Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

«Τελεσιδικία» απόρριψης αιτήματος ασύλου. Σκέψεις με αφορμή την υπ’ αριθμ 227/2017 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μυτιλήνης


Με την υπ’ αριθμ 227/2017 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μυτιλήνης έγιναν δεκτές αντιρρήσεις και άρθηκε η κράτηση του αντιλέγοντος αλλοδαπού, καθόσον κρίθηκε ότι η εις βάρος του απόφαση κράτησης δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 46 του ν. 4375/2016. Ειδικότερα, η απόφαση με αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 34, 46 και 64 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α΄ 51), έκρινε ότι ο αντιλέγων του οποίου το αίτημα υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας είχε απορριφθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και από την αρμόδια Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, διατηρούσε την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία αλλοδαπού, στο βαθμό που η απόρριψη του αιτήματος υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν είχε καταστεί «τελεσίδικη» καθόσον έτρεχε ακόμη η σχετική προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης. Επομένως, η σχετική εις βάρος του απόφαση κράτησης, ενόψει της ιδιότητός του ως «αιτούντος άσυλο έπρεπε να πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 46 του νόμου αυτού, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, κάτι που εν προκειμένω δεν συνέτρεχε.

Η ως άνω απόφαση θέτει για μία φορά ακόμα το ευρύτερο ζήτημα της «τελεσιδικίας» της κρίσης επί των αιτημάτων ασύλου. Η έννοια αυτή, αναφέρεται σε σειρά διατάξεων του νόμου 4375/2016 σε σχέση με διάφορα δικαιώματα, εγγυήσεις και στάδια της διαδικασίας -ενίοτε και με διαφορετικό περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να ανακύπτουν πρακτικά προβλήματα[1].

Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε να ορίσει ως «τελεσίδικη απόφαση» την απόφαση που ορίζει εάν αλλοδαπός ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου[2]. Παράλληλα, ως γνωστόν, ο νόμος προβλέπει σε προγενέστερο στάδιο, πριν την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να ασκήσει «ενδικοφανή προσφυγή» ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών, που συγκροτείται από δύο δικαστικούς λειτουργούς των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και από ένα μέλος που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες.

Όπως έχει γίνει δεκτό, με τις ως άνω διατάξεις του ν. 4375/2016 που προβλέπουν δικαίωμα ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου κατά της διοικητικής πράξεως, με την οποία απορρίπτεται το αίτημά του περί παροχής διεθνούς προστασίας εκπληρώνεται από τον εθνικό νομοθέτη η κοινοτική υποχρέωση που του επιβάλλεται από το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (Οδηγία «Διαδικασίες Ασύλου») να θεσπίσει δικαίωμα «πραγματικής προσφυγής» ενώπιον «δικαστηρίου» κατά των προαναφερομένων αποφάσεων[3]. Κατά την άποψη αυτή ο Έλληνας νομοθέτης δεν ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει και δεύτερο διοικητικό βαθμό για την εξέταση των ανωτέρω αιτημάτων[4], πράγμα που ωστόσο επιτρεπτώς έπραξε, έχοντας διακριτική ευχέρεια προς τούτο, ενόψει και της ευχέρειας που προβλέπει η Οδηγία του εσωτερικού νομοθέτη να θεσπίζει ευνοϊκότερες προδιαγραφές σχετικά με τις διαδικασίες, με τις οποίες χορηγείται και ανακαλείται το καθεστώς του πρόσφυγα, αρκεί να είναι σύμφωνες προς την Οδηγία[5].

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι κατά το παρελθόν με σχετικό προεδρικό διάταγμα (ΠΔ 81/2009) είχε καταργηθεί ο δεύτερος διοικητικός βαθμός εξέτασης του αιτήματος ασύλου ενώπιον Επιτροπών προς το σκοπό επιτάχυνσης της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος. Ειδικότερα, η κρίση για την υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα λάμβανε χώρα μία φορά χωρίς τη δυνατότητα ενδικοφανούς προσφυγής από την αρμόδια αρχή απόφασης κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής που καλούσε τον αλλοδαπό σε ακρόαση. Την απόφαση αυτή ο αλλοδαπός μπορούσε να την προσβάλλει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου χωρίς να προβλέπεται κατά αυτής δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής όπως προβλέπεται εν προκειμένω με το ν. 4375/2016. Μολονότι, το συγκεκριμένο διάταγμα κρίθηκε ως νόμιμο με την υπ’ αρίθμ 212/2013 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε στο μεταξύ ήδη αποστείλει δύο αιτιολογημένες γνώμες προς την Ελληνική κυβέρνηση αναφορικά με τη μη συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας προς το ενωσιακό δίκαιο, όπου μεταξύ άλλων σημειωνόταν και η μη διασφάλιση του δικαιώματος πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής. Είχε μεσολαβήσει η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, όπου μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε ότι η δυνατότητα άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου με σκοπό τον έλεγχο νομιμότητας της απόφασης απέλασης αιτούντος αλλοδαπού, δεν αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα κατά την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ[6]. Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθεί ο κίνδυνος παραπομπής της χώρας μας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα μεταγενέστερα ΠΔ 114/2010 και ΠΔ 113/2013 προβλέφθηκε εκ νέου η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον διοικητικής Επιτροπής Προσφυγών, επιλογή που διατήρησε και ο νομοθέτης του 4375/2016.

Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι μόνη η δυνατότητα αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζεται το δικαίωμα «πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής» κατά την έννοια της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[7]

Εφόσον, όμως, δεν «αρκεί» η αίτηση ακύρωσης, τότε ανακύπτει το ζήτημα αν η ελληνική νομοθεσία διασφαλίζει πράγματι το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και να ναι, τότε πως; Μήπως, αρκεί από μόνη της η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών ή μήπως τελικά η υποχρέωση της Ελλάδας να κατοχυρώσει το δικαίωμα του αιτούντος άσυλο σε πραγματική προσφυγή, διασφαλίζεται μέσα από την καθιέρωση της διαδικασίας εξέτασης της ενδικοφανούς προσφυγής από τις Επιτροπές Προσφυγών, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα δυνατότητα του ενδιαφερομένου να ασκήσει και τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, δηλαδή από το σύνολο των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει στην προκειμένη περίπτωση το ελληνικό δίκαιο[8].

Κατά τη Γενική Επιτροπεία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, η οποία πρόσφατα διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά για την επιτάχυνση των διαδικασιών στις υποθέσεις αιτημάτων χορήγησης διεθνούς προστασίας, η προσφυγή ενώπιον των Επιτροπές Προσφυγών διασφαλίζει το κατοχυρούμενο στο άρθρο 46 της Οδηγίας «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου»[9]. Μολονότι, οι Επιτροπές αυτές, δεν αποτελούν δικαστήριο, κατά την έννοια του Συντάγματος, εντούτοις συνιστούν Επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα, η δε προσφυγή ενώπιόν τους εξασφαλίζει «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων», ήτοι δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.[10]. Όπως σημειώνει, η Γενική Επιτροπεία, το επόμενο στάδιο της αιτήσεως ακυρώσεως είναι αναγκαίο προκειμένου να ενοποιείται η νομολογία που παράγεται από τις Επιτροπές σε κρίσιμα ερμηνευτικά ζητήματα και να διασφαλίζεται έτσι η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.

Ενόψει αυτών. η Γενική Επιτροπεία διαπιστώνει ότι η σχετική διάταξη του άρθρου 34 του ν. 4375/2016, με την οποία αποδίδεται ο ορισμός της «τελεσίδικης απόφασης» ως απόφασης που δεν προσβάλλεται πλέον με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, τελεί σε δυσαρμονία προς το κείμενο των λοιπών διατάξεων του ν. 4375/2016, καθώς παρεκτείνει κατ’ ουσίαν το χρονικό διάστημα παραμονής του αιτούντος στη χώρα και επιπλέον δεν αποσαφηνίζει ποια θα είναι η κατάστασή του εάν αυτός τελικά ασκήσει το ένδικο βοήθημα του άρθρου 64. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τουλάχιστον για όσο χρόνο μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως, ο ενδιαφερόμενος θα θεωρείται αιτών διεθνή προστασία και δεν θα μπορεί να απομακρυνθεί από τη χώρα παρότι το αίτημά του θα έχει ήδη απορριφθεί από την Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών. Για το λόγο αυτό, η Γενική Επιτροπεία προτείνει την άμεση τροποποίησή της περ. ε’ του άρθρου 34 του ν. 4375/2016 ως ακολούθως: «Τελεσίδικη απόφαση» είναι η απόφαση που ορίζει εάν ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 7, λόγω άπρακτης παρόδου της σχετικής προθεσμίας ή έκδοσης απόφασης επ΄αυτής.»[11]

Μπορεί, όμως, βάσιμα να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για ανακολουθία - αστοχία του νομοθέτη; Ή μήπως αντιθέτως, πρόκειται για συνειδητή νομοθετική επιλογή;

Ήδη υπό το κράτος του ΠΔ 113/2013, το ζήτημα του πως διασφαλίζεται το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή κατά το ενωσιακό δίκαιο είχε τεθεί επί τάπητος. Τόσο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απαντώντας σε τότε σχετικό ερώτημα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης[12], όσο και το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (σε αυξημένη μάλιστα- επταμελή σύνθεση)[13] έκριναν ότι το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή εξασφαλίζεται δια της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως, η δε πρόβλεψη ενδικοφανούς προσφυγής αποτελούσε ουσιαστικά ενάσκηση σχετικής ευχέρειας που είχε ο έλληνας νομοθέτης από την οικεία Οδηγία να διατηρήσει ευνοϊκότερες διατάξεις. Άρα το ζήτημα ήταν ήδη γνωστό στο νομοθέτη. Πλην, όμως αυτός και πάλι, επέλεξε με το ν. 4375/2016 και εν συνεχεία με το ν. 4399/2016 να προβλέψει και πάλι ρητά ότι τελεσίδικη είναι η απόφαση όταν κατά αυτής δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης ή αυτή που τυχόν ασκήθηκε απορρίφθηκε τελικά. Επομένως, δεν πρόκειται για αστοχία ή ανακολουθία αλλά για συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή που αποσκοπεί στην πληρέστερη έννομη προστασία του διοικούμενου, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως το δικαίωμα σε «πραγματική προσφυγή».  

Ασφαλώς, ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να αλλάξει την συγκεκριμένη επιλογή του, εφόσον επιθυμεί. Να τροποποιήσει την έννοια της «τελεσιδικίας» ή και να αναδιαμορφώσει το πλαίσιο της παρεχόμενης έννομης προστασίας, υπό τον αυτονόητο όρο ότι η επιλογή του αυτή είναι συμβατή προς το ενωσιακό δίκαιο που απαιτεί την ύπαρξη μιας «πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής».

Ο δικαιοδοτικός χαρακτήρας των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών και η έκταση εξουσίας ελέγχου της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά νόμο και ουσία δεν αρκούν αφ’ εαυτές προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε «πραγματική» προσφυγή, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Για να είναι πραγματική η προσφυγή πρέπει να είναι διαθέσιμη από νομικής και πρακτικής άποψης, υπό την έννοια ειδικά ότι η άσκησή της δεν πρέπει να παρεμποδίζεται αναιτιολόγητα από πράξεις ή παραλείψεις των  αρχών του καθού η προσφυγή κράτους[14]

Η πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί ενάμιση και πλέον έτος μετά τη θέση σε εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας και του νόμου 4375/2016, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες κατά πόσον η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών αρκεί από μόνη της προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 13 της ΕΣΔΑ και 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (Οδηγία «Διαδικασίες Ασύλου»). Σημαντικά κενά στο σύστημα εντοπισμού και τεκμηρίωσης «ευάλωτων αιτούντων άσυλο» συμπεριλαμβανομένων θυμάτων βίας και βασανιστηρίων, ένα σύστημα νομικής βοήθειας στα όρια του που αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες των προσφύγων και μεταναστών, ειδικές ταχύρρυθμες διαδικασίες –ολιγοήμερες- προθεσμίες για την άσκηση δικαιωμάτων και ενδίκων βοηθημάτων, και εν γένει διοικητική διαχείριση των αιτημάτων που αλλάζει διαρκώς, θέτουν τελικά σε αμφισβήτηση τη συμβατότητα της ελληνικής διαδικασίας ασύλου με τα διεθνή πρότυπα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Απαραίτητη, επομένως, προϋπόθεση, ώστε να θεωρηθεί ότι η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών διασφαλίζει (και μάλιστα από μόνη της) το κατοχυρούμενο στο άρθρο 46 της Οδηγίας «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου» είναι να γίνουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα καθιστούν το σύστημα πιο προσιτό και ρεαλιστικό για τους αιτούντες άσυλο αλλοδαπούς. Η υποβολή προσφυγής μέσα σε πέντε μόλις μέρες[15] –συχνά και υπό καθεστώς περιορισμού της ελευθερίας- χωρίς επαρκή νομική πληροφόρηση συνδρομή και με περιορισμένες δυνατότητες να τεκμηριωθούν «ευαλωτότητες» που συχνά σχετίζονται με την ίδια τη βάση του αιτήματος ασύλου (θύματα βασανιστηρίων, βίας κ.ά.) δεν μπορούν να διασφαλίσουν την αναγκαία ποιότητα που θα πρέπει να διαθέτει η δευτεροβάθμια διαδικασία, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως το κατοχυρούμενο στο άρθρο 46 της Οδηγίας «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής».





[1] Ειδικότερα, σε σειρά διατάξεών του ν. 4375/2016 προβλέπεται ότι: «1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας και απαγορεύεται η απομάκρυνσή τους με οποιονδήποτε τρόπο.  2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004, είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα …. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται  φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. 3. Το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος στη χώρα, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής» (άρθρο 37), «4. Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί πράξη διακοπής ή που η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο μετά από παραίτηση, ο αιτών έχει δικαίωμα με αίτησή του, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής ή της υποβολής της παραίτησης, να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσής του μόνο μία φορά» (άρ 47 παρ. 4), 34 στοιχ. κ. «Μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση ή απόφαση διακοπής της εξέτασης της αίτησης [..] Ως μεταγενέστερη αίτηση λογίζεται και κάθε νέα αίτηση διεθνούς προστασίας μετά από παραίτηση. (άρ. 34 στοιχ. κ΄) «6. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης του ίδιου αιτούντα θεωρείται ως συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής και δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου» (άρθρο 59 παρ. 6), «4. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής και μέχρι την επίδοση της απόφασης επ’ αυτής, αναστέλλεται κάθε μέτρο απέλασης, επανεισδοχής ή επιστροφής του αιτούντος» (άρθρο 61 παρ. 4).
[2] Βλ. άρ. 34 στοιχ. ε. και 64 του ν. 4375/2016, σε συνδυασμό. Δηλαδή ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπο Διοικητικού Εφετείου σε πρώτο βαθμό και κατόπιν εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δεύτερο βαθμό.
[3] Η προσφυγή αυτή, πρέπει να εξασφαλίζει «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων», ήτοι δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Πρβλ. απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1237/2017, σκέψεις 16 και 20).
[4] ΣτΕ 212/2013 7μ ΘΠΔΔ 2013, σελ. 248 επ. με παρατ. Β.Κερασιώτη = ΕΜΕΔ 2013,69 επ. με ενημ.σημ. του γράφοντος
[5] Βλ. ΓνωμΝΣΚ 339/2013 ΕΜΕΔ 2014, σελ. 90 με παρατ. Κ. Τσιροβασίλη και ΔΕφΑθ 1453/2017 υπό το κράτος ισχύος του πδ 113/2013.
[6] ΕΔΔΑ Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, 30696/09, απόφ. 21.1.2011, σκ. 316-320. Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, μεταξύ άλλων, στο ότι η άσκηση των ως άνω ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (α) δεν είναι ευχερής στην πράξη για τον ενδιαφερόμενο κυρίως λόγω αδυναμίας πρόσβασης σε παροχή νομικής βοήθειας , (β) δεν έχει ως άμεση συνέπεια την αναστολή εκτέλεσης του υπό λήψη μέτρου, ενώ, (γ) η σχετική διαδικασία είναι εξαιρετικά μακρόχρονη.
[7] Βλ. μελέτη μου Οι Επιτροπές Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Προς ένα νέο πρότυπο επίλυσης των διοικητικών διαφορών; ΔιΔικ 2015, σελ. 174 επ.
[8] Βλ. Οι Επιτροπές Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας….  ό.π.
[9] Βλ. Προτάσεις της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων για την επιτάχυνση των διαδικασιών στις υποθέσεις αιτημάτων χορήγησης διεθνούς προστασίας, http://www.ddikastes.gr/?q=node/2268
[10] Πρβλ. απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1237/2017, σκ. 16 και 20.
[11] Η συγκεκριμένη πρόταση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο προτάσεων της Γενικής Επιτροπείας για την επιτάχυνση των διαδικασιών ενώπιον των επιτροπών Προσφυγών. Πρέπει, όμως, να γίνει αντιληπτό ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις και μέτρα δεν αντιμετωπίζουν τους πραγματικούς λόγους της καθυστέρησης της δευτεροβάθμιας διαδικασίας. Το υπάρχον σύστημα των Επιτροπών Προσφυγών δεν «λειτουργεί» και χρειάζεται επείγουσες παρεμβάσεις ώστε να εξασφαλιστεί η ταχύτητα της διαδικασίας ασύλου. Προτάσεις, όπως η αποκλειστική ενασχόληση των μελών των Επιτροπών, γεωγραφική κατανομή των Επιτροπών και ευέλικτη λειτουργία αυτών (εξέταση απαραδέκτου σε μονομελή σύνθεση εξέταση ουσίας σε πλήρη –τριμελή σύνθεση) μπορούν αφενός να επιταχύνουν τις σχετικές διαδικασίες και αφετέρου να διασφαλίσουν την αναγκαία ποιότητα που θα πρέπει να διαθέτει η δευτεροβάθμια διαδικασία.
[12] ΓνωμΝΣΚ 339/2013 ό.π. 
[13] ΣτΕ 212/2013 7μ ό.π.
[14] Αντί άλλων ΕΔΔΑ Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, ό.π., σκ. 288-291. Από την άλλη μεριά, προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων, η αποτελεσματικότητα μιας προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 13 δεν εξαρτάται από την βεβαιότητα της ευνοϊκής έκβασης για τον προσφεύγοντα- και κατ΄ επέκταση με τα χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης των Επιτροπών Προσφυγών, όπως κάποιοι ίσως ισχυριστούν.
[15] Είναι σαφές ότι οι καθυστερήσεις στη δευτεροβάθμια διαδικασία δεν οφείλονται στο αν η προθεσμία για την προσφυγή είναι πέντε, δεκαπέντε ή τριάντα μέρες αλλά στις σημαντικές πολύμηνες καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων από τις Επιτροπές Προσφυγών.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *