Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Προδικαστική παραπομπή, "acte clair" και η Τουρκία ως "ασφαλής τρίτη χώρα"


Με τις υπ’ αριθμ 2347 και 2348 του 2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ) απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ακύρωσης σύριων κατά απορριπτικών πράξεων επί των αιτημάτων τους ασύλου, που έκριναν ότι η Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί «ασφαλής τρίτη χώρα» για αυτούς.

Οι εν λόγω αποφάσεις του Ανωτάτου Διοικητικού μας Δικαστηρίου έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και σχολιασμού, όχι μόνο σε νομικό αλλά και πολιτικό επίπεδο. Το δε ζήτημα αν η Τουρκία είναι "ασφαλής" χώρα για τους πρόσφυγες αναμφίβολα θα μας απασχολήσει για αρκετά ακόμα χρόνια.

Στο σύντομο παρακάτω κείμενο θα ασχοληθούμε με μια πτυχή των αποφάσεων που μέχρι στιγμής δεν έχει ακόμα πολυσυζητηθεί. Πρόκειται για την επιλογή της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας  -με οριακή μάλιστα πλειοψηφία μιας ψήφου- να μην απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) αναφορικά με την ερμηνεία των κριτηρίων που πρέπει να πληροί μια τρίτη χώρα για να θεωρείται ασφαλής για συγκεκριμένο αιτούντα[1].

Ίσως για κάποιους το γεγονός αυτό να έχει δευτερεύουσα σημασία, μπροστά στο μείζον ζήτημα αν η Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής για τους πρόσφυγες. Ωστόσο, η μη αποστολή προδικαστικού ερωτήματος έχει ιδιαίτερη σημασία. Όχι μόνο γιατί το επίδικο ζήτημα –η ερμηνεία της ρήτρας της ασφαλούς τρίτης χώρας- είναι ένα ζήτημα που αφορά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. αλλά και επειδή η κατά πλειοψηφίαν ληφθείσα απόφαση να μη διατυπωθεί τελικώς προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ είναι απολύτως ενδεικτική του κλίματος που φέρεται να επικράτησε στο Ανώτατο Διοικητικό μας Δικαστήριο.

Με το να επιλέξει να μην απευθύνει προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ, η Ολομέλεια του ΣτΕ αποφάσισε ουσιαστικά να κλείσει το ζήτημα της "ασφαλούς τρίτης χώρας" εδώ και τώρα και να επιταχυνθεί η εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Αποτελεί, άλλωστε, κοινό μυστικό ότι οι Επιτροπές Προσφυγών είχαν «παγώσει» την έκδοση αποφάσεων σε υποθέσεις Συρίων πολιτών εν αναμονή της κρίσης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας. Επομένως, με την απόφαση του και την ερμηνεία που προέκρινε το Ανώτατο Διοικητικό μας Δικαστήριο «αποφάσισε» επί της ουσίας να ανοίγει τον δρόμο για εξαναγκαστικές επιστροφές αιτούντων άσυλο από τα ελληνικά νησιά στην Τουρκία.

Επειδή όμως οι δικαστικές αποφάσεις, ακόμα και αυτές με έντονο «πολιτικό χαρακτήρα»  όπως ιδίως οι αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων επί υποθέσεων μείζονος σημασίας, πρέπει πρώτα απ' όλα να κρίνονται νομικά, στις παρακάτω γραμμές θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί γιατί η μη αποστολή προδικαστικού ερωτήματος είναι τελικώς αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο.

Ως γνωστόν, σε όλες τις έννομες τάξεις υπάρχει η ανάγκη ενότητας της νομολογίας, που εγγυάται την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου. Η ενότητα αυτή διασφαλίζεται με την ύπαρξη ανωτάτων (ιεραρχικά) δικαστηρίων. Η ανάγκη αυτή είναι εντονότερη στην έννομη τάξη της Ένωσης, στο βαθμό που η διασφάλιση της εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων δικαίου στις έννομες τάξεις των Κ-μ ανατίθεται στα εθνικά δικαστήρια, ενώ το ΔΕΕ «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών» (άρ. 19 ΣΕΕ). Οι συντάκτες των ευρωπαϊκών συνθηκών αντί να επιλέξουν την εγκαθίδρυση σχέσης ιεραρχίας, στο πλαίσιο της οποίας όλες οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θα προσβάλλονται σε τελευταίο βαθμό στο ΔΕΕ, επέλεξαν να οικοδομήσουν σχέση συνεργασίας των εθνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ. Η σχέση αυτή βασίζεται στη διαδικασία της Προδικαστικής Παραπομπής του άρ. 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρ. 267 ΣΛΕΕ, αν ενώπιον δικαστηρίου Κ-μ κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του αρμοδιοτήτων ανακύψει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του ενωσιακού δικαίου, τότε αυτό άλλοτε δύναται και άλλοτε υποχρεούται να υποβάλλει σχετικά (προδικαστικά) ερωτήματα στο ΔΕΕ. Προς τούτο αναστέλλει την εκδίκαση της υπόθεσης, που έχει αχθεί ενώπιον του. Οι διάδικοι στην κύρια δίκη, τα θεσμικά όργανα και τα Κ-μ συμμετέχουν στη διαδικασία ενώπιον του ΔΕΕ καταθέτοντας γραπτές παρατηρήσεις. Κατόπιν το εθνικό δικαστήριο, με βάση τις απαντήσεις που θα λάβει από το ΔΕΕ στα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα, επιλύει την διαφορά. 

Το άρθρο 267 διευκρινίζει ότι τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα (συνήθως τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας ή και κατώτερου βαθμού εφόσον η απόφασή τους δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα) οφείλουν να υποβάλουν αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν στην υπόθεση ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του ευρωπαϊκού δικαίου («δικαστήρια υποχρέωσης»). Από την άλλη, εάν ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της ΕΕ σε δικαστήριο κατώτερου βαθμού, του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα, το εν λόγω δικαστήριο δύναται να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο («δικαστήριο ευχέρειας»)[2].

Επί σειρά ετών ανώτατα εθνικά δικαστήρια αντιδρώντας στη υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής και στον αυτοματισμό του ά. 267 ΣΛΕΕ κατέφευγαν στη «πρακτική της acte clair (σαφούς πράξεως)», σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία του ενωσιακού κανόνα παρουσιάζεται σαφής και προφανής, και αρνούνταν να παραπέμψουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ.

Το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση CILFIT[3], όπου το δέχθηκε την «λελογισμένη εφαρμογή» της acte clair και την αποδέσμευση των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής, όταν:
  • το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες,
  • η ορθή εφαρμογή τού κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής , ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία.

Ωστόσο το Δικαστήριο τόνισε ότι «η συνδρομή μιας τέτοιας περιπτώσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού κοινοτικού δικαίου, τις ιδιάζουσες δυσκολίες πού παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο διαστάσεως στη νομολογία εντός της Κοινότητος».

Σε νομικό λοιπόν επίπεδο, το ζήτημα που γεννάται είναι αν στην προκείμενη περίπτωση η ερμηνεία που προέκρινε κατά πλειοψηφία η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με τα κριτήρια της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ήταν πράγματι προφανής, ώστε να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Ως γνωστόν, αναφορικά με το κριτήριο της «Προστασίας σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης» έχουν μέχρι σήμερα έχουν υποστηριχθεί με πειστική επιχειρηματολογία και οι δυο απόψεις (είτε ότι απαιτείται πλήρης κύρωση της Σύμβασης της Γενεύης από την Τρίτη χώρα χωρίς γεωγραφικούς ή χρονικούς περιορισμούς είτε ότι αρκεί και ισοδύναμη εθνική προστασία). Αλλά και για το κριτήριο που πότε συντρέχει σύνδεσμος του ενδιαφερομένου με την εν λόγω «ασφαλή» τρίτη χώρα, βάσει του οποίου θα ήταν εύλογο να μεταβεί σε αυτήν έχουν, επίσης, υποστηριχθεί αποκλίνουσες απόψεις. (για την συγκεκριμένη προβληματική βλέπε εδώ).

Στην προκείμενη όμως περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι ποια είναι τελικά η ορθή ερμηνεία, αλλά αν αυτή που υιοθέτησε η Ολομέλεια του ΣτΕ ήταν τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία. Ανεξάρτητα, από το ποια ερμηνεία τελικώς υιοθετήσει κανείς, αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι καμία εκ των δύο υποστηριζόμενων απόψεων είναι τόσο προφανής, ώστε να είναι απαλλαγμένη εύλογων αμφιβολιών. Άλλωστε, το γεγονός και μόνο ότι η τελική απόφαση να μην απευθυνθεί ερώτημα ελήφθη με οριακή πλειοψηφία καταδεικνύει εμμέσως ότι η ερμηνεία που προκρίθηκε από το ΣτΕ μάλλον δεν ήταν τόσο «προφανής».

Το Συμβούλιο της Επικράτειας ως "δικαστήριο υποχρέωσης", δικαστήριο δηλαδή οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, εφόσον ανέκυψε ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να τηρήσει την υποχρέωσή του προς προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ. Συνεπώς, όπως σημειώνει εύστοχα στην ειδικότερη μειοψηφούσα γνώμη του ο Αντιπρόεδρος Χρ. Ράμμος, η κατά πλειοψηφίαν ληφθείσα απόφαση να μη διατυπωθεί τελικώς προδικαστικό ερώτημα ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, συνιστά παραβίαση του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ και είναι δε δυνατόν υπό προϋποθέσεις να γεννήσει αστική ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση.

Εν κατακλείδι, και σε καθαρά νομικό επίπεδο, από τη σύντομη ως άνω ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι: (α) η ερμηνεία του άρθρου 38 της Οδηγίας δεν ήταν απαλλαγμένη εύλογων αμφιβολιών, (β) το ΣτΕ ως δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, όφειλε να τηρήσει την υποχρέωσή του προς παραπομπή, (γ) η κατά πλειοψηφία ληφθείσα απόφαση να μη διατυπωθεί τελικώς προδικαστικό ερώτημα ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, συνιστά παραβίαση του ως άνω άρθρου της Συνθήκης.




[1] Βλ. άρ. άρθρο 56 του ν. 4375/2016 με το οποίο μεταφέρθηκε το άρθρο 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ
[2] Ωστόσο, η νομολογία του ΔΕΕ διαπλάθοντας τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης δέχτηκε ότι ένα δικαστήριο ευχέρειας μπορεί να μετατρέπεται σε δικαστήριο υποχρέωσης και ένα δικαστήριο υποχρέωσης σε δικαστήριο ευχέρειας κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Έτσι, Δικαστήριο Κ-μ του οποίου οι αποφάσεις επιδέχονται ενδίκων μέσων (ευχέρεια) υποχρεούται να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα κύρους στο ΔΕΕ, όταν πρόκειται να κηρύξει παράνομη και ανεφάρμοστη μια ενωσιακή πράξη. Τέτοια εξουσία οι Συνθήκες απονέμουν μόνο στο ΔΕΕ (314/85 Foto-Frost).Αντίθετα, το ίδιο δικαστήριο μπορεί να κρίνει τον ενωσιακό κανόνα νόμιμο χωρίς να παραπέμψει προδικαστικά ερωτήματα.  
[3] Απόφ. της 6.10.1982, C-213/81, Srl CILFIT

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *