Trending

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1782/2017 Μεταφορά προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας


[...] το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε, ήτοι της αποδοχής προς μεταφορά από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλοδαπών υπηκόων μη κατεχόντων τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, που έδρασε στην προκειμένη περίπτωση από κερδοσκοπία κατά συρροή.

Οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους λόγους αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον: 2) οι ανωτέρω μεταφερόμενοι αλλοδαποί δεν ήταν πρόσφυγες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είχαν προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες και, ως εκ τούτου, δεν τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 Ν. 4251/2014 και αρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 4332/2015. 3) Η χορήγηση αναστολής απέλασης για τους αναφερομένους αλλοδαπούς δεν καθιστά αυτούς πρόσφυγες, παραβίασαν δε, κατά τις αυτές ανέλεγκτες παραδοχές του ουσιαστικού Δικαστηρίου, και τον περιοριστικό όρο να μη διαμένουν σε ορισμένους νομούς όπως και στο Νομό Αχαΐας. 4) 'Ολοι δε, με βάση τις ίδιες ανέλεγκτες παραδοχές, δεν είχαν δικαίωμα εξόδου από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, αλλά μόνο δικαίωμα παραμονής στην Ελληνική Επικράτεια έως την διοικητική απέλασή τους στη Συρία.


Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως δημοσιεύεται στο τεύχος Δεκεμβρίου (10/2018) των Ποινικών Χρονικών σελ. 757 μαζί με τις ακόλουθες παρατηρήσεις του γράφοντος 

Παρατηρήσεις

Η ως άνω δημοσιευόμενη απόφαση είναι δεκτική κριτικής για την ερμηνευτική προσέγγιση που ακολούθησε το Ανώτατο Ακυρωτικό μας αναφορικά με τον ειδικό λόγο άρσης του αδίκου της μεταφοράς παράτυπων μεταναστών, που προβλέπεται στο άρθρο 30 παρ. 6 ν. 4251/2014 («Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις»).

Ως γνωστόν, κατά την κρατούσα άποψη στη Νομολογία το άτομο που επιχειρεί την είσοδο ή την έξοδο από την Ελληνική Επικράτεια παράνομα, παραμένει ατιμώρητο, εφόσον έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα, που προσδιορίζεται από τη Σύμβαση της Γενεύης (28.7.1951) και το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης (31.1.1967), οι οποίες θεσπίζουν προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή[1]. Αντιθέτως, όσοι μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην ελληνική επικράτεια τελούν ως φυσικοί αυτουργοί το έγκλημα του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014 και τιμωρούνται καταρχήν γι’ αυτό ανεξαρτήτως αν έχει αναγνωριστεί στους αλλοδαπούς η προσφυγική ιδιότητα ή όχι[2].

Εντούτοις, ο αρχικά άδικος χαρακτήρας της πράξης των μεταφορέων μπορεί να αρθεί αν συντρέχουν οι γενικοί λόγοι άρσης του αδίκου που προβλέπονται στο γενικό μέρος του Ποινικού Κώδικα, όπως η εκπλήρωση καθήκοντος (άρ. 20 ΠΚ) ή η κατάσταση ανάγκης (άρ. 25 ΠΚ), ή ο ειδικός λόγος άρσης του αδίκου που προβλέπεται στο άρ. 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014[3].

Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη οι μεταφορείς δεν τιμωρούνται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στην θάλασσα[4] ή της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας[5], κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου. Ο νομοθέτης προβλέπει την ανωτέρω εξαίρεση, σταθμίζοντας το έννομο αγαθό που επιδιώκει να προστατεύσει η διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014, την πολιτειακή εξουσία, το κυριαρχικό δηλαδή δικαίωμα της ελληνικής πολιτείας να καθορίζει τους όρους εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, με το έννομο αγαθό που τίθεται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μεταφοράς προσφύγων, ήτοι την προστασία της ζωής τους.

Με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ο ως άνω λόγος άρσης του αδίκου επεκτάθηκε και σε εκείνους που μεταφέρουν πολίτες τρίτων χωρών, με σκοπό να τους παραδώσουν στις αρχές ώστε να υποβληθούν στις νόμιμες διαδικασίες για την ταυτοποίησή τους και την περαιτέρω διαχείρισή τους από τις αρχές. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι δεν επιβάλλονται κυρώσεις και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς το σκοπό υπαγωγής στις διαδικασίες των άρθρων 83 του Ν. 3386/2005 ή του άρθρου 13 του Ν. 3907/2011, κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών. Σύμφωνα με την οικεία αιτιολογική έκθεση με την εν λόγω προσθήκη «επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αδυναμίας μεταφοράς, ή ακόμα και ιδιωτικά μέσα, πολιτών τρίτων χωρών, εισερχομένων στα διάφορα σημεία της χώρας, προς το σκοπό μεταφοράς τους στις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία (βλ. ν. 3386/2005 και 3907/2011), καθώς σήμερα απειλούνται ποινικές κυρώσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις που η μεταφορά διενεργείται προς το σκοπό εφαρμογής του νόμου»[6].

Η αναγνώριση του λόγου άρσης του αδίκου του άρ. 30 παρ. 6 ν. 4251/2014, δεν συναρτάται κατ’ ανάγκη με τη διοικητική διαδικασία της υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας ή της τελικής παροχής προστασίας στον μεταφερόμενο[7]. Στον νόμο γίνεται λόγος για άρση του αδίκου στην περίπτωση μεταφοράς προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας δίχως να απαιτείται τα πρόσωπα αυτά να έχουν αναγνωριστεί επισήμως ως πρόσφυγες ή να έχουν εκκινήσει τις σχετικές διαδικασίες[8]. Άλλωστε, ενόψει των συνθηκών φυγής και των διακυβευομένων εννόμων αγαθών, κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο, καθόσον θα ακυρωνόταν στην πράξη η εύνοια με την οποία θέλησε να περιβάλλει, τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και το διεθνές δίκαιο, όσους διασώζουν πρόσωπα στη θάλασσα ή μεταφέρουν πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας.

Εν προκειμένω, ωστόσο, ο Άρειος Πάγος απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης, κρίνοντας ότι δεν ετύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014, καθόσον οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί, πολίτες Συρίας, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν πρόσφυγες, αφού δεν είχαν προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες, η δε χορήγηση αναστολής απέλασης για τους αναφερομένους αλλοδαπούς δεν καθιστούσε αυτούς πρόσφυγες. Η ερμηνευτική εκδοχή που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό υπήρξε ατυχής, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την γραμματική διατύπωση αλλά και την ίδια την ratio της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 6 του ν. 4251/2014.

Εξάλλου, η ιδιότητα του πρόσφυγα δεν ταυτίζεται με την τυπική υποβολή αιτήματος ασύλου ενώπιον των αρμόδιων αρχών της Διοίκησης. Κατά γενική αρχή του προσφυγικού δικαίου, η αναγνώριση ατόµου ως πρόσφυγα από ένα κράτος έχει διαπιστωτικό και όχι διαπλαστικό χαρακτήρα, εφόσον «πρόσφυγας δεν γίνεται κάποιος εξ αιτίας της αναγνώρισης αλλά αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας επειδή είναι»[9]. Συγκεκριμένα, «ένα πρόσωπο έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα σύμφωνα με την Σύμβαση του 1951 από τη στιγμή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του σχετικού ορισμού. Τούτο πρέπει να συμβαίνει αναγκαστικά πριν του αναγνωρισθεί επίσημα το καθεστώς του πρόσφυγα. Συνεπώς η σχετική αναγνώριση έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα[10].

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία ότι η εξακρίβωση των προϋποθέσεων περί υπαγωγής στην έννοια του πρόσφυγα κατά τη Σύμβαση της Γενεύης, εναπόκειται στην ουσιαστική κρίση του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και ενώπιον του συνεδριάζοντος δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί σχετική επί της υποθέσεως τελεσίδικη απόφαση[11], και δεν εξαρτάται από την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως του πρόσφυγα να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, ούτε από την παραδοχή ή όχι της αιτήσεως του αυτής, αφού μάλιστα η αντίστοιχη διοικητική πράξη, θετική ή αρνητική, έχει διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα και όχι συστατικό-δημιουργικό[12].

Το βάρος της αποδείξεως φέρει καταρχήν ο αιτών την αναγνώριση του ως πρόσφυγα, πλην όμως, λόγω των περιστάσεων και των εν γένει συνθηκών διαφυγής του, δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί πλήρης απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών του[13]. Άλλωστε στην ποινική διαδικασία ισχύει η αρχή της ηθικής αποδείξεως, κατ’ άρθρο 177 ΚΠΔ και σε περίπτωση αμφιβολιών ερμηνεύεται υπέρ του κατηγορούμενου πρόσφυγα[14].

Προς υπαγωγή αλλοδαπού στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Συμβάσεως της Γενεύης δεν απαιτείται να έχουν υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο τυπικά αποδεικτικά στοιχεία[15] ούτε απαιτείται να έχει εκδοθεί εις βάρος του, καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου της χώρας από την οποία προέρχεται[16]. Η ανυπαρξία προγενέστερης ατομικής δίωξης του αιτούντος δεν αποκλείει την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, εφόσον διαπιστώνεται αντικειμενικά δικαιολογημένος φόβος ατομικής δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων στη χώρα του[17].

Επιπροσθέτως, γίνεται δεκτό ότι σε περιπτώσεις μαζικής εξόδου προσφύγων, όπως στην περίπτωση πολέμου, εχθροπραξιών και αμάχων που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, όλα τα μέλη αυτού του πληθυσμού, θεωρούνται ως «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) πρόσφυγες, χωρίς να απαιτείται ατομική αξιολόγηση[18].

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα μεταφερόμενα πρόσωπα ήταν πολίτες Συρίας, οι οποίοι, εξαιτίας του πλέον των επτά ετών εμφυλίου πολέμου που μαίνεται στην χώρα τους και της καταφανούς ανάγκης προστασίας αυτών, αναγνωρίζονται σαφώς ως πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας και  προστατεύονται από την ρήτρα μη επαναπροώθησης (non-refoulment) ανεξαρτήτως της υποβολής αιτήματος ασύλου[19].

Για τους λόγους αυτούς η ερμηνευτική προσέγγιση του ειδικού λόγου άρσης του άρθρου 30 παρ. 6 του Ν. 4251/2014 από το Δικαστήριο υπήρξε ατυχής. Σε κάθε δε περίπτωση, η μη επιβολή ποινικών κυρώσεων στις περιπτώσεις διάσωσης και μεταφοράς προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, προβλέπεται σαφώς από κανόνες του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού δικαίου, που δεν εισάγουν οιονδήποτε περαιτέρω περιορισμό και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου δεσμεύοντας τη χώρα μας.  

Ευστάθιος Πουλαράκης
Δικηγόρος




[1] ΤρΠλημΧίου 233/1993 ΝοΒ 1993,1128 = ΕλλΔνη 1993,120 = ΕΔΠΑ 1998,128, ΤριμΠλημΜυτ 585/1993 ΕλλΔνη 1994,235 = ΕΔΠΑ 1998,132, ΜονΠλημΛασ 1268/1996 ΕΔΠΑ 1998,139, ΣυμβΕφΘράκ 125/2003 ΕΔΠΑ 2003,408, ΤριμΠλημΚέρκ 2012/2004 ΠοινΔικ 2005,691 η οποία επεκτείνει την προβληματική αυτήν και στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση της προσφυγικής ιδιότητας. Η άποψη έχει υιοθετηθεί και από το Ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο. Βλ. σχετικά ΣυμβΑΠ 1498/1999 ΠοινΔικ 1999,1217, με σύμφωνες παρατ. Μ Σταυροπούλου = ΝοΒ 2000, 232 = ΠοινΧρον 2000,709, ΑΠ 1513/2007. Πρβλ. και ΕγκΕισΑΠ [Π Δημόπουλος] 7/1998 ΕΔΠΑ 1999,63, 77.
[2] Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα και η σημασία της για το Ποινικό Δίκαιο της παράνομης μετανάστευσης, ΠοινΧρ 2018,256-263. Έχει βέβαια υποστηριχθεί μεμονωμένα στη θεωρία ότι οι ίδιοι ως άνω λόγοι που επιβάλλουν την έλλειψη ποινικής ευθύνης του πρόσφυγα είναι αυτοί που θεμελιώνουν επίσης την έλλειψη ποινικής ευθύνης αυτού που τον βοηθά να αποφύγει τον κίνδυνο δίωξης που αντιμετωπίζει, καθώς συντρέχει, κατάσταση ανάγκης που λειτουργεί αντικειμενικά, αίροντας κατά συνέπεια και το άδικο της πράξης του «μεταφορέα» για τις αποδιδόμενες κατηγορίες του άρθρου 30 ν. 4251/2014 βλ. Ν. Χατζηνικολάου, Η απέλαση αλλοδαπού ως κύρωση του ποινικού δικαίου, 2006, σ. 498-499, του ιδίου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, 2009, σ. 156, 162.
[3] Όπως γίνεται δεκτό, η συγκεκριμένη διάταξη, παρά την προβληματική διατύπωση αυτής, θεσπίζει ειδικό λόγο άρσης του αδίκου της μεταφοράς, και όχι λόγο απαλλαγής από την ποινή βλ. Γ. Μπέκα, Η ποινική ευθύνη του μεταφορέα λαθρομεταναστών, σε Αλλοδαποί στην Ελλάδα: ένταξη ή περιθωριοποίηση;, Αντ.Ν.Σάκκουλας 2008, σ. 273-274
[4] Η υποχρέωση παροχής βοήθειας σε πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα συνιστά «[…] ένα εκ των παλαιότερων και θεμελιωδέστερων στοιχείων του δικαίου της θάλασσας». Βλ. V. Moreno-Lax, Seeking Asylum in the Mediterranean: Against a Fragmentary Reading of EU Member States’ Obligations Accruing at Sea, 23(2), International Journal of Refugee Law, (2011), σ. 174 έως 220, ιδίως σ. 194. Το άρθρο 98 παρ. 1, στοιχ. β΄ της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) ορίζει ότι κάθε κράτος πρέπει να απαιτεί από τον πλοίαρχο οποιουδήποτε πλοίου φέρει τη σημαία του να πλέει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα για τη διάσωση ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο, εφόσον μπορεί να το πράξει χωρίς να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το πλοίο, το πλήρωμα ή τους επιβάτες του. Το άρθρο 98 παρ. 2 της UNCLOS προβλέπει ότι κάθε παράκτιο κράτος πρέπει να μεριμνά για την ίδρυση, λειτουργία και συντήρηση επαρκούς και αποτελεσματικής υπηρεσίας έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα.
[5] Ως διεθνής προστασία νοείται το καθεστώς πρόσφυγα και το καθεστώς επικουρικής προστασίας που χορηγείται σε αλλοδαπό σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 141/2013. Βλ. άρ. 34 στοιχ. ζ΄, θ΄ και ι’ ν. 4375/2016, σε συνδυασμό. Περαιτέρω, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική́ προστασία» νοείται ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί́ τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί́ ως πρόσφυγας, αλλά́ στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από́ τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί́ σοβαρή́ βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Βλ. άρ. 2 στοιχ. ζ΄και 15 π.δ. 141/2013, σε συνδυασμό.
[6] Οίκοθεν νοείται ότι με την εν λόγω προσθήκη δεν θεσπίζεται ως πρόσθετη προϋπόθεση για την μη επιβολή γενικά κυρώσεων σε όσους διασώζουν ή μεταφέρουν πρόσφυγες την προηγούμενη ενημέρωση των αστυνομικών και λιμενικών αρχών. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι η ενημέρωση των αρχών αφορά όλες τις περιπτώσεις που προβλέπει η συγκεκριμένη παράγραφος, θα οδηγούσε στο ατυχές συμπέρασμα η διάσωση ανθρώπου στη θάλασσα που χρήζει διεθνούς προστασίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των αρχών να είναι ποινικά κολάσιμη σε ευθεία αντίθεση, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις των άρθρων 306 και 307 του ΠΚ και του άρθρου 120 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου.
[7] Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα …, ό.π.,263.
[8]  Έτσι και Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ιδιότητα του πρόσφυγα, ό.π. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι η διάταξη του άρ. 30 παρ. 6 ν. 4251/2014 δεν εφαρμόζεται όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται ήδη σε ασφαλή τρίτη χώρα και απλώς επιλέγει να μεταβεί σε άλλη τρίτη χώρα και να αιτηθεί εκεί διεθνούς προστασίας. Η άποψη αυτή φαίνεται να εκκινεί από την παραδοχή ότι οι αιτούντες θα πρέπει να ζητήσουν άσυλο στην πρώτη «ασφαλή χώρα» στην οποία είναι σε θέση να φτάσουν. Εντούτοις, πολλοί συγγραφείς επισημαίνουν ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν βασίζεται στο ίδιο το κείμενο της Σύμβασης της Γενεύης και υπονομεύει τον πρωταρχικό σκοπό του άρθρου 31 της Σύμβασης. Βλ. αντί άλλων R. Byrne/A. Shacknove, The Safe Country Notion in European Asylum Law, Harvard Human Rights Journal, 9 (2009),185-228, C. Costello, The Asylum Procedures Directive and the Proliferation of Safe Country Practices: Deterrence, Deflection and the Dismantling of International Protection? European Journal of Migration and Law, 7 (2005),35-69. Εξάλλου, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου γίνεται δεκτό ότι, μολονότι τέτοιες ρυθμίσεις για την μεταφορά ευθύνης μεταξύ κρατών για την εξέταση αιτήσεων ασύλου με βάση την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας είναι καταρχήν αποδεκτές, εντούτοις, δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας που να επιβάλει στους αιτούντες άσυλο να υποβάλλουν πάντα τη σχετική τους αίτηση στην πρώτη ασφαλή χώρα που προσεγγίζουν βλ. Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Background Note on the Safe Country Concept and Refugee Status., EC/SCP/68 (26 July 1991), http://www.unhcr.org/3ae68ccec.html. Για την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας βλ. σχετικά και ΣτΕ Ολ 2347/2017.
[9] Αθ. Συκιώτου-Ανδρουλάκη, Η διαδικασία ασύλου και τα δικαιώματα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην ελληνική έννομη τάξη, ΔτΑ 2001,104, Π. Νάσκου-Περράκη, Περί ασύλου και προσφύγων, Ανάλεκτα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 28
[10] Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα, Στ’ Έκδοση, 2009, σ. 13. Ρητή αποτύπωση της αρχής αυτής απαντάται στην υπ’ αριθμ 21 Αιτιολογική Σκέψη στο Προοίμιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ενσωματώθηκε στο δίκαιο μας με το π.δ. 141/2013), που αναφέρει ότι: «Η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα είναι πράξη με αναγνωριστικό χαρακτήρα».
[11] ΕφΑιγ 47/2006 ΕΔΠΑ 2006, σ. 462 = ΠρΛογΠΔ 2006,583.
[12] Ηλ. Κυριακόπουλος, Διοικητικό Δίκαιο, τομ. Β΄, 1959, σ. 353, Π. Νάσκου Περάκη, Περί ασύλου και προσφύγων, ό.π., σ. 36
[13] Δ. Σιδέρης, Η επίκληση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα ενώπιον των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων, ΠοινΧρ 1993,1224.
[14] Idem.
[15] ΣτΕ 1647/2003, 1628/2007, 4323/2009, 2913/2011 κ.ά.
[16] ΣτΕ 1904/2003, 2172/2009.
[17] ΣτΕ 822-6/2006, 2172/2009 κ.ά.
[18] Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα, ό.π., σ. 18, της ιδίας, Guidelines On International Protection No.11: Prima Facie Recognition of Refugee Status, HCR/GIP/15/11, 24 Ιουνίου 2015.  
[19] Πρβλ. το υπ’αριθμ. Α1604/15/1423412/10.08.2015 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, “Διαχείριση  μεταναστευτικής πίεσης στο Ανατολικό Αιγαίο – Διαδικασίες ταυτοποίησης προσφύγων/παράτυπων μεταναστών”, δυνάμει του οποίου οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ρητώς αναγνωρίζουν ότι στην περίπτωση των πολιτών Συρίας, συντρέχουν “οι όροι της αρχής της μη επαναπροώθησης” και σε αυτούς χορηγείται έγγραφο νόμιμης παραμονής στην χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 78 Α ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σύμφωνα με το ν. 4332/2015 (βεβαίωση περί μη απομάκρυνσης για λόγους ανθρωπιστικούς), ανεξαρτήτως της υποβολής αιτήματος ασύλου. Ρητώς δε το άρθρο 78 Α ν. 3386/2005 αναφέρεται μεταξύ άλλων “στα άρθρα 31 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων 1951, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α` 201)”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *