Trending

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Ολ ΣτΕ 1694/2018: Νόμιμη η αναγνώριση ως πρόσφυγα ενός εκ των 8 Τούρκων στρατιωτικών



3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 29-1-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 22622/28-12-2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του …, υπηκόου Τουρκίας, η 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959, και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του π.δ. 141/2013.

8. Επειδή, η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου … ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς. […]

10. Επειδή, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλοντας με το δικόγραφο της παρεμβάσεως ότι “η υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών, που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Ελλάδα ... λίγες ώρες μετά την καταστολή της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης Ερντογάν, έχει εύλογα προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Η παροχή ασύλου σε πρόσωπα που διώκονται για την πολιτική δράση τους στην χώρα προέλευσής τους αποτελεί βασική αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτό γίνεται δεκτό στην ελληνική, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα δικαίου”. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση παρεμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι ατομική διοικητική πράξη, δεν θίγει τα συμφέροντα των μελών του ως επαγγελματικής τάξεως, ενώ η χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σε συγκεκριμένο αλλοδαπό, ανεξάρτητα από την υπηκοότητά του, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται με βασική αρχή του κράτους δικαίου ή με ζήτημα γενικότερου εθνικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, για το λόγο αυτόν, η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη, Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου, Ο. Ζύγουρα, Θ. Αραβάνη, Η. Μάζου, Ρ. Γιαννουλάτου και της Παρέδρου Αικ. Ρωξάνα, ενόψει των ως άνω προσβαλλομένων ισχυρισμών, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 περ. α΄, ζ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, προς υπεράσπιση των αρχών του κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το οποίο συνάπτεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, το οποίο συγκροτείται από τις οδηγίες 2011/95/ΕΕ, 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ. [...] 

17. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016, παρέχεται στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ήδη Μεταναστευτικής Πολιτικής), το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, όπως το ένδικο αυτό βοήθημα κατοχυρώνεται και προβλέπεται από το άρθρο 95 του Συντάγματος και τα άρθρα 45 επ. του π.δ/τος 18/1989 κατά των αποφάσεων των Επιτροπών Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, οι οποίες αποφαίνονται επί των ενδικοφανών προσφυγών που ασκούν (μόνον) οι αιτούντες διεθνή προστασία κατά των αποφάσεων των Υπηρεσιών Ασύλου, με τις οποίες απορρίπτεται το αίτημά τους να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες ή ως δικαιούχοι επικουρικής προστασίας. Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής δύναται να προβάλει λόγους ακυρώσεως αναγόμενους στην εξωτερική νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής Προσφυγών, καθώς και λόγους ακυρώσεως με τους οποίους πλήσσεται αφενός μεν η ορθότητα της ερμηνείας του νόμου και των αορίστων νομικών εννοιών στην οποία προέβη η εν λόγω διοικητική αρχή, αφετέρου δε η νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση της 22622/28-12-2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, με την οποία, κατ’ αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, αναγνωρίσθηκε αυτός ως πρόσφυγας, ασκείται παραδεκτώς από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την παρέμβαση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η θεσπιζόμενη από το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4375/2016 ενδοστρεφής δίκη προβλέπεται μόνο για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της Ελληνικής Πολιτείας να σέβεται τους κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας για τους πρόσφυγες και να συμμορφώνεται προς αυτούς, καθώς και για λόγους εσωτερικής ασφάλειας της Χώρας, επίκληση των οποίων δεν γίνεται με την κρινόμενη αίτηση. Η άποψη δε αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα στην αιτιολογική σκέψη 51 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, που επικαλείται ο παρεμβαίνων, σύμφωνα με την οποία “... η παρούσα οδηγία δεν θίγει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας”. Τούτο δε διότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αφορά τη δυνατότητα των δημοσίων αρχών των κρατών - μελών να προσβάλλουν δικαστικώς τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών που αποφαίνονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, αλλά αναφέρεται, γενικώς, στη διατήρηση των αρμοδιοτήτων των κρατών – μελών στον τομέα της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται από τον παρεμβαίνοντα ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή ζητείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας να κρίνει εκ νέου την ουσία της υποθέσεως, επανεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο δε διότι με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως αφενός μεν για τον λόγο ότι εκδόθηκε κατά παράβαση των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 και1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στα άρθρα 2 περ. ε΄, 12 παρ. 2 περ. β΄και 13 του π.δ. 141/2013 αφετέρου δε για το λόγο ότι φέρει μη νόμιμη αιτιολογία, ήτοι ζητείται η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως για λόγους που είναι σύμφωνοι με τη φύση του ακυρωτικού ελέγχου που ασκείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την εξέταση της νομιμότητος των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών.

18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος ως πρόσφυγας. Τούτο δε διότι στην απόφαση αυτή δεν αναφέρονται οι πολιτικές πεποιθήσεις του παρεμβαίνοντος, αλλά περιέχεται η αόριστη αναφορά ότι “υφίσταται κίνδυνος δίωξης σε βάρος του για πολιτικούς λόγους”, χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένη σύνδεση, με σχέση αιτίου προς αιτιατό, του δικαιολογημένου φόβου του παρεμβαίνοντος ότι θα υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του για λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

19. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με την οποία απερρίφθη η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος, έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για αναγνώρισή του ως πρόσφυγος προϋποθέσεις, εκρίθη όμως ότι, λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, συνέτρεχε στο πρόσωπό του η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 1Στ περ. β΄ της ανωτέρω Σύμβασης ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, καθόσον διέπραξε σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου πριν την είσοδό του στην Χώρα (σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα κατά τη διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄του π.δ. 141/2013). Κατά του τελευταίου αυτού κεφαλαίου της ανωτέρω αποφάσεως, ήτοι κατά του κεφαλαίου με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ο παρεμβαίνων άσκησε την από 25-10-2016 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών. Εφόσον, όμως, η μεν διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του ν. 4375/2016 δεν παρέχει στον αρμόδιο Υπουργό το δικαίωμα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής κατά της αποφάσεως της αρμόδιας αρχής με την οποία αυτή αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η δε διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ίδιου νόμου παρέχει το δικαίωμα στον αρμόδιο Υπουργό να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως μόνο κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, που αποφαίνονται σε δεύτερο βαθμό επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συνάγεται ότι με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος η υπόθεση, που αφορούσε την αναγνώρισή του ή μη ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας (ζήτημα που συνάπτεται άμεσα όχι μόνο με την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, αλλά και με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), ήχθη ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών κατά το νόμο και την ουσία στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013 προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγος. Συνεπώς, η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών υπεχρεούτο να επανεξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος (βλ. άρθρο 62 παρ. 8 του ν. 4375/2016) και να ερευνήσει εκ νέου και εξ υπαρχής τη συνδρομή ή μη όλων των προϋποθέσεων τόσο για την αναγνώριση του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013), όσο και για την εφαρμογή στο πρόσωπό του της ρήτρας αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος (άρθρα 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, νομίμως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε εκ νέου το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄του π.δ. 141/2013, το οποίο δεν είχε αμφισβητηθεί με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε αυτός κατά της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η σχετική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Χ. Ράμμου, του Αντιπροέδρου Γ. Παπαγεωργίου και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Π. Καρλή, Β. Αραβαντινού, Η. Μάζου, Ε. Παπαδημητρίου και Ρ. Γιαννουλάτου, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται απαραδέκτως. Τούτο δε διότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δεν είχε την εξουσία να εξετάσει το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής το οποίο δεν αμφισβητήθηκε με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο παρεμβαίνων κατ’ αυτής (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), καθόσον σε αυτήν δεν μετεβιβάσθη η υπόθεση της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας στο σύνολό της, αλλά μόνο το αμφισβητηθέν με την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή μέρος της (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχε η ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), κατ’ εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ενδικοφανούς προσφυγής. Κατ’ ακολουθίαν, κατά την ανωτέρω μειοψηφήσασα γνώμη η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών όφειλε να εξετάσει κατά το νόμο και την ουσία μόνο το κεφάλαιο που ήχθη ενώπιόν της και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ανεγνωρίσθη ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

20. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των άρθρων 2 περ. ε΄και 10 παρ. 1 περ. ε΄, 2 του π.δ. 141/2013, που παρατέθηκαν στις σκέψεις 11 και 12, προκειμένου να κριθεί ότι στο πρόσωπο του αιτούντος διεθνή προστασία συντρέχει δικαιολογημένος φόβος (well founded fear, craignant avec raison) δίωξης στη Χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, ώστε να αναγνωρισθεί αυτός ως πρόσφυγας, δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να έχει εκδηλώσει ρητώς τις πολιτικές πεποιθήσεις για τις οποίες, ευλόγως, φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη, αλλά αρκεί το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές πεποιθήσεις καταλογίζονται σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης. Κρίσιμος, συνεπώς, παράγοντας, εν προκειμένω, είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις που ο φορέας της δίωξης θεωρεί ότι ενστερνίζεται ο αιτών, είναι δε αδιάφορο από της εξεταζομένης απόψεως αν αυτός υιοθετεί ή όχι τις αποδιδόμενες σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης πολιτικές πεποιθήσεις.

21. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, στην αίτηση έκδοσης που υπέβαλε η Γενική Εισαγγελία Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας απεδόθη στον παρεμβαίνοντα, αξιωματικό του τουρκικού στρατού, ότι συμμετείχε στην απόπειρα ένοπλου στρατιωτικού πραξικοπήματος που εκδηλώθηκε στη Δημοκρατία της Τουρκίας, την 15η Ιουλίου 2016, από μέλη της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY). Με την 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, καθόσον υφίστατο δικαιολογημένος φόβος δίωξης του στην Τουρκία λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων (άρθρο 10 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013). Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση, έγινε δεκτό ότι σε βάρος του παρεμβαίνοντος εκκρεμεί στην Τουρκία ένταλμα σύλληψης με κατηγορίες “για απόπειρα εξάλειψης της κυβέρνησης της Τουρκικής Δημοκρατίας ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της, απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, απόπειρα εξάλειψης της συνταγματικής τάξης και απόπειρα εξάλειψης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας (ΤΒΜΜ) ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της. Επίσης, διακεκριμένη αρπαγή (ελικόπτερο) από κοινού περισσοτέρων από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, επί πλέον δε αυτός κατηγορείται για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (FËTΟ/PDY), κατηγορία η οποία επισύρει αυστηρότατες και υπερβολικά δυσανάλογες ποινές, πιθανολογείται δε ότι αυτός θα υποβληθεί σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση σε περίπτωση σύλληψης και φυλάκισής του.

22. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η ανωτέρω κρίση της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής περί συνδρομής στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 του π.δ. 141/2013, προϋποθέσεων, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο παρεμβαίνων “έχει καταστεί πρόσωπο αρκετού ενδιαφέροντος για τις τουρκικές αρχές ώστε να κινδυνεύει με σύλληψη και ανάκριση”, ιδίως στα πλαίσια των εκτελεστικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί από την Τουρκική κυβέρνηση μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το καθεστώς προσωρινής παρέκκλισης από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, προκειμένου να καταπολεμηθεί η οργάνωση (FËTΟ/PDY), η οποία επεχείρησε το πραξικόπημα, καθώς και όλα τα συστατικά στοιχεία της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο παρεμβαίνων έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη στην Τουρκία, καθόσον υφίσταται σοβαρός κίνδυνος, σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα, να κρατηθεί από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές και να υποστεί βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση, τέλος δε να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση.

23. Επειδή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται, ως προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι η απόδοση στον παρεμβαίνοντα εκ μέρους του Τουρκικού κράτους ως φορέα δίωξης, της κατηγορίας ότι συμμετέσχε στο οργανωθέν από τη Φετουλαχιστική Οργάνωση Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY) πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εμπεριέχει και απόδοση σε αυτόν και πολιτικών πεποιθήσεων, συνισταμένων στην εκ μέρους του αποδοχή των πολιτικών θέσεων της εν λόγω οργανώσεως, την οποία η Τουρκική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική. Συνεπώς, υφίσταται εν προκειμένω ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος (causal link) μεταξύ του δικαιολογημένου φόβου δίωξης του παρεμβαίνοντος στη χώρα καταγωγής του και των αποδιδομένων σε αυτόν από το Τουρκικό κράτος πολιτικών πεποιθήσεων. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος ακυρώσεως (σκέψη 18), με τον οποίο προβάλλεται ότι μη νομίμως αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, χωρίς να αναφέρονται οι πολιτικές του πεποιθήσεις και χωρίς να εξακριβωθεί, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, εάν υφίσταται δικαιολογημένος φόβος του να υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων.

24. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013 (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ), αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” (serious reasons for considering, raisons serieuses de penser), ότι έχει διαπράξει σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου (κατά τη διατύπωση της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του π.δ. 141/2013), πριν την είσοδό του στην ελληνική επικράτεια. Η ως άνω ρήτρα αποσκοπεί στον αποκλεισμό από το καθεστώς των προσφύγων των προσώπων τα οποία δεν κρίνονται άξια να τύχουν της προστασίας που αυτό περιλαμβάνει, καθώς και στη διαφύλαξη του καθεστώτος αυτού από την καταχρηστική λειτουργία του ως μέσου ασυλίας (ΣτΕ 1661/2012 7μελής). Περαιτέρω, προκειμένου να τεκμηριωθεί η συμμετοχή αιτούντος διεθνή προστασία σε σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του π.δ. 141/2013, πρέπει να προκύπτει από καθαρά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία (clear and credible evidence), και κατόπιν αξιολογήσεως συγκεκριμένων γεγονότων, ότι η εμπλοκή του εν λόγω αιτούντος στις ενέργειες που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου”(κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013) ή η συνδρομή του στην επίτευξη του πολιτικού σκοπού στον οποίο απέβλεψε μια οργάνωση που, επικαλούμενη την επίτευξη τέτοιου σκοπού, χρησιμοποίησε βίαια μέσα και διέπραξε σοβαρές εγκληματικές πράξεις, υπήρξε αφενός μεν συνειδητή (επαρκής γνώση εκ μέρους του του σκοπού της οργάνωσης και αποδοχή του), αφετέρου δε ουσιαστική (ουσιώδης συμβολή στην τέλεση των εγκληματικών πράξεων, με γνώση εκ μέρους του ότι θα βοηθήσει ή θα διευκολύνει τη διάπραξή τους). Απαιτείται, δηλαδή, να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών του ανωτέρω αιτούντος και του εγκληματικού σκοπού που επεδίωξε η προαναφερθείσα οργάνωση ή των εγκλημάτων που διεπράχθησαν στο πλαίσιο των ενεργειών της προς επίτευξη των σκοπών της. Συνεπώς, για την εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού στο πρόσωπο του ανωτέρω αιτούντος, πρέπει να είναι δυνατό να καταλογισθεί σε αυτόν, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, μέρος της ευθύνης για τις σοβαρές εγκληματικές πράξεις που διέπραξε η οργάνωση, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της (πρβλ. ΔΕΕ στις υποθέσεις C-57/2009 και C-101/2009 B and D της 9-11-2010, Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27-8-2010, Supreme Court of Canada υπόθεση Ezocola της 19-7-2013, Federal Court of Canada υπόθεση Sivacumar της 4-11-1993). [...] 

27. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών (22622/28-12-2017) ακυρώθηκε η 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, κατόπιν αποδοχής της ανωτέρω ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα πράξεις (προσβολές του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης) έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Τούτο δε διότι “του αποδίδεται η τέλεση πράξεων μαζί με άλλους συνεργούς, ως μέλη ομάδας που απέβλεπε με ενεργό δράση στην αλλοίωση ή μεταβολή της υφιστάμενης πολιτειακής τάξεως του Κράτους της Τουρκίας ή σχετίζονται με την παρασκευή των μέσων για διάπραξη συγκεκριμένου πολιτικού εγκλήματος, σε βάρος του Τουρκικού Κράτους με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας, άμεσα συναπτομένων με τους πολιτικούς σκοπούς, που η οργάνωση και ομάδα στην οποία του αποδίδεται ότι συμμετείχε, επεδίωκε, σ’ εκείνο το χρόνο”.

28. Επειδή, περαιτέρω, με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έγινε δεκτό ότι η περιγραφή στην αίτηση έκδοσης της Εισαγγελίας της Κων/πολης των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων, είναι “εντελώς αόριστη, αφού στην αίτηση αυτή αναφέρονται γενικώς τα γεγονότα της νύκτας που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των πράξεων, του τρόπου και του βαθμού συμμετοχής του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) στις πράξεις αυτές, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, θεμελιωτικών των πράξεων που του αποδίδονται. Ειδικότερα, η γενική αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις του αρχηγού του πληρώματος του ελικοπτέρου κατά τη νύκτα του πραξικοπήματος και η μέσω αυτών επιχειρούμενη σύνδεση του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) με τις εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται σ’ αυτόν δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να στηρίξουν τις σε βάρος του ... κατηγορίες, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος συμμετοχής του στις πράξεις αυτές. Εξ άλλου, ούτε από άλλα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης ... προέκυψαν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν “σοβαρούς λόγους”, οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συμμετείχε στη διάπραξη του πραξικοπήματος. Πολύ δε περισσότερο , δεν τεκμηριώνεται, με βάση το πραγματικό της υπόθεσης, ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) διέπραξε πράξεις, ιδιαίτερα σκληρές ή δυσανάλογες του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης ή συνετέλεσε άλλως στη δολοφονία αμάχων πολιτών ή στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, αφού δεν προκύπτει με ποιόν τρόπο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) ή κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συνέδραμε, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας ή με ποιόν τρόπο συμμετείχε, ενδεχομένως σε κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια για την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Μόνη, εξ άλλου, η αναφορά του αριθμού του άμαχου πληθυσμού που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος, χωρίς ταυτοχρόνως να περιγράφονται οι πράξεις τις οποίες ενήργησε ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) και οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με τους θανάτους αυτούς, δεν δύναται να θεμελιώσει κατηγορία σε βάρος του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) για την τέλεση ιδιαιτέρως σκληρών πράξεων...”.

29. Επειδή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή της Αρχής Προσφυγών, κατά την εξέταση του ζητήματος αν στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εφήρμοσε το ορθό κατά νόμο μέτρο αποδείξεως και εκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Ειδικότερα, αξιολόγησε, με ειδική σκέψη, τα διαλαμβανόμενα στην από 5-8-2016 αίτηση εκδόσεως της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας, αλλά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο εκείνα στα οποία είχε στηριχθεί η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου οργάνου, όσο και εκείνα τα οποία επεκαλέσθη και προσεκόμισε ο παρεμβαίνων. Συνεπώς, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του, λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατά την έννοια των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του π.δ. 141/2013), παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν αμφισβητούνται οι ανέλεγκτες ακυρωτικώς ουσιαστικές εκτιμήσεις της Διοικήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πράγματι από κανένα σαφές, ισχυρό και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε αφενός μεν ότι ο παρεμβαίνων υπήρξε μέλος της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλης Κρατικής Δομής (FETÖ/PDY), στην οποία η Τουρκική κυβέρνηση αποδίδει τον σχεδιασμό και τη διάπραξη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εγνώριζε την οργάνωσή του, αποδεχόμενος του σκοπούς του, αφετέρου δε ότι ο ίδιος είχε ουσιώδη ή αποφασιστική συμβολή στην τέλεση σοβαρών αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, τα οποία διεπράχθησαν κατά το χρονικό διάστημα της εξέλιξης του πραξικοπήματος ή ότι προέβη ο ίδιος σε ιδιαίτερα σκληρές πράξεις στα πλαίσια αυτού, οι οποίες να διευκόλυναν ή να υποβοήθησαν την επίτευξη των στόχων του, λαμβανομένου υπόψη ότι το τεκμήριο αμφιβολίας λειτουργεί υπέρ του αιτούντος διεθνή προστασία (βλ. Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27-8-2010). Εξ άλλου, η εμπλοκή του παρεμβαίνοντος στα γεγονότα της νύκτας της 15-7-2016, όπως αυτή προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, τα οποία περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστατο στο ότι αυτός, κατόπιν διαταγής του αξιωματικού υπηρεσίας της μονάδος του, πραγματοποίησε πτήση, ως συγκυβερνήτης, με μη πολεμικό (μη επιθετικό) ελικόπτερο τύπου SIKORSKY (η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, που όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, δεν ανετράπησαν με αξιόπιστα περί του αντιθέτου αποδεικτικά στοιχεία, είχε ως αποστολή τη μεταφορά τραυματιών), με προορισμό τη λεωφόρο VATAN της Κων/πολης, στην οποία δεν κατόρθωσε, πάντως, να προσγειωθεί, διότι το ελικόπτερο εδέχθη πυρά από το έδαφος. Λαμβανομένων δε υπ’ όψιν των υψηλού επιπέδου προδιαγραφών αποδείξεως που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 του π.δ. 141/2013), και με βάση την οποία απαιτούνται “σοβαροί λόγοι” (βλ. σχετική διάταξη ανωτέρω στην σκέψη 12), η αξιολόγηση των συγκεκριμένων γεγονότων, στα οποία ενεπλάκη ο παρεμβαίνων τη νύκτα του πραξικοπήματος, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε ουσιώδη ατομική συμβολή στο πραξικόπημα της 15-7-2016 (το οποίο είχε ως συνέπεια το θάνατο 249 και τον τραυματισμό 2194 ατόμων) και, ειδικότερα, στην τέλεση των αποδιδομένων σε αυτόν αδικημάτων (παραβίαση του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, έγκλημα κατά του Νομοθετικού Οργάνου, έγκλημα κατά της Κυβέρνησης), τα οποία διεπράχθησαν με την κατάληψη και το βομβαρδισμό κυβερνητικών κτιρίων, του κτιρίου της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και του Προεδρικού Μεγάρου, όπως με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία εδέχθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διατυπωθείσα στην 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής κρίση, κατά την οποία ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15-7-2016, δεν εξηνέχθη κατόπιν εκτιμήσεως ισχυρών και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά υπήρξε προϊόν συμπερασματικών, επαγωγικών και, εν πολλοίς, υποθετικών συλλογισμών. [...] 

31. Επειδή, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων ατομικώς συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεν συντρέχει, σε κάθε περίπτωση, στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), ανεξαρτήτως αν οι αποδιδόμενες σε αυτόν από τη Δημοκρατία της Τουρκίας πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται και χαρακτηρίζονται νομικά στην από 5-8-2016 αίτηση έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, εμπίπτουν ή όχι στην ταυτόσημη έννοια του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013). Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα στασιαστικές πράξεις αξιωματικού (προσβολή του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του νομοθετικού σώματος και της κυβέρνησης), έχουν πολιτικό χαρακτήρα, προβαλλομένου ότι, αντιθέτως, τέτοιες πράξεις, ως εκ του χαρακτήρα τους, συνιστούν βαρέα ποινικά αδικήματα κατά της πολιτείας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

32. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη 15, με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) έγινε δεκτή η έφεση του παρεμβαίνοντος κατά της 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και το Δικαστήριο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης αυτού στο κράτος της Τουρκίας. Με την έφεση που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της ανωτέρω 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, είχε προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοσή του, αφενός μεν διότι δεν προέκυψαν σε βάρος του ενδείξεις ενοχής για τα αποδιδόμενα σε αυτόν από τις τουρκικές αρχές εγκλήματα αφετέρου δε διότι τα εγκλήματα για τα οποία εζητείτο η έκδοση είναι πολιτικά. Ο λόγος αυτός απερρίφθη με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που αποφαίνεται για την έκδοση δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας για την οποία ζητείται η έκδοση αφετέρου δε ότι οι στασιαστικές ενέργειες στρατιωτικών με σκοπό τη βίαιη ανατροπή και κατάλυση δημοκρατικού πολιτεύματος δεν συνιστούν πολιτική δράση υπέρ της ελευθερίας και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολιτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, ή ως πολιτικό έγκλημα που εμποδίζει την έκδοση των εμπλεκομένων σε αυτές, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ. γ΄ του Συντάγματος και 438 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας.

33. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι παραβιάζει τα ανωτέρω κριθέντα με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η εν λόγω απόφαση δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση περί του βασίμου ή μη των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών περί συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και περί διαπράξεως εκ μέρους του των καταλογιζομένων σε αυτόν αδικημάτων. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το αρμόδιο όργανο που αποφασίζει περί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την υπαγωγή ενός προσώπου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν δεσμεύεται από την απόφαση του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου που αποφαίνεται για την έκδοση του ίδιου προσώπου (βλ. απόφαση του γαλλικού Conseil dEtat της 28-11-2016 στην υπόθεση 389733), καθόσον η έκδοση εκζητουμένου προσώπου και η χορήγηση σε αυτό διεθνούς προστασίας διέπονται από διαφορετικά νομοθετικά καθεστώτα και, συνεπώς, η σχετική κρίση των αρμοδίων οργάνων δεν στηρίζεται στην ίδια νομική βάση, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι το μεν δίκαιο της έκδοσης είναι, κατ’ ουσίαν, δίκαιο καταστολής το δε δίκαιο του ασύλου είναι δίκαιο προστασίας. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον πολιτικό ή μη χαρακτήρα των αδικημάτων που αποδίδονται στον παρεμβαίνοντα από τις τουρκικές αρχές, είναι σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

34. Επειδή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την από 5-8-2016 αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας ζητήθηκε η έκδοση του παρεμβαίνοντος, και των άλλων επτά συναδέλφων του, και για το αδίκημα της “διακεκριμένης αρπαγής από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, ήτοι για το αδίκημα της αρπαγής από τον παρεμβαίνοντα και τους άλλους επτά συναδέλφους του του στρατιωτικού ελικοπτέρου τύπου SIKORSKY (με αριθμό […]), το οποίο την 16-7-2016 προσγειώθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Το αδίκημα αυτό, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 και 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, αποτελεί στρατιωτική παράβαση και για το οποίο δεν χωρεί έκδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4165/1961 (Α΄ 75), δεν δύναται να θεωρηθεί ως “σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή ως σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), ώστε η τέλεσή του να οδηγεί σε αποκλεισμό από την υπαγωγή του αιτούντος διεθνή προστασία στο καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συγκροτούν το πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Συνεπώς, δεν καθίσταται πλημμελής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως από το γεγονός ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης λόγος αποκλεισμού δεν αξιολόγησε και τη διάπραξη από αυτόν της αρπαγής του επίδικου ελικοπτέρου, το οποίο, σημειωτέον, απετέλεσε το μέσο διαφυγής του από την Τουρκία, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παρίσταται πλημμελής, διότι δεν διερευνήθηκε η βασιμότητα των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών “σχετικά με το μη πολιτικό έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες.”

35. Επειδή, συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να γίνει δεκτή η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου … και να απορριφθεί η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω . Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *