Trending

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Απόφ. 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών (αρ. Υπόθεσης 37,668): Αναγνώριση τούρκου αξιωματικού ως πρόσφυγα


[…] 9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 12 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ορίζεται ότι: «Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρείται ότι: α) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί με σκοπό τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με τα εγκλήματα αυτά β) έχει διαπράξει σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα εκτός της χώρας ασύλου πριν γίνει δεκτός ως πρόσφυγας, ήτοι πριν από τον χρόνο έκδοσης άδειας διαμονής βασισμένης στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα. Οι ιδιαίτερα σκληρές πράξεις, έστω και αν διαπράττονται με υποτιθέμενο πολιτικό στόχο, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως σοβαρά μη πολιτικά εγκλήματα γ) είναι ένοχος πράξεων που αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών όπως ορίζονται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. 3. Η παράγραφος 2 έχει εφαρμογή στα πρόσωπα που είναι ηθικοί αυτουργοί ή συμμετέχουν άλλως στη διάπραξη των εγκλημάτων ή πράξεων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο». Η εμπεριεχόμενη στο άρθρο 12 ρήτρα αποκλεισμού αποσκοπεί στον αποκλεισμό από το καθεστώς των προσφύγων προσώπων που δεν κρίνονται άξια να τύχουν της προστασίας που αυτά περιλαμβάνουν, καθώς και στη διαφύλαξη του καθεστώτος αυτού από την καταχρηστική λειτουργία του ως μέσου ασυλίας. Προέχων σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι να μην παρέχεται πολιτικό άσυλο ή επικουρική προστασία σε κάποια χώρα σε πρόσωπο που, πριν εισέλθει σε αυτήν, έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα σε άλλη χώρα, με αποτέλεσμα κατά τον τρόπο αυτό το εν λόγω πρόσωπο με την υποβολή αιτήματος παροχής ασύλου και τη χορήγηση αυτού να αποφεύγει τελικώς την ποινική του καταδίκη για το ως άνω αδίκημα στην χώρα της διαπράξεως του εγκλήματος (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 9.11. 2010, B και D, C 57/09 και C 101/09, σκέψεις 87 και 96, της 24.6.2014, C-373/13, H.T., σκέψεις 84, 86 και 89). Το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται τα κριτήρια του αποκλεισμού φέρουν καταρχήν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, ενώ, μεταστροφή του βάρους απόδειξης συντρέχει μόνο στην περίπτωση που ο αιτών είναι ιεραρχικώς ανώτερο μέλος οργάνωσης που διαπράττει τα αναφερόμενα στα προαναφερθέντα άρθρα εγκλήματα (βλ. ΔΕΕ, B και D, C 57/09 και C 101/09, σκέψεις 87 επ.). Στην ρήτρα αποκλεισμού εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις προσώπων τα οποία έχουν διαπράξει ή για τα οποία υπάρχουν ισχυρές υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει σοβαρό αδίκημα του «κοινού ποινικού δικαίου», δηλαδή μη «πολιτικό» έγκλημα («non political crime» κατά τη διατύπωση του αντίστοιχου όρου στο εξίσου αυθεντικό, σύμφωνα με τη Σύμβαση, αγγλικό κείμενό της), συμπέρασμα στο οποίο, η αρμόδια αρχή εξέτασης του κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας, μπορεί να καταλήξει μόνο μετά από αξιολόγηση συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία γνωρίζει, για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Προκειμένου δε να κριθεί ότι ο αιτών άσυλο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 θα πρέπει να αξιολογηθεί αν οι πράξεις του καταρχήν συνιστούν έγκλημα με βάση τη διεθνώς παραδεδεγμένη αντίληψη της έννοιας του εγκλήματος (βλ. Raad van State, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2014, 201208875/1V/1) και επιπροσθέτως, ότι το διαπραχθέν έγκλημα είναι «σοβαρό». Όπως εξάλλου, έχει κριθεί, η έννοια του «σοβαρού εγκλήματος» έχει αυτόνομο διεθνές νόημα και προσδιορίζεται όχι με αναφορά στον εθνικό νόμο της χώρας καταγωγής ή με κριτήριο τη διάρκεια της επιβληθείσας ποινής (UKUT, AH (Algeria) κατά Secretary of State of the Home Department), αλλά κατόπιν αξιολόγησης διάφορων παραγόντων, όπως τα στοιχεία του εγκλήματος, ο τρόπος εκτέλεσης και η ύπαρξη ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων (FCC, Jayasekara κατά Canada (Minister of Citizenship and Immigration), [2009] 4 F.C.R. 164 FCA, 2008 FCA 404). Εξάλλου, όσον αφορά στην εφαρμογή του ειδικού προστατευτικού καθεστώτος της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης περί προσφύγων, το εννοιολογικό περιεχόμενο του «πολιτικού» εγκλήματος, (όπως και του «σύνθετου» πολιτικού εγκλήματος ή του «συναφούς» προς πολιτικό έγκλημα- των οποίων, άλλωστε, δεν δίδεται ορισμός στο διεθνές ή στο εθνικό δίκαιο), δεν προσδιορίζεται βάσει κανόνων της οικείας εσωτερικής έννομης τάξης, ως χώρας παροχής ασύλου, αλλά έχει μία αυτόνομη διεθνή έννοια. Κατά τη νομολογία των Δικαστηρίων ως «πολιτικό» έγκλημα, σε αντιδιαστολή προς το έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, νοείται το έγκλημα που στρέφεται ευθέως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της κατά το ισχύον πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως, δηλαδή νοείται μόνο το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτού, μεταξύ δε της πιθανότητας εκπλήρωσης του επιδιωχθέντος πολιτικού σκοπού και του εγκλήματος πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια (βλ. FCC, Gil κατά Canada (Minister of Employment and Immigration), [1995] 1 F.C. 508 (C.A.). Ως «σύνθετο» δε πολιτικό έγκλημα ή «συναφές» προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο που τελεί σε τέτοια συνάφεια προς το πολιτικό έγκλημα, ώστε η προσβολή που επέρχεται σε κάποιο έννομο αγαθό να έχει ως αποτέλεσμα την παρασκευή των μέσων για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος υπό την προεκτεθείσα έννοια, το οποίο προϋποθέτει ως τελεσθέν. Περαιτέρω, κάθε άλλο έγκλημα το οποίο δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα, δεν υπάγεται στις προεκτεθείσες έννοιες εγκλήματος («πολιτικού», «σύνθετου» ή «συναφούς»), έστω και εάν τελέσθηκε από τον δράστη με αφορμή τα πολιτικά φρονήματά του ή τις αρχές του ή προς τον σκοπό τέτοιων επιδιώξεων (βλ. ΣτΕ 1661/2012, πρβλ. την 2661/20.12.2005 απόφαση του Α΄ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επί της δίκης μελών της Οργανώσεως «17 Νοέμβρη» και την εκεί παρατιθέμενη εκτενή νομολογία του Α.Π. και θεωρία, καθώς και τις σχετικές αναφορές της ίδιας δικαστικής αποφάσεως σε ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις που ο αιτών συμμετείχε σε ομάδα προσώπων στην οποία αποδίδεται η τέλεση τρομοκρατικών πράξεων ή άλλων σοβαρών μη πολιτικών εγκλημάτων ή ήταν μέλος οργανώσεως η οποία εφαρμόζει τρομοκρατικές μεθόδους, ο αποκλεισμός από το καθεστώς του πρόσφυγα εξαρτάται από τον κατ’ ιδίαν έλεγχο συγκεκριμένων γεγονότων που παρέχει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί αν υφίστανται σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του εντός της συγκεκριμένης ομάδας προσώπων ή οργανώσεως, το πρόσωπο αυτό διέπραξε σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα ή ότι είναι ηθικός αυτουργός τέτοιου εγκλήματος ή μετέσχε άλλως στην τέλεση, κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 3 της οδηγίας.  Προκειμένου δε να θεωρηθεί ότι συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού του στοιχείου β΄ της παρ. 2 του άρθρου 12 της οδηγίας, πρέπει να είναι δυνατό να καταλογισθεί στον αιτούντα, λαμβανομένων υπόψη των προδιαγραφών αποδείξεως που επιβάλλει η εν λόγω παράγραφος 2, μέρος της ευθύνης για τις πράξεις που τέλεσε η επίμαχη ομάδα προσώπων ή οργάνωση την περίοδο κατά την οποία αυτός ήταν μέλος της. Εξάλλου, για την εκτίμηση, με γνώμονα κριτήρια τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, του βαθμού της ατομικής ευθύνης του προσώπου αυτού, η αρμόδια αρχή οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσει την πραγματική φύση της συμμετοχής του αιτούντος στην τέλεση των εν λόγω πράξεων, τη θέση του στο εσωτερικό της ομάδας ή οργανώσεως, το βαθμό της γνώσεως που είχε ή όφειλε να έχει για τις δραστηριότητες της ομάδας, τον ενδεχόμενο εξαναγκασμό που υπέστη ή άλλους παράγοντες ικανούς να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 9.11. 2010, B και D, C 57/09 και C 101/09, σκέψεις 87 και 96, της 24.6.2014, C-373/13, H.T., σκέψεις 84,86 και 89, ICTY,  Prosecutor κατά Tadic, Prosecutor κατά Brđjanin, Prosecutor κατά Krajišnik, Court of Appeal of Canada, Bouasla, Ali κατά M.C.I.). Επιπροσθέτως, πρέπει να διερευνηθεί, ιδίως, αν ο αιτών είναι ο φυσικός αυτουργός, αν και σε ποιο βαθμό ενεπλάκη στο σχεδιασμό, στη λήψη αποφάσεων ή στην καθοδήγηση άλλων προσώπων ενόψει της τέλεσης παρόμοιων πράξεων και, τέλος, αν και σε ποιο βαθμό εξασφάλισε σε τρίτους τα μέσα για την τέλεσή τους (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 9.11. 2010, B και D, C 57/09 και C 101/09, σκέψεις 87 και 96, της 24.6.2014, C-373/13, H.T., σκέψεις 84,86 και 89). Τέλος, για την εκτίμηση αν ο αιτών συνέβαλε αποφασιστικά με τις ενέργειές του στην διάπραξη από τρίτους σοβαρών εγκλημάτων, πρέπει να διαπιστωθεί αν αυτός παρείχε εν γνώσει του βοήθεια, φυσική ή ψυχολογική, η οποία είχε ουσιώδη επιρροή στη διάπραξη του εγκλήματος (UKUT, MT κατά Secretary of State of the Home Department, Court de droit d Asyle, judgment of 15 July 2014 (No11016153C).

[…]16. Επειδή, οι πράξεις που αποδίδονται στον προσφεύγοντα, σύμφωνα με την ανωτέρω αίτηση έκδοσης της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης (προσβολές του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης), έχουν πολιτικό χαρακτήρα διότι στρέφονται κατά της πολιτειακής τάξης της Τουρκίας και, ειδικότερα, αποβλέπουν στην αλλοίωση ή στη μεταβολή της υφιστάμενης πολιτειακής τάξης του τουρκικού κράτους με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας.

17. Επειδή, κατά την κρίση της Επιτροπής, η περιγραφή των ανωτέρω πράξεων, όπως αναφέρονται στην ως άνω αίτηση έκδοσης της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης, είναι εντελώς αόριστη, αφού στην αίτηση αυτή αναφέρονται γενικώς τα γεγονότα της νύκτας που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των πράξεων, του τρόπου και του βαθμού συμμετοχής του προσφεύγοντος στις πράξεις αυτές, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, θεμελιωτικών των πράξεων που του αποδίδονται. Ειδικότερα, η γενική αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις του αρχηγού του πληρώματος του ελικοπτέρου κατά τη νύκτα του πραξικοπήματος και η μέσω αυτών επιχειρούμενη σύνδεση του προσφεύγοντος με τις εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται σ’ αυτόν δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να στηρίξουν τις σε βάρος του προσφεύγοντος κατηγορίες, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος συμμετοχής του στις πράξεις αυτές. Εξάλλου, ούτε από άλλα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο προσφεύγων τόσο ενώπιον της υπηρεσίας ασύλου όσο και ενώπιον της Επιτροπής, προέκυψαν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν «σοβαρούς λόγους», οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο προσφεύγων συμμετείχε στη διάπραξη του πραξικοπήματος. Πολύ δε περισσότερο, δεν τεκμηριώνεται, με βάση το πραγματικό της υπόθεσης, ότι ο προσφεύγων διέπραξε πράξεις, ιδιαίτερα σκληρές ή δυσανάλογες του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης ή συνετέλεσε άλλως στη δολοφονία αμάχων πολιτών ή στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, αφού δεν προκύπτει με ποιον τρόπο ο προσφεύγων ή κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο ο προσφεύγων συνέδραμε, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας ή με ποιον τρόπο συμμετείχε, ενδεχομένως, σε κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια για την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Μόνη, εξάλλου, η αναφορά του αριθμού του άμαχου πληθυσμού που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος, χωρίς ταυτοχρόνως να περιγράφονται οι πράξεις τις οποίες ενήργησε ο προσφεύγων και οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με τους θανάτους αυτούς, δεν δύναται να θεμελιώσει κατηγορία σε βάρος του προσφεύγοντος για την τέλεση ιδιαιτέρως σκληρών πράξεων και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού του προσφεύγοντος από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, κατά τα άρθρα 1 ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης και 12 της Οδηγίας 2011/95/ ΕΕ.

18. Επειδή, περαιτέρω, ενόψει των κατηγοριών που αποδίδονται από τις τουρκικές αρχές σε βάρος του προσφεύγοντος, ο τελευταίος έχει καταστεί, κατά την κρίση της Επιτροπής, πρόσωπο «αρκετού ενδιαφέροντος» για τις τουρκικές αρχές ώστε να κινδυνεύει με σύλληψη και ανάκριση (βλ. ΕΔΔΑ, Ν.Α. κατά Αγγλίας, Αρ. προσφ. 25904/07), ιδίως στα πλαίσια των ανωτέρω αναφερόμενων εκτελεστικών διαταγμάτων, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το καθεστώς προσωρινής παρέκκλισης από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υπό το άρθρο 15 της Σύμβασης «προκειμένου, να καταπολεμηθεί η οργάνωση αυτή η οποία επιχείρησε το πραξικόπημα, καθώς και όλα τα συστατικά στοιχεία της». Συνεπώς, συντρέχει, κατά την κρίση της Επιτροπής, σοβαρός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του προσφεύγοντος στην Τουρκία, να κρατηθεί από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές της Τουρκίας και να υποστεί βασανιστήρια και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, παρόμοια με εκείνη την οποία, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις διεθνών οργανισμών και ανθρωπιστικών οργανώσεων, αλλά και τα δημοσιεύματα των διεθνών Μ.Μ.Ε, υφίστανται όσοι συνελήφθησαν μετά το πραξικόπημα, κυρίως στρατιωτικοί, ως συμμέτοχοι σ’ αυτό, ενώ καθίσταται ορατός ο κίνδυνος να επιβληθούν σε βάρος του προσφεύγοντος ποινές απάνθρωπες, καθόσον είναι ιδιαιτέρως πιθανή η επαναφορά της θανατικής ποινής με αναδρομική εφαρμογή ενόψει των σχετικών δημοσίων εξαγγελιών του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Επίσης, συντρέχει εύλογος κίνδυνος, ο προσφεύγων, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση, δεδομένης της αθρόας αποπομπής μεγάλου αριθμού δικαστικών λειτουργών, καθώς και της ύπαρξης πλήθους ενδείξεων για ισχυρές πολιτικές πιέσεις και παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο των δικαστών μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος στην Τουρκία. Σε κάθε δε περίπτωση, η πιθανότητα ακυρώσεως ή περιστολής του πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επιτρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση την εφαρμογή διατάξεων είτε διεθνών συμβάσεων είτε του εσωτερικού δικαίου, που περιορίζουν το καθεστώς χορήγησης διεθνούς προστασίας ή αποκλείουν την εφαρμογή του, αφού αυτές, όπως προαναφέρθηκε, υποχωρούν έναντι των υπέρτερης σημασίας κανόνων του διεθνούς δικαίου, που προστατεύουν την αξία του ανθρώπου και τα εξ αυτής θεμελιώδη δικαιώματα αυτού (βλ. ΑΠ 136/2017). Ενόψει τούτων, η Επιτροπή δέχεται ότι, λόγω των πράξεων που του αποδίδονται, ο προσφεύγων έχει βάσιμο φόβο δίωξης στην Τουρκία, ενώ, για τον ίδιο λόγο, δεν υπάρχει δυνατή και εύλογη λύση μετεγκατάστασης του προσφεύγοντος σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Τουρκίας.

19. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, η Υπηρεσία Ασύλου που δέχτηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή ο προσφεύγων συμμετείχε στη διάπραξη του πραξικοπήματος με στρατιωτική δύναμη και υλικό πολέμου και ότι οι πράξεις αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος καθώς ήταν δυσανάλογες του επιδιωκόμενου πολιτικού σκοπού, ήτοι της ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης τουρκικής κυβέρνησης, έσφαλε στην εκτίμησή της και πρέπει κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη  πράξη.

20. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η Επιτροπή αναγνωρίζει τον προσφεύγοντα ως πρόσφυγα, δεδομένου ότι υφίσταται κίνδυνος δίωξης σε βάρος του για πολιτικούς λόγους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στα άρθρα 2 εδ. ε΄ και 13 του π.δ/τος 141/2013.

ΣΗΜ: Κατά της συγκεκριμένης απόφασης ασκήθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό αίτηση ακύρωσης και αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών . Δια της από 8.1.2018 πράξης της Προέδρου του Θ' Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ανεστάλη προσωρινώς η εκτελεστότητα της ως άνω απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών 

Διαβάστε το σχετικό δελτίο τύπου του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες με το οποίο παρέχονται διευκρινήσεις πάνω στα νομικά ζητήματα για την υπόθεση του Τούρκου στρατιωτικού  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω. Υπεύθυνος Προάσπισης και Διεκδίκησης Δικαιωμάτων, Γιατροί του Κόσμου- Ελληνική Αντιπροσωπεία. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *