΕ
υιοθετεί αμιγώς τυπική προσέγγιση όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ των νομοθετικών και των μη νομοθετικών πράξεων. Ειδικότερα, μόνον οι πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία (συνήθη ή ειδική) μπορούν να θεωρηθούν ως νομοθετικές πράξεις. Επομένως, οι διαδικασίες οι οποίες διεξάγονται κατά τρόπο παρόμοιο με τις ειδικές νομοθετικές διαδικασίες, αλλά δεν χαρακτηρίζονται ρητώς ως τέτοιες στη Συνθήκη ΛΕΕ, όπως η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, πρέπει να θεωρούνται ως μη νομοθετικές διαδικασίες οι οποίες οδηγούν στην έκδοση μη νομοθετικών πράξεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί μη νομοθετική πράξη που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι το άρθρο 78, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων τα οποία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν σαφώς προσδιορισμένη επείγουσα κατάσταση, παρεκκλίνουν κατά τρόπο προσωρινό και σε συγκεκριμένα σημεία από νομοθετικές πράξεις στον τομέα του ασύλου. Ο γενικός εισαγγελέας τονίζει επίσης ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στο Συμβούλιο να εκδίδει κάθε προσωρινό μέτρο το οποίο κρίνει απαραίτητο για την αντιμετώπιση μεταναστευτικής κρίσης. Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι οι επιμέρους και προσωρινές αυτές παρεκκλίσεις δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μόνιμη τροποποίηση των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα του ασύλου, και συνεπώς η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνιστά καταστρατήγηση της νομοθετικής διαδικασίας.

Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι, καθώς η απόφαση αυτή αποτελεί μη νομοθετική πράξη, η έκδοσή της δεν υπέκειτο στις απαιτήσεις σχετικά με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων (δεδομένου ότι οι απαιτήσεις αυτές έχουν εφαρμογή μόνον επί των νομοθετικών πράξεων).

Δεύτερον, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι το κατά χρόνον πεδίο εφαρμογής της επίμαχης αποφάσεως (δηλαδή από τις 25 Σεπτεμβρίου 2015 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2017) είναι σαφώς οριοθετημένο, με συνέπεια να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ο προσωρινός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής.

Τρίτον, ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015, κατά τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίσουν με «συναίνεση» την κατανομή των ατόμων τα οποία έχουν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας, «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών», δεν αντιτίθενται στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το Συμβούλιο. Ειδικότερα, τα συμπεράσματα αυτά αφορούσαν ένα άλλο πρόγραμμα μετεγκατάστασης του οποίου σκοπός ήταν, ως απάντηση στην εισροή μεταναστών που παρατηρήθηκε το 2014 και κατά τους πρώτους μήνες του 2015, η κατανομή 40.000 ατόμων μεταξύ των κρατών μελών. Το πρόγραμμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως 2015/15235 και όχι της αποφάσεως που προσβάλλεται εν προκειμένω.

Τέταρτον, ο γενικός εισαγγελέας απορρίπτει το επιχείρημα κατά το οποίο το Συμβούλιο όφειλε να διαβουλευθεί εκ νέου με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διότι είχε επιφέρει ουσιώδεις τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση αποφάσεως της Επιτροπής, ιδίως καθόσον έλαβε υπόψη του τη βούληση που εξέφρασε η Ουγγαρία να μην συμπεριληφθεί στον κατάλογο των κρατών μελών δικαιούχων του μηχανισμού μετεγκατάστασης και χαρακτήρισε τη χώρα αυτή ως κράτος μέλος μετεγκατάστασης. Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι, καθώς οι τροποποιήσεις αυτές δεν θίγουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του μηχανισμού, δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου επίσημη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο.

Πέμπτον, ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει ότι, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τροποποιήσεις σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφασίσει ομόφωνα, διότι η Επιτροπή δεν αντιτάχθηκε στις τροποποιήσεις αυτές.

Έκτον, ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συμβάλλει αυτομάτως στην άμβλυνση της σημαντικής πίεσης που ασκήθηκε στο ελληνικό και το ιταλικό σύστημα ασύλου συνεπεία της μεταναστευτικής κρίσης του καλοκαιριού του 2015 και, επομένως, είναι κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει.

Στο πλαίσιο αυτό, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μέτρων που προβλέπει η απόφαση αυτή δεν θέτει εν αμφιβόλω την καταλληλότητά της για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς η εν λόγω απόφαση πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεώς της και όχι με βάση αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της. Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι αυτή η περιορισμένη αποτελεσματικότητα εξηγείται από ένα σύνολο στοιχείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η μη εκτέλεση, εν μέρει ή εν όλω, της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ορισμένα κράτη μέλη (όπως η Σλοβακία και η Ουγγαρία), γεγονός που αντιβαίνει στην υποχρέωση αλληλεγγύης και δίκαιης κατανομής των ευθυνών την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα της πολιτικής ασύλου.

Τέλος, έβδομον, ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι, με βάση την προμνημονευθείσα υποχρέωση, το Συμβούλιο δύναται να θεσπίσει προσωρινό μέτρο που σκοπεί στην υποχρεωτική κατανομή, μεταξύ των κρατών μελών, ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης

Διαβάστε περισσότερα 

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

ΔΠρΠειρ 45/2017: Πλημμελώς αιτιολογημένη η άρνηση ανανέωσης ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής


H απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος για την ανανέωση της ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής (Ε.Β.Ν.Δ.), ερείδεται αποκλειστικά στο γεγονός της μη τήρησης των περιοριστικών όρων που του τέθηκαν, ήτοι της μη εμφάνισής του στο Τ.Α. Κορυδαλλού το Α΄ πενθήμερο κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως 2-1-2015, σύμφωνα με όσα βεβαιώνονται στο σχετικό έγγραφο του Διοικητή του Τ.Α. Κορυδαλλού. 

Πλην όμως, από κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι είχαν τεθεί σε βάρος του περιοριστικοί όροι, αντιθέτως σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 445/2013 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άμφισσας, διατάχθηκε στις 5-12-2013 η, άνευ περιοριστικών όρων, απόλυσή του από το Κατάστημα Κράτησης όπου κρατούνταν από 30-11-2010, προκειμένου να εκτελεσθεί η, σε βάρος του, επιβληθείσα δικαστική απέλαση, που διατάχθηκε δυνάμει της υπ΄αριθμ. .../5-3-2013 απόφασης του Α΄ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εφόσον ο αιτών δεν υπείχε υποχρέωση τήρησης περιοριστικών όρων το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως 2-1-2015, η άρνηση της Διοίκησης να του ανανεώσει την αιτηθείσα Ε.Β.Ν.Δ. ερείδεται επί εσφαλμένης πραγματικής προϋπόθεσης και συνεπώς παρίσταται εκ των πραγμάτων αναιτιολόγητη, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από αυτόν. Για το λόγο δε αυτό η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων ακύρωσης.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *