Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Τι θα συνέβαινε άν ο Σνόουντεν υπέβαλε αίτημα ασύλου σε ελληνικό αεροδρόμιο;


Η περίπτωση του πρώην τεχνικού εργαζομένου των αμερικανικών Υπηρεσιών Πληροφοριών, Έντουαρντ Σνόουντεν, ο οποίος καταζητείται από τις ΗΠΑ για κατασκοπεία και έχει καταφύγει στη ζώνη τράνζιτ του αεροδρομίου της Μόσχας, καταθέτοντας παράλληλα αιτήσεις χορήγησης πολιτικού ασύλου σε 21 χώρες, επανέφερε στην επικαιρότητα τα νομικά ζητήματα που συνδέονται με την έννοια του ασύλου και του πολιτικού πρόσφυγα.

Στο παρόν κείμενο αποτυπώνονται πολύ συνοπτικά ορισμένες σκέψεις αναφορικά με το τι θα συνέβαινε στο υποθετικό σενάριο που ο Σνόουντεν εμφανιζόταν στη ζώνη διελεύσεως ελληνικού αεροδρομίου αιτούμενος ασύλου. Οι ακόλουθες σκέψεις αφορούν στη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί και όχι στο ίδιο το περιεχόμενο της κρίσης του υποθετικού αιτήματος επί της ουσίας του, αν δηλαδή θα έπρεπε να χορηγηθεί εν προκειμένω άσυλο εκ μέρους της Ελλάδας. Προτού, ωστόσο, εξεταστεί το εν λόγω υποθετικό σενάριο, χρήσιμο είναι να γίνουν ορισμένες αναγκαίες επισημάνσεις.

Πολιτικό άσυλο[1] είναι το δικαίωμα που παραχωρείται σε έναν αλλοδαπό να εισέλθει και να παραμείνει σε μια χώρα υπό όρους πιο ευνοϊκούς από αυτούς που ισχύουν για τους αλλοδαπούς, κυρίως λόγω της πραγματικής αδυναμίας να διαβιώσει στη χώρα της ιθαγένειάς του. Διακρίνεται αφενός σε εδαφικό άσυλο (territorial asylum), το οποίο παρέχεται στον αλλοδαπό που αφικνείται στα σύνορα και αφετέρου σε διπλωματικό άσυλο (diplomatical asylum), το οποίο παρέχεται στους χώρους της πρεσβείας[2]. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για πολιτικό άσυλο.

Το άσυλο δεν πρέπει να συγχέεται με την ετεροδικία, την immunity from jurisdiction[3], τις διπλωματικές ασυλίες και τα προνόμια, δηλαδή το ειδικό καθεστώς που επιφυλάσσεται σε ορισμένα πρόσωπα από το διεθνές δίκαιο για να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη άσκηση του λειτουργήματος των διπλωματικών και προξενικών αρχών στην χώρα διαπιστεύσεως τους[4].

Τα δύο σημαντικότερα διεθνή νομικά κείμενα[5] που αναφέρονται ρητά στους πρόσφυγες και συνδέονται άμεσα με το θεσμό του πολιτικού ασύλου είναι η Οικουμενική ∆ιακήρυξη των ∆ικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948[6] και η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων.

Συγκεκριμένα, το δικαίωμα του ασύλου περιλαμβάνεται στο άρθρο 14 της Οικουμενικής ∆ιακήρυξης των ∆ικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, σύμφωνα με το οποίο «κάθε άτομο που καταδιώκεται έχει δικαίωμα να ζητά άσυλο και να του παρέχεται άσυλο σε άλλες χώρες».

Περαιτέρω, στο άρθρο 1Α2 της Σύμβασης της Γενεύης, όπως αυτή συμπληρώνεται από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 βρίσκουμε τον ορισμό της έννοιας του πρόσφυγα: «κάθε πρόσωπο το οποίο ..... εκ δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει υπηκοότητα και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να απολαμβάνει της προστασίας της χώρας ταύτης ή εάν δεν έχει κάποια υπηκοότητα και βρίσκεται εκτός της χώρας της συνήθους διαμονής αυτού και δεν μπορεί ή δεν θέλει να επιστρέψει σ ́ αυτήν..». Στη συνέχεια η Σύμβαση αναφέρει τις ρήτρες υπαγωγής, παύσης και αποκλεισμού, αλλά και τα σχετικά με την προσωπική κατάσταση των προσφύγων και το νομικό καθεστώς του πρόσφυγα και την αρχή της μη επαναπροώθησης.

Η υποβολή αίτησης χορήγησης πολιτικού ασύλου δεν συνεπάγεται υποχρέωση αποδοχής του από τις αρχές του Κράτους υποδοχής. Η παροχή πολιτικού ασύλου στο έδαφος ενός Κράτους εντάσσεται στο πλαίσιο της αποφασιστικής του κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, στο κάθε Κράτος επιφυλάσσεται αποκλειστική αρμοδιότητα να παράσχει ή να αρνηθεί την χορήγηση πολιτικού ασύλου[7]. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε «πανηγυρικά» και στη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εδαφικό άσυλο, το 1977, όπου η πλειοψηφία των Κρατών δήλωσε ότι παραμένει κυριαρχικό τους δικαίωμα η χορήγηση πολιτικού ασύλου[8].

Ακριβώς στο σημείο αυτό έγκειται η βασική διαφορά μεταξύ ασύλου και καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα. Η διαφορά αυτή συνίσταται στο ότι το καθεστώς των πολιτικών προσφύγων υπάγεται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση του 1951, ενώ το πολιτικό άσυλο χορηγείται κατ ́ απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Κράτους υποδοχής, ανεξάρτητα αν το πρόσωπο πληροί ή όχι τους προβλεπόμενους συμβατικούς όρους. Η συχνή σύγχυση οφείλεται στο ότι το καθεστώς του πρόσφυγα συνεπάγεται πολιτικό άσυλο, το δε άσυλο προϋποθέτει πρόσφυγα[9]. Στο πλαίσιο αυτό, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Κράτους υποδοχής η εκτίμηση για το αν η προηγηθείσα και εμφιλοχωρήσασα εγκληματική δράση απορροφάται από την αληθή έφεση για φυγή και ελευθερία. Το δε δικαίωμα του Κράτους να παράσχει πολιτικό άσυλο προϋποθέτει μόνον την φυσική άσκηση της εδαφικής κυριαρχίας και δεν απαιτεί περαιτέρω αιτιολογία[10].

Μολονότι στο ισχύον Σύνταγμα μας απουσιάζει ρητή αναφορά στον όρο «πολιτικό άσυλο», εντούτοις η συνταγματική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ αναφέρει ότι «απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού[11] που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας»[12]. Εξάγεται, συνεπώς, από το προαναφερθέν άρθρο ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναφέρεται και στην προστασία των προσφύγων. Πρόκειται για μια διάταξη ζωτικής σημασίας για τους αιτούντες πολιτικό άσυλο στην Ελληνική επικράτεια και εκφράζει την αρχή της διεθνούς αλληλεγγύης στα θέματα της προσωπικής ελευθερίας. Το δικαϊκό πλαίσιο της απαγόρευσης έκδοσης συμπληρώνουν οι διατάξεις του άρθρου 438 περ. γ’ ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την απαγόρευση έκδοσης αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό και του άρθρου 438 περ. ε’ ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η έκδοση αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη που ζητείται η έκδοση. Οι ως άνω διατάξεις του ελληνικού Κ.Π.Δ. όπως γίνεται δεκτό, εφαρμόζονται, εφόσον δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση που να καλύπτει τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν υπάρχει Σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει αυτή ( η Σύμβαση)[13]. Εξάλλου, η χώρα μας έχει κυρώσει πληθώρα διεθνών συμβάσεων διεθνούς προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία αμέσως ή εμμέσως αφορούν και στους πολιτικούς πρόσφυγες, καθώς και τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων[14].

Βάσει λοιπόν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποθετικό σενάριο όπου ο Σνόουντεν εμφανιζόταν στη ζώνη διελεύσεως ελληνικού αεροδρομίου, υποβάλλοντας αίτηση διεθνούς προστασίας[15] προκειμένου να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 ή να τύχει επικουρικής προστασίας[16], οι αρμόδιες αρχές[17] θα όφειλαν να καταγράψουν το σχετικό αίτημα και να το εξετάσουν, και στην περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν είχε ληφθεί εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, τότε θα επιτρεπόταν στον αιτούντα η είσοδος στο έδαφος της χώρας, προκειμένου να εξετασθεί η αίτησή του σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις[18]. Στην περίπτωση απόρριψης του σχετικού αιτήματος, ο αιτών θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Αρχής Προσφυγών (του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη)[19]. Κατά δε τυχόν απορριπτικής αποφάσεως και της εν λόγω Επιτροπής, θα μπορούσε να προσφύγει δικαστικώς, ασκώντας αίτηση ακύρωσης και αναστολής ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου σε πρώτο βαθμό και κατόπιν εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δεύτερο βαθμό[20]. Ο δε Υπουργός θα είχε τη δυνατότητα και αυτός με τη σειρά του να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής προσφυγών, τόσο σε περίπτωση τελικής απόρριψης του αιτήματος όσο και σε περίπτωση χορήγησης διεθνούς προστασίας[21]. Καθόλη τη διάρκεια εξέτασης του σχετικού αιτήματος και μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησης του δεν θα ήταν δυνατή η έκδοσή ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επαναπροώθησή του στο εκζητούν κράτος (εν προκειμένω, οι ΗΠΑ)[22]. Παράλληλα υφίσταται δυνατότητα κράτησής του, εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία, για την ταχεία ολοκλήρωση εξέτασης της αίτησής του ή για λόγους δημοσίας τάξης και ασφαλείας, με σχετική απόφαση των αρχών εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας[23]. Στην περίπτωση όμως που υποβληθεί αίτημα έκδοσής του από τις Αρχές των ΗΠΑ προς τις ελληνικές Αρχές, τότε η κράτησή του διατάσσεται, με εντολή του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, έως ότου κριθεί τελικώς το σχετικό αίτημα εκδόσεως του[24].

Εκείνο, πάντως που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί είναι ότι η έλλειψη του δικαιώματος ασύλου, ή η τυχόν τελική απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δεν σημαίνει ότι το άτομο παραμένει απροστάτευτο. Προστατεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement)[25], η οποία συνιστά κανόνα του ∆ιεθνούς ∆ικαίου και καταγράφεται ρητά στο άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης αλλά και σε πολλές πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις και αποτελεί ήδη ένα «περιφερειακό ή ημισφαιρικό διεθνή εθιμικό κανόνα» με τάση να καταστεί παγκοσμίου χαρακτήρα[26]. Σύμφωνα με την αρχή αυτή απαγορεύεται η παράδοση ή η απέλαση ή η επαναπροώθηση πρόσφυγα σε χώρα στην οποία απειλείται η ζωή του ή η ελευθερία του λόγω των θρησκευτικών, πολιτικών ή κοινωνικών πεποιθήσεων του ή λόγω εθνικότητας, φυλής ή κοινωνικής τάξης. Για να μην υπάρχει λοιπόν καταστρατήγηση της αρχής του non-refoulement πρέπει να αποφεύγεται η επαναπροώθηση σε κράτος που στη συνέχεια παραδίδει τους πρόσφυγες στην χώρα προέλευσης και φυγής τους. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η χώρα μας, ως συμβαλλόμενο κράτος μέλος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ), δεσμεύεται βάσει του άρθρου 3 αυτής που απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξετευλιστική μεταχείριση. Σύμφωνα με την νομολογία των οργάνων της Σύμβασης εγείρεται θέμα ευθύνης του εν λόγω Κράτους ως προς την Σύμβαση αυτή (ΕΣΔΑ), σε περίπτωση πιθανολόγησης σοβαρών και διαπιστωμένων λόγων ο υπόψη πρόσφυγας, απομακρυνόμενος προς την χώρα προορισμού, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την διάταξη αυτή. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 3 επιβάλει την υποχρέωση μη «απέλασης» του εν λόγω προσώπου σε αυτή τη χώρα, ακόμη και αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης ασύλου ή απορρίπτεται σχετικό αίτημα ασύλου[27]. Κατά τούτο, η παρεχόμενη από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ προστασία είναι ευρύτερη αυτής της ρηθείσας Σύμβασης της Γενεύης.

Πουλαράκης Στάθης, Δικηγόρος
  


[1] Η ετυμολογική προέλευση της λέξεως «άσυλο», έλκεται από το ρήμα ασυλάω-ω, που σημαίνει λαφυραγωγώ, και συντίθεται από το στερητικό  «α» και το ρήμα συλάω-ω, αφαιρώ, αρπάζω. Το άσυλο υποδηλώνει δηλαδή την παροχή ασφάλειας, καταφύγιου, την παραμονή προσώπου σε περιβάλλον προστασίας και εγγύησης. Ιστορικά το συναντάμε ως θεσμό στην αρχαία Ελλάδα με τη διττή  σημασία, της προστασίας που παρέχονταν σε χώρους λατρείας και της προάσπισης του εδάφους της πόλης–κράτους.
[2] Η έννοια του διπλωματικού ασύλου αναφέρεται στην περίπτωση που κάποιο κράτος προστατεύει αλλοδαπούς που έχουν καταφύγει στον χώρο κάποιας πρεσβείας του ή διπλωματικής αποστολής του ή ακόμη και σε πλοία που φέρουν σημαία του κράτους βλ. σχετικά και Ε. Ρούκουνα ∆ιεθνές ∆ίκαιο, ΙΙΙ, 1985, σελ. 27 αλλά και Κ.Π. Οικονομίδου «Απαραβίαστον και ετεροδικία των διπλωματικών υπαλλήλων», 1975, σελ. 49, 147, 161, για μια εκτενή αναφορά στο όλο θέμα και στα προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή του.
[3] βλ. σχετικά Κ.Π. Οικονομίδου ό.π. σελ. 165 επόμ. για τον ορισμό και τις συνέπειες της ποινικής και της αστικής ετεροδικίας, και ακόμη Γ.Α. Μαγκάκη «Ποινικό ∆ίκαιο» γενικό μέρος, 1981, σελ. 356 επόμ.
[4] βλ. σχετικά Κ.Π. Οικονομίδου ό.π. σελ. 123 και 132 για την ρήτρα της προσωπικής ασυλίας και σελ. 231 για την ασυλία εκτελέσεως, immanity from execution
[5] πρβλ. επίσης άρθρα 7 του ΔΣΑΠΔ και 3 ΕΣΔΑ με τα οποία απαγορεύεται ρητά να υποβληθεί οποιοσδήποτε σε βασανιστήρια ή  εξευτελιστική μεταχείριση  ή τιμωρία,  καθώς και τα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., όπου αφενός κατοχυρώνεται το δικαίωμα ασύλου και αφετέρου προβλέπεται η παροχή προστασίας σε περίπτωση απέλασης ή έκδοσης, κ.α.
[6] Πρόκειται για ένα κείμενο που παρά το μη δεσμευτικό του χαρακτήρα φέρει αδιαμφισβήτητο κύρος και θεωρείται ότι αποτελεί πλέον μέρος του διεθνούς εθιμικού δικαίου.
[7] Κατά την κρατούσα άποψη στην Ελληνική θεωρία, με κύριους εκφραστές τους Α. Μάνεση «Ατομικές Ελευθερίες», Α, 1982, σελ. 124-125, Α. Μπρεδήμα «Η αρχή του non-refoulement. Θεωρητικές όψεις και Ελληνική πρακτική», ΝοΒ 1990, σελ. 563 και Π. Παραρά «Το Σύνταγμα 1975. Corpus I, ερμην. 1- 50», εκδόσεις Α. Σάκκουλα, 1982, σελ. 146 επόμ., δεν γεννάται ούτε κατοχυρώνεται αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα του αλλοδαπού στο πολιτικό άσυλο. ∆ηλ. το δικαίωμα, η δυνατότητα ενός Κράτους να παρέχει σε αλλοδαπούς πολιτικό άσυλο δεν θεμελιώνει αντίστοιχα δικαίωμα για απόλαυση πολιτικού ασύλου. Την αντίθετη άποψη υποστηρίζουν, με μια σειρά επιχειρημάτων (όπως πχ. τη δυνατότητα του αλλοδαπού να ασκήσει κατά της αρνητικής εκτελεστής πράξης του υπουργού ∆ημόσιας Τάξης το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, την ερμηνεία -κυρίως- της βούλησης του Συνταγματικού νομοθέτη κ.λπ.) οι Α. Λοβέρδος, Η Συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού ασύλου. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 5 του Σ. του 1975», ΝοΒ 1988,38 και ∆. Τσάτσος, Συνταγματικό ∆ίκαιο, τ. Γ, Θεμελιώδη ∆ικαιώματα», 1988, σελ. 167 επόμ.. Ατομικό δικαίωμα στο πολιτικό άσυλο θεμελιώνεται στην Ομοσπονδιακή ∆ημοκρατία της Γερμανίας, όπου σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Θεμελιώδους Νόμου (Συντάγματος) «οι πολιτικά διωκόμενοι απολαμβάνουν του δικαιώματος του ασύλου».
[8] Α. Μπρεδήμα «Η αρχή του non-refoulement. Θεωρητικές όψεις και Ελληνική πρακτική», ΝοΒ 1990,563.
[9] βλ. Ε. Ρούκουνα «∆ιεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», 1995, σελ. 252.
[10] όπως τονίζεται από το ∆ιεθνές ∆ικαστήριο στην Asylum Case, 1950, I.C.J. 266, σελ. 274.
[11] Ως έκδοση νοείται το νόμιμο εκείνο μέτρο που κατατείνει στην παράδοση ενός ατόμου, το οποίο έχει κατηγορηθεί ή καταδικασθεί για μια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις, από το κράτος στο οποίο έχει διαφύγει (εκζητούμενο κράτος) στο κράτος που το ζητάει δια της υποβολής σχετικού αιτήματος (εκζητούν κράτος), προκειμένου το τελευταίο να το δικάσει ή να το υποχρεώσει να εκτίσει την ποινή που του έχει υποβληθεί βλ. Μπαλτατζής Αριστ., Η διεθνής συνεργασία εις το ποινικόν δίκαιον, ΠοινΧρ 1953,113 επ., Χρυσικός Δημ., Η Έκδοση ως θεσμός του ποινικού δικαίου, 2003, σελ. 1.
[12] Σχετικά με το ζήτημα ποια δράση θεωρείται ως τέτοια, υποστηρίχθηκε ότι στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται τόσο η εθνική ελευθερία απέναντι ξένης κατοχής όσο και η πολιτική ελευθερία, που δεν πρέπει όμως να εξικνείται μέχρι τη διάπραξη τρομοκρατικών πράξεων (Παπασιώπη-Πασιά Ζ., Δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών, 2007, σελ. 36). Θα πρέπει, ωστόσο να σημειωθεί ότι η Νομολογία μας είναι ιδιαίτερα διστακτική να γνωμοδοτήσει κατά της έκδοσης αλλοδαπών που διατείνονται ότι είναι πολιτικοί εγκληματίες, ίσως και διότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις της Χώρας (Κουράκης Ν., Τρομοκρατία και Πολιτικό Έγκλημα, ΠΛογ 2002, 1647 επ.). Αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστες ακόμη περιπτώσεις όπου γίνεται δεκτή η έννοια του πολιτικού εγκλήματος (ΣυμβΑΠ 1338/1983, ΠοινΧρ 1984, 276 και ΣυμβΕφΘεσ 789/1989, Αρμ 1990,167), τα Δικαστήριά μας υιοθετούν κατά κανόνα ένα στενό ορισμό περί πολιτικού εγκλήματος (στενή αντικειμενική, στενή υποκειμενική και μικτή θεωρία περί πολιτικού εγκλήματος), σύμφωνα με τον οποίο ως πολιτικό έγκλημα νοείται εκείνο που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της «καθυστηκυΐας» τάξης που υπάρχει σύμφωνα με το ισχύον πολίτευμα και ως συναφές προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, που τελεί σε τέτοια συνάφεια προς το πολιτικό έγκλημα, ώστε η προσβολή που επέρχεται σε κάποιο έννομο αγαθό να έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την παρασκευή των μέσων για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος υπό την προεκτεθείσα έννοια, το οποίο και προϋποθέτει ως τελεσθέν. Κάθε άλλο έγκλημα, το οποίο δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα, δεν υπάγεται στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος, έστω και αν τελέστηκε από το δράστη με αφορμή τα πολιτικά του φρονήματα ή τις αρχές του ή προς το σκοπό τέτοιων επιδιώξεων (βλ. ΑΠ 1137/98 ΠοινΧρ 1998,655 και κατωτ. αποφάσεις βλ. όμως Μαγκάκη Γ.-Α., ΝοΒ 2002.116 κατά τον οποίο δεν νοείται ποτέ ως πολιτικό έγκλημα η πράξη που στρέφεται κατά του δημοκρατικού καθεστώτος βλ. διαφόρως Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, δ΄ έκδ. αρ. 353 επ. Λοβέρδο Α., Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα, έκδ. 1987 σ. 224, βλ. και Μανωλοπούλου– Βαρβιτσιώτη Κ., ΠοινΧρ 1981,513, που αποκλείει πάντα από την έννοια του πολιτικού εγκλήματος, τα διαπραττόμενα «με τη μέθοδο της τρομοκρατίας»). Κατ΄ακολουθίαν, ως πολιτικό έγκλημα θα πρέπει να νοείται μόνο το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτού (Κεφάλαιο Πρώτο Ειδικού Μέρους ΠΚ, άρθρ. 134 επ.). Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν αποτελεί πολιτικό έγκλημα, αλλά έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου: η ένθεση βόμβας με ωρολογιακό μηχανισμό σε αεροπλάνο από της οποίας την έκρηξη φονεύθηκε ένα άτομο και τραυματίσθηκαν άλλα και τέθηκε σε κίνδυνο η ασφάλεια του αεροπλάνου (ΑΠ 362/1995 ΠοινΧρ 1995,737), η ληστεία, απόπειρες ανθρωποκτονιών και η αρπαγή (ΑΠ 1260/1987 ΠοινΧρ 1988,73), οι εκρήξεις και διακεκριμένες φθορές κατά του Κ.Κ. Ιταλίας (εμμέσως, ΑΠ 761/1975 ΠοινΧρ 1976,151), η έκρηξη σε αεροσκάφος και ανθρωποκτονία (ΑΠ 820/1989 ΠοινΧρ 1990,183), η ρίψη βόμβας σε συναγωγή Ιουδαίων (ΑΠ 174/1984 ΠοινΧρ 1985,552), η οπλοκατοχή (ΑΠ 1835/1989 ΠοινΧρ 1990,871), η ανθρωποκτονία με πρόθεση (ΑΠ 1576/1995 ΠοινΧρ 1996,914 εμμέσως και η 508/1990 ΠοινΧρ 1990,1153), η ηθική αυτουργία και συνέργεια σε ανθρωποκτονία και έκρηξη (ΑΠ 641/1993 ΠοινΧρ 1993,637), η συνέργεια σε έκρηξη σε ξένο προξενείο και ανθρωποκτονία (ΣυμβΕφΑθ 11/1992 ΠοινΧρ 1992,1214), η συμμετοχή σε εγκληματική ομάδα με σκοπό τη διάπραξη πλαστογραφίας, απάτης, ληστείας, εκβίασης, ένοπλης αντίστασης και εγκλημάτων περί τις εκρηκτικές ύλες (ΑΠ 890/1976 ΠοινΧρ 1977,317), η κλοπή πολύτιμων λίθων και μετάλλων κ.λ.π. (ΑΠ 827/1998 ΠοινΧρ 1998,431 επ.). Αλλά και όταν η νομολογία μας θεωρεί ότι σε περιπτώσεις αλλοδαπών, π.χ. Παλαιστινίων, υπάρχει πράγματι δίωξη «για τη δράση τους υπέρ της ελευθερίας» (άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β΄ Συντ.), δηλ. δράση υπέρ της αυτοδιάθεσης του λαού τους, και πάλι η ενλόγω δράση αντιμετωπίζεται αρνητικά, εφόσον αυτή μπορεί «από τον τρόπο εκδηλώσεώς της, την έκταση της προσβολής, το είδος αυτής και τις λοιπές περιστάσεις [ιδίως τον κίνδυνο που προκάλεσε με βομβιστική επίθεση κατά αεροσκάφους σε ανύποπτους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους, κατά παραβίαση του άρθρου 2§1 του Συντάγματος, που προστατεύει πρωταρχικά την αξία του ανθρώπου], να μη δικαιολογεί την απαγόρευση της εκδόσεως» (ΣυμβΑΠ 820/1989, ΠοινΧρ 1990,183 επ., ανάλογο σκεπτικό υπάρχει και στη ΣυμβΑΠ 1741/1984, ΠοινΧρ 1985, 552 επ.).
[13] άρθρο 436 ΚΠΔ βλ. και ΑΠ 487/1971, ΠοινΧρ 1972, 51. Σημειωτέον ότι μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ ισχύει η από 06.05.1931 Συνθήκη (που κυρώθηκε με το ν.5554/1932) για την έκδοση εγκληματιών και το ερμηνευτικό Πρωτόκολλό της (α.ν.1115/1938). Το εν λόγω νομικό πλαίσιο της έκδοσης μεταξύ Ελλάδας-ΗΠΑ, τροποποιήθηκε(-«συμπληρώθηκε») ενμέρει με το ν. 3770/2009 (ΦΕΚ Α’110/09.07.2009), με την κύρωση νέου Πρωτοκόλλου μεταξύ Ελλάδας-ΗΠΑ που ενσωμάτωσε κατ’ουσία τις ρυθμίσεις της Συμφωνίας μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ σχετικά με την έκδοση [ΕΕ L 181 της 19.07.2003, σ. 27επ.).
[14] Η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και Πρωτόκολλο του 1967 κυρώθηκαν από τη χώρα μας με το ν.δ. 3989/1959 και Α.Ν. 389/1968 αντίστοιχα. Η εν λόγω  Σύμβαση δεν καθορίζει τη διαδικασία για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, η οποία επαφίεται στις κατ΄ ιδίαν εθνικές νομοθεσίες. Όσον αφορά στη χώρα μας η σχετική διαδικασία διέπεται από το πρόσφατο ΠΔ 113/2013. Με το εν λόγω προεδρικό διάταγμα επιχειρείται η καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2002/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L326). Προς την ως άνω Οδηγία, η οποία αποτελεί ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 78 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 63 ΣΕΚ) μέτρα για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο έχει ήδη χωρήσει προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας με τα Π.Δ. 90/2008 (ΦΕΚ 138 Α΄) και 81/2009 (ΦΕΚ 99 Α΄). Κατά την εφαρμογή, όμως, των διαταγμάτων αυτών ανέκυψαν ζητήματα συμβατότητας του ελληνικού συστήματος εξέτασης αιτημάτων παροχής ασύλου με το δίκαιο της Ε.Ε., τα οποία οδήγησαν στην έκδοση των από 29.10.2009 και 24.6.2010 προειδοποιητικών επιστολών. Ακολούθησε η έκδοση του Π.Δ. 114/2010 (ΦΕΚ 195 Α΄), το οποίο προχώρησε στην κατάργηση των ως άνω Π.Δ/των 90/2008 και 81/2009 και αποτελούσε μέχρι πρόσφατα το ισχύον νομοθέτημα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την προαναφερόμενη Οδηγία. Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ΠΔ 113/2013, αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί πριν από την 7η Ιουνίου 2013 εξετάζονται από τις αρχές και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο π.δ. 114/2010. Μεταγενέστερες αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την 7η Ιουνίου 2013, εξετάζονται από τις αρχές που προβλέπονται στο Μέρος Α ́ του ΠΔ 113/2013 και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο Μέρος αυτό διαδικασία.
[15] Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. β. του ΠΔ 113/2013 «Aίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή την χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας».
[16] Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. η΄ του ΠΔ 113/2013 «Πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του π.δ. 96/2008, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.».
[17] ήτοι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα αυτοτελή κλιμάκια των Περιφερειακών Γραφείων Ασύλου της νέας Υπηρεσίας Ασύλου του υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, βάσει του ΠΔ 113/2013.
[18] άρθρο 24 παρ. 2 ΠΔ 113/2013. Προφανώς, ως λοιπές διατάξεις, εν προκειμένω νοούνται οι εκάστοτε διατάξεις του συγκεκριμένου ΠΔ, που εφαρμόζονται στην περίπτωση που το αίτημα ασύλου είχε υποβληθεί μετά την είσοδο του αιτούντος στη χώρα. Ως προς το ζήτημα της εισόδου στη χώρα πρβλ. και 7 παρ. 1 Ν. 3386/2005 περι αλλοδαπών, όπως αυτός ισχύει.
[19] άρθρα 5 παρ. 5 ν. 3907/2011 και 25 παρ. 1 ΠΔ 113/2013, σε συνδυασμό.
[20] άρθρο 28 ΠΔ 113/2013 και 15 παρ.3 Ν. 3068/2002 (Α ́ 274), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3900/2010, σε συνδυασμό.
[21] άρθρο 26 παρ. 9 ΠΔ 113/2013. Αντιθέτως, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξης δεν δύναται να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά της αποφάσεως που απορρίπτει ή χορηγεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, σε πρώτο βαθμό, ενόψει του ότι δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο ρητώς στο ΠΔ 113/2013.
[22] άρθρο 5 παρ. 2 τελευτ. εδ. ΠΔ 113/2013, 41 παρ. 1 στοιχ. δ Ν. 3907/2011.
[23] άρθρο 12 ΠΔ 113/2013.
[24] άρθρο 445-446 ΚΠΔ. Πρβλ. επίσης άρθρα 3-4 ν. 3770/2009 (ΦΕΚ Α’110/09.07.2009) και ΧΙ της Συνθήκης Ελλάδος ΗΠΑ για την έκδοση. 
[25] Ως επαναπροώθηση νοείται το μέτρο εκείνο που λαμβάνεται από τις αστυνομικές αρχές και συνίσταται στην «εν θερμώ» αποπομπή του παρανόμως εισελθέντος αλλοδαπού προς το έδαφος του κράτους προελεύσεώς του και όχι αποκλειστικά προς το κράτος της ιθαγένειας ή διαμονής του βλ. Ε. Ρούκουνα, Διεθνής προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 1995, σελ. 237.
[26] βλ. σχετικά και Α. Μπρεδήμα ό.π. σελ. 563. Για την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών η αρχή του non-refoulement είναι κανόνας αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), βλ. Α. Μπρεδήμα ό.π. σελ. 566.
[27] αντί άλλων ΕΔΔΑ Hirsi Jamaa κλπ κατά Ιταλίας, 23.2.2012, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, σκ.114 και 123. Πρβλ. σχετικά άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 1975/1991, όπως αυτό ισχύει, βάσει του οποίου σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης, ιδίως για ανθρωπιστικούς λόγους, να εγκρίνει την προσωρινή διαμονή αλλοδαπού, του οποίου έχει απορριφθεί αίτηση για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, μέχρις ότου καταστεί δυνατή η αναχώρησή του από τη χώρα, καθώς και 24 παρ. 1 Ν. 3907/2011, όπου προβλέπεται η υποχρεωτική αναστολή απομάκρυνσης υπηκόου τρίτης χώρας που τελεί υπό διαδικασία επιστροφής (mutatis mutandis και διοικητικής απέλασης) στην περίπτωση που παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *