Trending

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

ΔΕφΑθ 335/2019: Νόμιμη η χορήγηση ασύλου και στον δεύτερο εκ των 8 τούρκων στρατιωτικών



2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται (σημ επιμελητή: εκ μέρους του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής) η ακύρωση της … αποφάσεως της 10ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών. Με την απόφαση αυτή, ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του …, υπηκόου Τουρκίας, η …. απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω ως πρόσφυγας, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 και των άρθρων 2 εδ. ε΄και 13 του π.δ/τος και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του π.δ. 141/2013. […]

8. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των άρθρων 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 περ. ε΄, 2 του π.δ. 141/2013, που παρατέθηκαν στις σκέψεις 11 και 12, προκειμένου να κριθεί ότι στο πρόσωπο του αιτούντος διεθνή προστασία συντρέχει δικαιολογημένος φόβος (well founded fear, craignant avec raison) δίωξης στη Χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, ώστε να αναγνωρισθεί αυτός ως πρόσφυγας, δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να έχει εκδηλώσει ρητώς τις πολιτικές πεποιθήσεις για τις οποίες, ευλόγως, φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη, αλλά αρκεί το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές πεποιθήσεις καταλογίζονται σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης. Κρίσιμος, συνεπώς, παράγοντας, εν προκειμένω, είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις που ο φορέας της δίωξης θεωρεί ότι ενστερνίζεται ο αιτών, είναι δε αδιάφορο από την εξεταζόμενη άποψη αν αυτός υιοθετεί ή όχι τις αποδιδόμενες σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης πολιτικές πεποιθήσεις (ΣτΕ 1694/2018, Ολομ. σκ. 20). […]

11. Επειδή, […] η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται, ως προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγα (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι η απόδοση στον παρεμβαίνοντα εκ μέρους του Τουρκικού κράτους ως φορέα δίωξης, της κατηγορίας ότι συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, που οργανώθηκε από τη Φετουλαχιστική Οργάνωση Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY) εμπεριέχει, κατά τα γενόμενα δεκτά στην 8η σκέψη, και απόδοση σε αυτόν και πολιτικών πεποιθήσεων, που συνίστανται στην αποδοχή από τον παρεμβαίνοντα των πολιτικών θέσεων της εν λόγω οργανώσεως, την οποία η Τουρκική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική. Συνεπώς, υφίσταται εν προκειμένω ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος (causal link) μεταξύ του δικαιολογημένου φόβου δίωξης του παρεμβαίνοντος στη χώρα καταγωγής του και των αποδιδόμενων σε αυτόν από το Τουρκικό κράτος πολιτικών πεποιθήσεων. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως (σκέψη 7), κατά τον οποίο μη νομίμως αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας. […]

16. Επειδή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η 10η Ανεξάρτητη Επιτροπή της Αρχής Προσφυγών, κατά την εξέταση του ζητήματος αν στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν “σοβαροί λόγοι” που να οδηγούν στην κρίση ότι ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, νόμιμα και ορθά εφάρμοσε τα περί αποδείξεως και εκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Ειδικότερα, αξιολόγησε, με ειδική σκέψη, τα διαλαμβανόμενα στην από 5-8-2016 αίτηση εκδόσεως της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας, αλλά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο εκείνα στα οποία είχε στηριχθεί η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου οργάνου, όσο και εκείνα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο παρεμβαίνων. Συνεπώς, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν “σοβαροί λόγοι” που να οδηγούν στην κρίση ότι ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα, κατά την έννοια των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του π.δ. 141/2013), παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν αμφισβητούνται οι ανέλεγκτες ακυρωτικώς ουσιαστικές εκτιμήσεις της Διοικήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. […]

17. Επειδή, εφόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν «σοβαροί λόγοι» να πιστεύει κάποιος ότι ο παρεμβαίνων ατομικώς συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεν συντρέχει, σε κάθε περίπτωση, στο πρόσωπo του παρεμβαίνοντος λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου ακυρώσεως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την παρέμβαση.

18. Επειδή, τέλος, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα διότι, κατά παράβαση του άρθρου 48 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 δεν ερεύνησε εάν αποδεικνύεται ή εάν συντρέχουν σοβαρές υπόνοιες ότι ο προσφεύγων τέλεσε το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα της αρπαγής ελικοπτέρου, ούτως ώστε στη συνέχεια να εκφέρει κρίση σχετικά με τον αποκλεισμό ή μη του προσφεύγοντος, για το λόγο αυτό, από το καθεστώς της διεθνούς προστασίας. […]

20. Επειδή, το προαναφερθέν αδίκημα, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 και 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, αποτελεί στρατιωτική παράβαση και για το οποίο δεν χωρεί έκδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4165/1961 (Α΄ 75), δεν δύναται να θεωρηθεί ως “σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή ως σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), ώστε η τέλεσή του να οδηγεί σε αποκλεισμό από την υπαγωγή του αιτούντος διεθνή προστασία στο καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συγκροτούν το πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (ΣτΕ 1694/2018 Ολομ. σκ. 34). Συνεπώς, δεν καθίσταται πλημμελής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το γεγονός ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης λόγος αποκλεισμού δεν εξέτασε, με την προαναφερθείσα αιτιολογία και τη διάπραξη από αυτόν της αρπαγής του επίδικου ελικοπτέρου, το οποίο, σημειωτέον, απετέλεσε το μέσο διαφυγής του από την Τουρκία, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία και δεν στήριξε τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα και στη βάση αυτή. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *