Trending

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

ΔΕφΑθ 1141/2018: Νομιμότητα μεταφοράς αιτούντος άσυλο βάσει Δουβλίνου από την Ελλάδα στη Βουλγαρία


9. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του π.δ. 113/2013, αλλά και το άρθρο 54 του ν. 4375/2016, με τα οποία μεταφέρθηκαν αντιστοίχως στο εσωτερικό δίκαιο τα άρθρα 25 της οδηγίας 2005/85/ΕΕ και 33 της νεότερης οδηγίας 2013/32/ΕΕ, συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της αίτησης διεθνούς προστασίας και όταν άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. έχει αναλάβει την ευθύνη εξέτασης της σχετικής αίτησης κατά τον Κανονισμό 343/2003 και ήδη 604/2013 (περ. β΄), όπως η Βουλγαρία εν προκειμένω, χωρίς να προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές εθνικού και ενωσιακού δικαίου άλλη προϋπόθεση. Κατά τις διατάξεις των ίδιων ως άνω νομοθετημάτων (άρθρο 2 περ. ιη΄ του π.δ. 113/2013 και 54 παρ. 2 του ν. 4375/2016), στην περίπτωση αυτή, η αποφαινόμενη αρχή εκδίδει και τη σχετική πράξη μεταφοράς. Εξάλλου, το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, στο οποίο εντάσσεται και ο ανωτέρω Κανονισμός, στηρίζεται στο (μαχητό) τεκμήριο ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης τηρούν το δίκαιο αυτής και σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που στηρίζονται στη Σύμβαση της Γενεύης και το Πρωτόκολλο 1967 ή στην Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Ν.S. κλπ, C-411/10, C-493/10, σκ. 78-80, 83, 104). Προς ανατροπή δε του ανωτέρω μαχητού τεκμηρίου, με την οποία βαρύνεται κατ' αρχήν ο αιτών, αυτός δεν επικαλέσθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία, πλην της μονοήμερης κράτησής του κατά την επάνοδό του από τη Γερμανία στη Βουλγαρία και της επικείμενης ταλαιπωρίας του σε περίπτωση [εκ νέου] μεταφοράς του στη δεύτερη χώρα, συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία ως προς την αντιμετώπισή του από τις βουλγαρικές αρχές κατά την αρχική είσοδο ή την επάνοδό του στη χώρα αυτή και τις εν γένει υφιστάμενες διαδικασίες ασύλου και συνθήκες υποδοχής των αιτούντων διεθνή προστασία, που θα υποδήλωναν ενδεχομένως αδυναμία μεταφοράς του στη Βουλγαρία, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 εδ. δεύτερο του Κανονισμού 604/2013, αν και όπως προεκτέθηκε, είχε τη δυνατότητα προς τούτο, τόσο κατά την προσωπική του συνέντευξη, όσο και με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης του πρώτου διοικητικού βαθμού. Κατόπιν αυτών, δεν επιβαλλόταν κατ' αρχήν στις Αρχές Απόφασης να διερευνήσουν αυτεπαγγέλτως και να διατυπώσουν αξιολογική κρίση σχετικά με τις διαδικασίες ασύλου που εφαρμόζονται στην Βουλγαρία και τις εκεί συνθήκες υποδοχής των αιτούντων διεθνή προστασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται ως προς τούτο, νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη. Και ναι μεν κρίθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2011, σε συνέχεια της απόφασης του ΕΔΔΑ της 21ης.1.2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, ότι απόκειται στα κράτη μέλη να μην μεταφέρουν αιτούντα άσυλο προς το υπεύθυνο κράτος μέλος κατά την έννοια του προϊσχύσαντος Κανονισμού 343/2003, οσάκις είναι αδύνατον να αγνοούν ότι συστημικές πλημμέλειες όσον αφορά τη διαδικασία χορήγησης ασύλου και τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος μέλος αυτό αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη. Κατ' επίκληση δε των ανωτέρω αποφάσεων, προβάλλει ο αιτών ότι από αξιόπιστες πηγές διεθνών οργανισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων προκύπτει πως στη Βουλγαρία υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις όσον αφορά τις διαδικασίες ασύλου, λόγω των οποίων κινδυνεύει να απελαθεί στο Αφγανιστάν, όπου τίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η σωματική του ακεραιότητα, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενόψει και της δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης που τηρούν η βουλγαρικές αρχές σε βάρος των Αφγανών, αλλά και όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής και διαβίωσης των αιτούντων διεθνή προστασία, λόγω των οποίων κινδυνεύει να υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, ελλείψεις τις οποίες όφειλε, κατ' αυτόν, να διερευνήσει και να λάβει υπόψη το αρμόδιο όργανο κατά την εξέταση του ένδικου αιτήματος του. Πλην, ανεξαρτήτως του ότι τα ανωτέρω ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον της Διοίκησης μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου, οι ελλείψεις που φέρεται να υπάρχουν στη Βουλγαρία, όπως αυτές προσδιορίζονται στο κεφ. Γ΄ της κρινόμενης αίτησης, βάσει σχετικών ηλεκτρονικών καταχωρήσεων στην πλατφόρμα AIDA (Asylum Information Database) τον Φεβρουάριο 2017, στην ιστοσελίδα της Διεθνούς Αμνηστίας για τα έτη 2016/2017 και του Οργανισμού Ηuman Rights Watch για το 2016, ακόμη και αν ήταν ή έπρεπε να είναι γνωστές στη Διοίκηση και μάλιστα, στην Επιτροπή Προσφυγών, δεν παρίστανται ως σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι ικανοί να πείσουν ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος να εκτεθεί ο αιτών σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση στη Βουλγαρία, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, η οποία συμπίπτει με εκείνην του άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α., ώστε η μεταφορά του στην εν λόγω χώρα να αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές. Τούτο διότι, όσον αφορά τις προβαλλόμενες από τον αιτούντα ελλείψεις στις διαδικασίες ασύλου, μόνο το υψηλό ποσοστό των υποβληθέντων από Αφγανούς πολίτες αιτημάτων ασύλου, που φέρεται να απορρίφθηκαν το έτος 2016 (97,5%) και η από το τέλος του έτους αυτού αναφερόμενη τάση των βουλγαρικών αρχών να απορρίπτουν τα αιτήματα αυτών ως προδήλως αβάσιμα, χωρίς παράθεση άλλων πληροφοριών ή τη διατύπωση ισχυρισμών περί του ότι τα πρόσωπα αυτά δεν τυγχάνουν αποτελεσματικής προστασίας από τα εθνικά δικαστήρια, δεν καταδεικνύει κατ'ανάγκη κίνδυνο να μην εξεταστεί σοβαρά και σύμφωνα με την νομοθεσία της Ένωσης το αίτημα διεθνούς προστασίας του αιτούντος. Εξάλλου, ειδικώς ως προς τους μεταφερόμενους στη Βουλγαρία με τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ, ο ίδιος ο αιτών αναφέρει στην αίτησή του ότι ήδη εισήχθηκαν νομοθετικές βελτιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες είναι πλέον υποχρεωτική η επανέναρξη για τα άτομα αυτά της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, σε αντίθεση με το παρελθόν. Και αναφέρει μεν συναφώς, ότι δεν προκύπτει εδραίωση πρακτικής εναρμονισμένης με τις νέες αυτές ρυθμίσεις, λόγω του σχετικά μικρού αριθμού μεταφορών που πράγματι υλοποιούνται προς τη Βουλγαρία, όμως, δεν προβάλλεται αποδεδειγμένη γενική τακτική μη εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές. Επίσης, οι αποφάσεις αναστολής της μεταφοράς αιτούντων διεθνή προστασία στη Βουλγαρία, τις οποίες φέρεται να εξέδωσαν κατά το έτος 2016, τα εθνικά δικαστήρια άλλων κρατών μελών (Βελγίου, Αυστρίας, Γερμανίας κλπ), ελλείψει κατάλληλων υλικών συνθηκών και εγγυήσεων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους, αφορούν, όπως αναφέρεται και στην αίτηση ακυρώσεως, συγκεκριμένες μόνο κατηγορίες αιτούντων, που κατά το έγγραφο με τις απόψεις της Διοίκησης προς το Δικαστήριο, είναι ευάλωτες, χωρίς να προκύπτει ούτε να προβάλλεται ότι σε αυτές ανήκει και ο αιτών. Ομοίως, τα προσωρινά μέτρα προς αποτροπή μεταφοράς στη Βουλγαρία που φέρεται να χορήγησε την 1η.2.2017 η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφορούν, όπως αναφέρει ο αιτών, οικογένεια με τρία παιδιά, δηλαδή, αιτούντες διεθνή προστασία η κατάσταση των οποίων διαφέρει ουσιωδώς από τη δική του κατάσταση ως αγάμου. Η ύπαρξη δε και μιας ανάλογου περιεχομένου απόφασης εθνικού δικαστηρίου (πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου της Χάγης), που δεν αφορά ευάλωτο άτομο, όπως προβάλλει ο αιτών με το από 18.1.2018 υπόμνημα, ανεξαρτήτως οτιδήποτε άλλου, δεν ασκεί εν προκειμένω ουσιώδη επιρροή. Εξάλλου, οι πρακτικές “push-backs”, που φέρεται να υιοθέτησαν οι βουλγαρικές αρχές, προς μείωση του αριθμού προσφύγων που εισέρχονται στη χώρα τους, συνοδευόμενες από φαινόμενα χρήσης φυσικής βίας, κλοπών από αστυνομικούς στα σύνορα ή κρατήσεις που υπερβαίνουν τον προβλεπόμενο χρόνο, καθώς και η φερόμενη επιστροφή αυτών στην Τουρκία με συνοπτικές διαδικασίες, δεν φαίνεται ούτε προσβάλλεται ότι καταλαμβάνουν τον αιτούντα, στην περίπτωση του οποίου τίθεται ζήτημα μεταφοράς του στη Βουλγαρία από την Ελλάδα, κατ' εφαρμογήν του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ και όχι παράτυπης εισόδου στη Βουλγαρία. Περαιτέρω, όσον αφορά τις προβαλλόμενες από τον αιτούντα ελλείψεις στις συνθήκες υποδοχής ή κράτησης (σταδιακή αύξηση του πληθυσμού-υπερπληθυσμός στα περισσότερα κέντρα υποδοχής, με αποτέλεσμα την επιδείνωση των ήδη κακών συνθηκών υγιεινής και διαβίωσης, αύξηση της χρονικής διάρκειας κράτησης των αιτούντων άσυλο σε εννέα ημέρες, κατά μέσο όρο, απαγόρευση εξόδου σε ένα κέντρο υποδοχής, ύστερα από διαμάχη μεταξύ Αφγανών και Ιρακινών που έλαβε χώρα το Νοέμβριο 2016 και δημιουργία ενός επιπλέον κλειστού κέντρου για την κράτηση των εξεγερθέντων), είτε δεν επαρκούν για τη θεμελίωση κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, είτε αφορούν μεμονωμένα περιστατικά και πάντως, δεν προβάλλεται ότι υπολείπονται των αντίστοιχων συνθηκών που επικρατούν στην Ελλάδα, στην οποία επιδιώκει ο αιτών να εξεταστεί ο ένδικο αίτημα του. Τέλος, οι περαιτέρω ελλείψεις που επικαλείται ο αιτών βάσει άλλων διαθέσιμων πηγών, προβάλλονται απαραδέκτως το πρώτον με το ανωτέρω υπόμνημα. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως περί εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης παρά το νόμο και με ελλιπή αιτιολογία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω. Υπεύθυνος Προάσπισης και Διεκδίκησης Δικαιωμάτων, Γιατροί του Κόσμου- Ελληνική Αντιπροσωπεία. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *