Trending

Immigration.gr

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Σκέψεις αναφορικά με την «εύλογη» πιθανότητα δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού



Συχνά αιτήματα ασύλου που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό απορρίπτονται με το σκεπτικό ότι τα LGBT άτομα δεν θα κινδύνευαν στις χώρες καταγωγής τους αν «ακολουθούσαν διακριτικό τρόπο ζωής» ή διότι οι εκάστοτε διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας στη χώρα καταγωγής που κολάζουν τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, τελούν «εν υπνώσει» και επομένως σπάνια οδηγούν σε καταδίκες. Μια τέτοια απόφαση ήταν εκείνη της 2ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής (αριθμ. Πρωτ. 1015/25.1.2017), η οποία απέρριψε κατά πλειοψηφία το σχετικό αίτημα με το σκεπτικό ότι ο αιτών δεν θα κινδύνευε εάν δεν «επεδείκνυε τη διαφορετικότητα του» ενώ οι ποινικές καταδίκες στη χώρα καταγωγής είναι «σπάνιες».

Στην προκείμενη περίπτωση επρόκειτο για πολίτη Μαρόκου, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, λόγω βασίμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξής του, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού (ομοφυλόφιλος). Ειδικότερα, υποστήριξε ότι στο Μαρόκο οι σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου αποτελούν ποινικό αδίκημα, ενώ και η κοινωνία διάκειται εχθρικά προς τέτοια άτομα. Η επιστροφή του δε εκεί θα πλήξει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του και το δικαίωμα του στη ζωή, καθώς υπάρχει βάσιμος φόβος ότι, αν εκφράσει την σεξουαλική του ταυτότητα, θα συλληφθεί από τις αρχές, στερούμενος την ελευθερία του και θα περιέλθει σε κοινωνική απομόνωση, διότι η κοινωνία συνηθίζει να διώκει βάναυσα τους ομοφυλόφιλους, ενώ και η οικογένειά του είναι αντίθετη με τον προσανατολισμό του αυτό και δεν του συμπαρίσταται.

Η Επιτροπή Προσφυγών, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση υπαγωγής του αιτούντος στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, επικαλούμενη διεθνείς πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες μολονότι η ομοφυλοφιλία στο Μαρόκο αποτελεί ποινικό αδίκημα για τους μουσουλμάνους, “είναι ανεκτή, υπό τον όρο ότι όσοι εμπλέκονται σε ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν επιδεικνύουν τη διαφορετικότητά τους” και ότι οι καταδίκες στη χώρα αυτή για τον ως άνω λόγο είναι σπάνιες. Μειοψήφησε ένα μέλος της Επιτροπής, το οποίο αξιολογώντας το ιστορικό του αιτούντος δέχθηκε, αντιθέτως, ότι σε περίπτωση επιστροφής του, υπάρχει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος, λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας να υποστεί ιδιαίτερα σοβαρές μορφές βλάβης (σύλληψη, ποινική δίωξη και στέρηση της ελευθερίας του από τις αρχές της χώρας, πράξεις βίας από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς και κοινωνική απομόνωση) και ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στο καθεστώς του πρόσφυγα.

Όσον αφορά στο πρώτο αιτιολογικό έρεισμα της απόφασης, ότι «η ομοφυλοφιλία είναι εν γένει ανεκτή υπό τον όρο ότι όσοι εμπλέκονται σε ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν επιδεικνύουν τη διαφορετικότητά τους” τα πράγματα είναι σχετικά ξεκάθαρα. Ήδη, από το 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασίλειου στην υπόθεση HJ (δείτε εδώ http://bit.ly/2GL0eoo) και στη συνέχεια το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις C-199/12 έως C- 201/12 δείτε εδώ http://bit.ly/2orvDFL) έχουν ταχθεί κατά της συγκεκριμένης προσέγγισης. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά το ΔΕΕ «το να απαιτηθεί από μέλη μίας κοινωνικής ομάδας που έχουν συγκεκριμένο γενετήσιο προσανατολισμό να αποκρύψουν τον προσανατολισμό αυτό αντίκειται σε αυτή την αναγνώριση ενός χαρακτηριστικού τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα τους ώστε δεν πρέπει να αναγκάζονται να το αποκηρύξουν». Συνεπώς, κατά την αξιολόγηση αιτήσεως παροχής του καθεστώτος πρόσφυγα, οι αρμόδιες αρχές δεν δύνανται εύλογα να αναμένουν, προκειμένου ο αιτών άσυλο να αποφύγει δίωξή του, να αποκρύπτει την ομοφυλοφιλία του στη χώρα καταγωγής του ή να επιδεικνύει συγκράτηση κατά την εξωτερίκευση του γενετήσιου προσανατολισμού του.

Αντιθέτως, όσον αφορά στο δεύτερο αιτιολογικό έρεισμα της απόφασης, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υιοθέτησε μια περιοριστική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία απλώς και μόνον η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών πράξεων δεν αποτελεί, αυτή καθ’ εαυτήν, πράξη διώξεως. Αντιθέτως, ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως κολάζουσα ομοφυλοφιλικές πράξεις και όντως εφαρμοζόμενη στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί δυσανάλογη ή μεροληπτική κύρωση και επομένως αποτελεί πράξη διώξεως (βλ. υποθέσεις C-199 έως 201/12, ό.π.).

Η ερμηνεία αυτή του Δικαστηρίου δυστυχώς, έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα ότι καταλείπει ευρύ περιθώριο αποκλινουσών προσεγγίσεων από τις εκάστοτε εθνικές αρχές. Πότε άραγε η ποινική νομοθεσία που κολάζει τις ομοφυλοφιλικές πράξεις θεωρείται «εφαρμοζόμενη στην πράξη» και πότε «αδρανής»; Είναι απλά ζήτημα αριθμών; Αρκεί πχ απλά μια διαίρεση του συνολικού πληθυσμού της χώρας με τον αριθμό των καταδικών μέσα σε ένα έτος για να μας δώσει απάντηση στο ερώτημα μας; Στο κατά πόσο τελικά είναι εύλογο να υποστεί κάποιος βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του; Μπορούν οι αριθμοί από μόνοι τους να προσεγγίσουν την κοινωνική πολυπλοκότητα; Άραγε μπορεί η διεθνής προστασία τελικά να είναι απλά ζήτημα μαθηματικών;   

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προελέχθη, η Επιτροπή, απέρριψε κατά πλειοψηφία το αίτημα ασύλου με το σκεπτικό ότι ο αιτών δεν θα κινδύνευε διότι οι ποινικές καταδίκες στη χώρα καταγωγής είναι «σπάνιες». Αντιθέτως, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο εν συνεχεία, ενδίκου βοηθήματος κατά της απόφασης (ΔΕφΑθ ως Συμβ 190/2017) ανέστειλε την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής, πιθανολογώντας ότι ο ενδιαφερόμενος θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. 

Η διαφορετική αυτή προσέγγιση μεταξύ Επιτροπής και Δικαστηρίου καταδεικνύει, ότι η κρίση για το αν κανείς κινδυνεύει λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού στη χώρα καταγωγής του παραμένει δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό τελικά «υποκειμενική», γεγονός που επιτείνει τη σχετική ανασφάλεια όσων αιτούνται διεθνή προστασία επί τη βάσει του σεξουαλικού τους προσανατολισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *