Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ΣτΕ 137/2018: Πρόστιμο σε αεροπορική εταιρεία για μεταφορά αλλοδαπού επιβάτη, κατόχου βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την ανανέωση αδείας παραμονής



2. Επειδή η, κυρωθείσα με τον ν. 2514/1997 (Α΄ 140), Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν ορίζει στο άρθρο 1 ότι, κατά την έννοιά της, ως «αλλοδαπός» νοείται «το πρόσωπο, το οποίο δεν είναι υπήκοος Κράτους Μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», ενώ στο άρθρο 5, όπως αρχικώς ίσχυε, ότι «1. Μπορεί να επιτραπεί η είσοδος στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών, για διαμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, στον αλλοδαπό που εκπληρώνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Είναι κάτοχος έγκυρου εγγράφου ή εγγράφων, επιτρεπόντων τη διέλευση των συνόρων (…). β) Είναι κάτοχος έγκυρης θεωρήσεως, αν αυτή απαιτείται. γ)…» και στο άρθρο 26 ότι «1.…τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εισαγάγουν στην εθνική τους νομοθεσία τους ακόλουθους κανόνες: α….β. Ο μεταφορέας υποχρεούται να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ο αλλοδαπός που μεταφέρεται με εναέρια ή θαλάσσια συγκοινωνία είναι κάτοχος των ταξιδιωτικών εγγράφων που απαιτούνται για την είσοδό του στην επικράτεια των Συμβαλλομένων Μερών. 2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται …να εισαγάγουν κυρώσεις κατά των μεταφορέων που προωθούν από ένα τρίτο κράτος προς το έδαφός τους με εναέρια ή θαλάσσια συγκοινωνία αλλοδαπούς που δεν είναι κάτοχοι των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων. 3 …». Ο Κανονισμός 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 105), ο οποίος, από την έναρξη της ισχύος του στις 13.10.2006 (άρθρο 40) κατήργησε τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 8 της ανωτέρω Συμβάσεως (άρθρο 39 παρ.1) ορίζει, στο άρθρο 2 σημείο 6, ότι ως «υπήκοος τρίτης χώρας» νοείται οποιοσδήποτε δεν είναι υπήκοος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 5 του αυτού άρθρου 2, το οποίο αναφέρεται στους δικαιούχους του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών της Ενώσεως και προβλέπει, περαιτέρω, στο άρθρο 5 παράγραφος 1, τα εξής: «Για παραμονή μικρότερη του τριμήνου ανά εξάμηνο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών οφείλουν να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις εισόδου: α) να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων. β) να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001 (…)», ενώ στο άρθρο 13 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι «1. Η είσοδος στην επικράτεια των κρατών μελών απαγορεύεται στους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων εισόδου, όπως καθορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 (…)». Μεταξύ των Κρατών, οι υπήκοοι των οποίων πρέπει να διαθέτουν θεώρηση εισόδου για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, συγκαταλέγεται, σύμφωνα με το Παράρτημα Ι του Κανονισμού 539/2001 του Συμβουλίου (L 81), η Ρωσία. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του ν.3386/2005 (Α΄ 212) ορίζεται ότι «1. Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος οφείλει να έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. 2.Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές ρυθμίσεις, θεώρηση εισόδου (VISA). 3. H Θεώρηση εισόδου χορηγείται από την προξενική αρχή, στην οποία υπάγεται ο τόπος κατοικίας του υπηκόου τρίτης χώρας…». Στο άρθρο 11 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι «1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας που αιτείται τη χορήγηση άδειας διαμονής στην Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του νόμου αυτού, οφείλει, μετά την είσοδό του στη Χώρα και πριν από τη λήξη της θεώρησης εισόδου… να υποβάλει αίτημα για τη χορήγησή της. 2… 3. Η αρμόδια Διεύθυνση… εφόσον τα απαιτούμενα δικαιολογητικά είναι πλήρη, χορηγούν στον υπήκοο τρίτης χώρας σχετική βεβαίωση κατάθεσης. 4. Ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης της άδειας διαμονής με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και έχει λάβει τη βεβαίωση της προηγούμενης παραγράφου, θεωρείται ότι νομίμως διαμένει στη Χώρα, έως ότου η Διοίκηση αποφανθεί επί του αιτήματός του. Σε περίπτωση έκδοσης απορριπτικής απόφασης, η ανωτέρω βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει», ενώ στο άρθρο 71 παρ.5 του αυτού νόμου ορίζεται ότι «Υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα και εξέρχεται προσωρινά από το ελληνικό έδαφος δικαιούται επανεισόδου, εφόσον η άδεια διαμονής του εξακολουθεί να ισχύει κατά το χρόνο της επανεισόδου του». Τέλος στην παρ.3 του άρθρου 88 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες ή ταξιδιωτικά γραφεία υποχρεούνται να μην δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό για την Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα. Στις αεροπορικές εταιρείες που παραβαίνουν τις παραπάνω υποχρεώσεις επιβάλλεται με απόφαση του αερολιμενάρχη χρηματικό πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000 ευρώ) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο…». […]

5. Επειδή, από το συνδυασμό των παρατιθεμένων στη σκέψη 2 διατάξεων κοινοτικού (βλ. ΣτΕ 22/2009) και εθνικού δικαίου συνάγεται ότι, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η αποδοθείσα στην εφεσίβλητη - αιτούσα παράβαση (15.10.2006), η είσοδος στη χώρα επιτρεπόταν σε όσους αλλοδαπούς διέθεταν, πέραν των άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, και έγκυρη θεώρηση εισόδου, εφόσον αυτή απαιτείτο. Υπό τα δεδομένα αυτά, νομίμως επεβλήθη η επίδικη κύρωση στην εφεσίβλητη - αιτούσα αλλοδαπή εταιρεία, εφ’ όσον ο αλλοδαπός, που μετέφερε από τη Ρωσία, όφειλε, κατά τα ανωτέρω, να διαθέτει θεώρηση εισόδου στη χώρα, η δε κατοχή απλώς βεβαιώσεως περί καταθέσεως δικαιολογητικών για την ανανέωση αδείας παραμονής από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι του παρείχε το δικαίωμα επανεισόδου στη χώρα. Δεδομένου δε ότι στην εφεσίβλητη - αιτούσα επεβλήθη το χαμηλότερο προβλεπόμενο, κατά το χρόνο τελέσεως της παραβάσεως, πρόστιμο, ήτοι 15.000 ευρώ, αβασίμως, εν πάση περιπτώσει, προβάλλεται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας για τον λόγο ότι ο επιβάτης διέθετε, πάντως, την προαναφερθείσα βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών και δεν είχε πρόθεση να εισέλθει παρανόμως στη Χώρα.

ΣΗΜ: Βλ. άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. ιζ ν. 4251/2014, σύμφωνα με το οποίο η βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για χορήγηση/ανανέωση άδειας διαμονής δεν παρέχει δικαίωμα κυκλοφορίας εντός του χώρου Schengen. Σε έκτακτες περιστάσεις δύναται να παρέχει δικαίωμα εξόδου του κατόχου της προς άλλη τρίτη χώρα εκτός κρατών - μελών Σένγκεν, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Στην περίπτωση αυτή, τίθεται προθεσμία επιστροφής, μετά την πάροδο της οποίας ο κάτοχος της βεβαίωσης δεν γίνεται πλέον δεκτός στο ελληνικό έδαφος.



Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Η Υπόθεση Των 8 Τούρκων Αιτούντων Άσυλο: Νομικά ζητήματα Εκδόσεως Και Ασύλου



Η Ένωση Ελλήνων Δημοσιολόγων διοργανώνει την Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 16:00  στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών εκδήλωση με θέμα «Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ 8 ΤΟΥΡΚΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ: ΝOMIKA ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΣΥΛΟΥ»

Προεδρία: Ιωάννης Ελ. Κοϊμτζόγλου, Δ.Ν., Δικηγόρος, Μέλος του ΔΣ της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ)

Ομιλητές:

Αθανασία Διονυσοπούλου, Επίκουρη  Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Επιστημονική Συνεργάτης Βουλής των Ελλήνων: «Η απόφαση του Αρείου Πάγου για την μη έκδοση»

Αικατερίνη Κουτσόπουλου, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων: «Η διοικητική διαδικασία και οι λόγοι αποκλεισμού των αιτημάτων ασύλου στην ελληνική έννομη τάξη»

Ηλίας Κουβαράς, Δ.Ν., Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων:  «Η πρώτη απόφαση της επιτροπής ασύλου στην υπόθεση και νομικά ζητήματα διοικητικής δίκης»



Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΑΥ Μεταναστευτικής Πολιτικής: 3385/2018: Κανονισμός λειτουργίας Υπηρεσίας Ασύλου



Δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ η σχετική απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, με την οποία καθορίζεται ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου.

Ο εν λόγω κανονισμός δεσμεύει τους υπαλλήλους και τους εργαζόμενους με κάθε μορφή και είδος σχέσης εργασίας στην Υπηρεσία Ασύλου καθώς και τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και των κρατών-μελών της ΕΕ που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με το νόμο.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο


Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

ΕγκΥπΕργασίας 31547/9662/13.2.2018: Σχετικά με την απόδοση ΑΜΚΑ σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας και αιτούντες άσυλο



Με την παρούσα εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας παρέχονται οδηγίες σχετικά με την απόδοση ΑΜΚΑ σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας και αιτούντες άσυλο.

Μεταξύ άλλων, διευκρινίζεται πλέον ότι προϋπόθεση για την έκδοση του ΑΜΚΑ δεν αποτελεί η ύπαρξη εργασιακής σχέσης ή η παροχή υπηρεσιών ή έργου. Επίσης, αποσαφηνίζεται ότι τα δελτία αιτούντος διεθνή προστασία εμπίπτουν πλήρως στα εκ του νόμου απαιτούμενα στοιχεία ταυτότητας.

Υπενθυμίζεται ότι κατά το παρελθόν οι αρμόδιες υπηρεσίες ζητούσαν συχνά την προσκόμιση σχετικής σύμβασης εργασίας για την απόδοσή ΑΜΚΑ στους πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, γεγονός που είχε προκαλέσει σοβαρές δυσχέρειες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σους ενδιαφερομένους αλλοδαπούς 


ΣτΕ 1006/2016: Ελάχιστη διάρκεια έγγαμης συμβίωσης για τη διατήρηση δικαιώματος προσωποπαγούς διαμονής



5. Επειδή, σύμφωνα […] διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδ. β του ν. 3386/2005, προκειμένου υπήκοος τρίτης χώρας, κάτοχος, δυνάμει του άρθρου 61 του νόμου αυτού, άδειας διαμονής, ως σύζυγος Έλληνα, να διατηρήσει, σε περίπτωση διαζυγίου, προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής στη Χώρα, απαιτείται ως προϋπόθεση, εκτός από την έκδοση απόφασης διαζυγίου, και διάρκεια του γάμου με τον Έλληνα επί τριετία τουλάχιστον. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης υπό το πνεύμα αποφυγής καταστρατήγησης των διατάξεων του νόμου αυτού για την απόκτηση Δελτίου Διαμονής και Δελτίου Μόνιμης Διαμονής, το χρονικό αυτό διάστημα υπολογίζεται επί τη βάσει της πραγματικής τριετούς, κατ’ ελάχιστον, έγγαμης συμβίωσης, και όχι επί τη βάσει της ημερομηνίας εκδόσεως του διαζυγίου. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή στοιχεί προς το γράμμα αλλά και το πνεύμα και των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, των σχετικών με τη χορήγηση/ανανέωση/ανάκληση: α/ της άδειας διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών, μελών οικογένειας Έλληνα [βλ. τη διάταξη της παρ. 5 α του –εντασσομένου συστηματικώς, όπως και το άρθρο 62, στο ίδιο Κεφάλαιο ΙΑ- άρθρου 61, σύμφωνα με την οποία ανακαλείται ή δεν χορηγείται ή δεν ανανεώνεται άδεια διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών, μελών οικογένειας Έλληνα, εφόσον έπαυσαν να διάγουν πραγματικό συζυγικό βίο], και β/ της άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση με αλλοδαπό που κατοικεί νόμιμα στην Ελλάδα [βλ. ειδικώς άρθρο 58: Ανακαλείται ή δεν χορηγείται ή δεν ανανεώνεται άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, εφόσον ο συντηρών και τα μέλη της οικογενείας του έπαυσαν να διάγουν πραγματικό συζυγικό ή οικογενειακό βίο ή εφόσον διαπιστωθεί ότι ο γάμος έχει συναφθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, προκειμένου να αποκτηθεί η άδεια διαμονής· βλ. επίσης άρθρο 60: Πρόσωπα που έχουν γίνει δεκτά για λόγους οικογενειακής συνένωσης, δικαιούνται, σε περίπτωση διαζυγίου, να αποκτήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής στην Ελλάδα, εφόσον ο γάμος διήρκεσε, έως την έναρξη της δίκης έκδοσης διαζυγίου, επί τρία τουλάχιστον έτη]. Αντίστοιχη, τέλος, διατύπωση διαλαμβάνει και το άρθρο 12 του πδ/τος 106/2007 (Α΄135), «Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους» [το οποίο ορίζει ότι τα μέλη της οικογένειας πολίτη της ΕΕ, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους – μέλους, διατηρούν δικαίωμα διαμονής σε προσωπική βάση, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση διαζυγίου, αν ο γάμος τους με πολίτη της ΕΕ που διαμένει στην Ελλάδα διήρκεσε τρία έτη έως την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του διαζυγίου].

6. Επειδή, υπό τα εκτεθέντα στη σκέψη 3 πραγματικά δεδομένα, είναι μη νόμιμη η κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι, εφόσον ο γάμος της εφεσίβλητης διήρκεσε από 1.7.2004 μέχρι την έκδοση, στις 18.2.2008, της δικαστικής αποφάσεως του συναινετικού διαζυγίου, μη νομίμως απορρίφθηκε με την …/1.4.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας το αίτημά της για διατήρηση προσωποπαγούς δικαιώματος διαμονής στη Χώρα, λόγω διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ.1 εδ. β του ν. 3386/2005. Και τούτο διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη ερμηνευτική εκδοχή ότι η τριετής, κατ’ ελάχιστον, διάρκεια του έγγαμου βίου υπολογίζεται από την τέλεση του γάμου μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως του διαζυγίου και δεν απαιτείται για τη συμπλήρωση της τριετίας η πραγματική έγγαμη συμβίωση. Αντιθέτως, εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έπαψε να υφίσταται πραγματική έγγαμη συμβίωση από το χρονικό σημείο της υποβολής της αίτησης συναινετικού διαζυγίου, κατά την ημερομηνία δε αυτή (15.2.2007), κατά την οποία έλαβε χώρα και η πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου (βλ. ΑΚ 1441), δεν είχε συμπληρωθεί η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη τριετία. Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η 308/2014 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος με το οποίο ακυρώθηκε η …/1.4.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο της Επικρατείας χωρεί, κατ’ άρθρο 64 εδ. β΄ του πδ/τος 18/1989, στην εκδίκαση της από 25.6.2010 αιτήσεως ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής.

7. Επειδή, ενόψει των όσων έγιναν ανωτέρω ερμηνευτικώς δεκτά περί την έννοια της διατάξεως του άρθρου 62 παρ.1 εδ. β του ν. 3386/2005, νομίμως απερρίφθη με την προσβαλλόμενη …/1.4.2010 απόφαση το αίτημα της εφεσίβλητης – αιτούσης για διατήρηση προσωποπαγούς δικαιώματος διαμονής στη Χώρα, λόγω διαζυγίου, επί τη βάσει του ανωτέρω άρθρου, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. […]

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕφΑθ 1046/2016: Αλυσιτελής η επίκληση της μη τήρησης των εγγυήσεων για τους ασυνόδευτους ανηλίκους λόγω ενηλικίωσης του αιτούντος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης



5. Επειδή, ο αιτών, ο οποίος ήδη κατά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, με την υπό κρίση αίτηση και το σε ανάπτυξη αυτής υπόμνημα, προβάλλει, καταρχάς, ότι η απόρριψη του επίμαχου αιτήματός του με την προσβαλλόμενη απόφαση χώρησε, αφενός, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δεδομένου ότι στην περίπτωσή του δεν τηρήθηκαν οι προαναφερόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις που θεσπίζει το άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 113/2013 και, αφετέρου, κατά παράβαση νόμου και, συγκεκριμένα, των πιο πάνω άρθρων 11 παρ. 2 και 17 παρ. 11 του ίδιου π.δ. (113/2013), διότι, κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης, δεν αξιολογήθηκε ιδιαιτέρως η ηλικία του και αγνοήθηκαν θεμελιώδεις εγγυήσεις για την προστασία της ανηλικότητάς του. Οι πιο πάνω δε παρατυπίες και παραβάσεις δεν του επέτρεψαν, όπως υποστηρίζει, να εξηγήσει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ήρθε στην Ελλάδα και, συνακόλουθα, να εκθέσει με διαύγεια και συνοχή τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η διεθνής προστασία του ούτε να αναπτύξει ειδικότερους λόγους με την προσφυγή του. Ήδη, δε, με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διατρέχει κίνδυνο δίωξης στην πατρίδα του ή, έστω, κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη συνιστάμενη σε απάνθρωπη-εξευτελιστική μεταχείριση, λόγω συμμετοχής του στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα «παιδιά σε ανέχεια» καθώς, όπως διευκρινίζεται με το υπόμνημά του, και στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα «παιδιά-θύματα εμπορίας ανθρώπων». Συνεπώς, όπως υποστηρίζει, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε το αίτημα υπαγωγής του στο καθεστώς πρόσφυγα ή, έστω, στο καθεστώς επικουρικής προστασίας χωρίς να αντιμετωπίσει τα εν λόγω ζητήματα, μολονότι, κατ’ αυτόν, προέκυπταν από τη συνέντευξή του ενώπιον της Αρχής, δεν είναι αιτιολογημένη.

6. Επειδή, οι προεκτιθέμενοι λόγοι ακύρωσης, τόσο αυτοί που αφορούν στην τήρηση των αναφερόμενων διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων όσο και εκείνοι που αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι συναρτώνται χωρίς εξαίρεση όλοι με το στοιχείο της ανηλικότητας του αιτούντος, πρέπει να απορριφθούν, ανεξάρτητα απ’ οτιδήποτε άλλο, ως αλυσιτελείς, εφόσον ο αιτών, όπως προεκτέθηκε, κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης, είχε ήδη ενηλικιωθεί, εξερχόμενος, έτσι, έκτοτε από την οποιαδήποτε ομάδα στην οποία τυχόν ανήκε με βάση το κοινό χαρακτηριστικό της ηλικίας του. Ενόψει αυτών και εφόσον όσα επικαλέστηκε ο αιτών ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών οργάνων δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν κίνδυνο δίωξης στη χώρα του ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης και, επομένως, την υπαγωγή του στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, αντίστοιχα, νομίμως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το επίδικο αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

ΔΠρΘεσ 423/2017: Η μη προσκόμιση συμπληρωματικών εγγράφων δικαιολογεί απόρριψη άδειας διαμονής μόνον εφόσον τα ζητηθέντα έγγραφα συγκαταλέγονται, μεταξύ των απαραίτητων για την ικανοποίηση του αιτήματός δικαιολογητικών



3. […] Σύμφωνα με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 24 (του ν. 4251/2014), μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν την απόρριψη υποβληθείσας αίτησης χορήγησης άδειας διαμονής περιλαμβάνεται η παράλειψη του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού να ανταποκριθεί, μέσα σε διάστημα δύο μηνών, σε έγγραφη κλήση της αρμόδιας υπηρεσίας για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την αίτησή του. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, όταν η πρόσκληση της υπηρεσίας αφορά την προσκόμιση εγγράφων προς συμπλήρωση της αίτησης του ενδιαφερομένου, η μη προσκόμιση των δικαιολογητικών από τον τελευταίο εντός του προαναφερόμενου διαστήματος δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης αυτής με βάση την περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 24, μόνον εφόσον τα ζητηθέντα έγγραφα συγκαταλέγονται, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ανά κατηγορία αδειών διατάξεις, μεταξύ των απαραίτητων για την ικανοποίηση του αιτήματός του δικαιολογητικών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υφίστατο κίνδυνος καταστρατήγησης, μέσω των ακολουθούμενων πρακτικών της Διοίκησης, των νομοθετικών διατάξεων που καθορίζουν τα απαιτούμενα για τη χορήγηση των αδειών διαμονής δικαιολογητικά. [...]

5.Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης πράξης και ζητά την ακύρωσή της, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι αυτή τυγχάνει ανεπαρκώς αιτιολογημένη, ερειδόμενη αποκλειστικά στη μη προσκόμιση εγγράφου που να αποδεικνύει τη διαγραφή του από τους καταλόγους ανεπιθυμήτων χωρίς να λάβει υπόψη τους επαγγελματικούς και οικογενειακούς δεσμούς του με την Ελλάδα, όπου ζει και εργάζεται επί 15 έτη μαζί με τη σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, τα οποία γεννήθηκαν στη Χώρα και φοιτούν στην ελληνική εκπαίδευση. Ο ισχυρισμός αυτός βασίμως προβάλλεται, διότι η προσβαλλόμενη πράξη, ερειδόμενη αποκλειστικά στην εγγραφή του αιτούντος στους καταλόγους ανεπιθυμήτων αλλοδαπών και στη μη ανταπόκρισή του στην πρόσκληση προσκόμισης εγγράφου περί διαγραφής του από τους εν λόγω καταλόγους, δεν αιτιολογείται επαρκώς. Τούτο δε, καθόσον η εγγραφή στους ως άνω καταλόγους δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την απόρριψη του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, αλλά αποτελεί ένα εκ των κριτηρίων που εξετάζονται σχετικά υπό το καθεστώς του Ν. 4251/2014 (σχετ. το προπαρατεθέν στη μείζονα σκέψη άρθρο 6 του νόμου αυτού), με συνεκτίμηση, υπό το φως και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, πέραν αυτής καθεαυτής της εγγραφής, των λόγων για τους οποίους εχώρησε η εγγραφή αυτή, καθώς και κάθε πρόσφορου στοιχείου αναγόμενου στην όλη προσωπικότητα και συμπεριφορά του αλλοδαπού (πρβλ. ΣτΕ 2146, 655/2011), όπως (και ιδίως) η πολυετής (και πρωτίστως νόμιμη) διαμονή του στη Χώρα, η οικογενειακή κατάστασή του και εν γένει ο βαθμός ενσωμάτωσής του στην ελληνική κοινωνία, κριτήρια, τα οποία ουδόλως εξετάστηκαν εν προκειμένω από τη Διοίκηση. Ούτε, άλλωστε, δικαιολογούνταν η απόρριψη του αιτήματος του ήδη αιτούντος από μόνη την παράλειψή του να ανταποκριθεί στην έγγραφη κλήση (που του εστάλη στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματός του) για προσκόμιση εγγράφου περί διαγραφής του από τους καταλόγους ανεπιθυμήτων καθόσον, ενόψει των προαναφερθέντων και όσων έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, το ζητηθέν έγγραφο δεν συγκαταλέγονταν στα απαραίτητα για τη χορήγηση της αιτηθείσας άδειας δικαιολογητικά. Ως εκ τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα στο σύνολό της ως πλημμελώς αιτιολογημένη, κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της αίτησης ακύρωσης, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων με αυτή αιτιάσεων.

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *