Trending

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Διεθνής προστασία: Η αξιολόγηση ισχυρισμών σχετιζόμενων με τη μαγεία


Η δημοσίευση της υπ’ αρ. 261/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μπορεί να αποτελέσει αφορμή για πολλούς προβληματισμούς. Πώς στρατολογούνται τα θύματα εμπορίας και ιδιαίτερα από τη Νιγηρία, πώς δεσμεύονται σε «συμφωνία» και ελέγχονται μέσω της τελετουργίας juju, πώς διενεργείται η συνέντευξη των θυμάτων εμπορίας στην υπηρεσία ασύλου, πώς αξιολογούνται οι ισχυρισμοί τους (ή η αποσιώπηση αυτών), ποιες πηγές πληροφοριών είναι αξιόπιστες, πώς ερμηνεύει η δικαστική αρχή τα παραπάνω και πολλά άλλα. Εν προκειμένω όμως επιλέγω να αναφερθώ στο γενικότερο ζήτημα της αξιολόγησης των περί μαγείας ισχυρισμών που προβάλλουν συχνά αιτούντες/σες άσυλο που κατάγονται από αφρικανικές χώρες, ελπίζοντας είτε ότι θα μπορέσω στο μέλλον να προβώ σε σχολιασμό της απόφασης αυτής είτε ότι θα το κάνουν άλλοι/ες συνάδελφοι/ισσες.
Για τα εμπόδια στην αξιολόγηση ισχυρισμών ανθρώπων διαφορετικού πολιτισμικού υποβάθρου σε σχέση με τους/τις εξεταστές/στριες έχουν γραφτεί πολλά και έχουν διαβαστεί λιγότερα. Έχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επικεντρωθούμε στους ισχυρισμούς περί μαγείας, γιατί σε αυτούς «δοκιμάζεται» ο ίδιος ο πυρήνας της δυτικής σκέψης: ο ορθολογισμός. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η όχι σπάνια απόρριψη των περί μαγείας ισχυρισμών με την τεκμηρίωση ότι είναι ανορθολογικοί και ως εκ τούτου μη επαληθεύσιμοι.

Οι πιο ασυνείδητες πλευρές της πολιτισμικής μας ταυτότητας αποκαλύπτονται σε δηλώσεις όπως «αυτός είναι ο πιο λογικός τρόπος για να το κάνει κάποιος», «όλοι γνωρίζουν…», «είναι αδύνατο να σκεφτεί κάποιος…» ή «ο/η αιτών/ούσα άσυλο δεν θα αναμενόταν εύλογα να ….». Όταν ακούγονται τέτοιες δηλώσεις, μπορούμε να είμαστε σίγουροι/ες ότι είμαστε στη σφαίρα της πολιτισμικής μαύρης τρύπας (realm of the cultural black hole).[1]

Πλήθος ανθρωπολογικών μελετών έχει αναλύσει τη διχοτόμηση μεταξύ πραγματικού – μη πραγματικού, επιστήμης – μαγείας, ορθολογικού - μη ορθολογικού, υποκειμενικού - αντικειμενικού ως θεμελιακή παραδοχή της δυτικής σκέψης. Πώς μπορείς να αξιολογήσεις ισχυρισμούς που αρνούνται και υπερβαίνουν αυτές τις διχοτομήσεις και που αποκωδικοποιούνται (ή ανακατασκευάζονται[2]) με τρόπο που να (μη) χωρούν στα προδεδομένα εννοιακά σχήματα του/της εξεταστή/στριας; Και πώς μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η έλλειψη προσέγγισης «έτερων» τρόπων σκέψης και θεώρησης της πραγματικότητας είναι μια ακόμη έκφραση δυτικής κυριαρχίας που έχει έτσι κι αλλιώς το πρόσημο της ερχόμενης από το παρελθόν και αμφιβόλως παρελθούσας αποικιοκρατίας;

Ο παγκοσμίου φήμης καθηγητής James Hathaway παραθέτει στις υποσημειούμενες πηγές του άρθρου του για τον αντικειμενικό φόβο:

Η Δυτική νομική παράδοση βλέπει τον κόσμο με διχοτομικούς όρους, όπως: λογικό/παράλογο, σκέψη/συναίσθημα, αφηρημένος συλλογισμός/ συλλογισμός επί συγκεκριμένου (contextual thinking). Το δίκαιο υιοθετεί αυτόν τον δυαδισμό και σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις δηλώνει προτίμηση για το πρώτο ή το δεύτερο. Με άλλα λόγια, «η λογική, η διανοητική (intellectual), η αντικειμενική και η αφηρημένη απόφαση είναι ο προτιμώμενος και προεξάρχων τρόπος δικανικής σκέψης» [3].


Η ιστορική ανθρωπολόγος Katherine Luongo αναφέρει αντίθετα ότι στα αιτήματα ασύλου η μαγεία έχει «μια δυσάρεστη ανιστορικότητα και μια άγαρμπη αποσύνδεση από τους θεσμούς»[4]

Η ΥΑ/ΟΗΕ , σε ανάλυσή της για τους ισχυρισμούς περί μαγείας[5] θέτει το ζήτημα στην ορθή βάση:

«Η ορθότητα της πίστης στη μαγεία δεν είναι το ζήτημα εδώ. Οι εργαζόμενοι για την ανάπτυξη, οι ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι εργαζόμενοι από κυβερνητικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η μαγεία είναι πραγματική για αυτούς που πιστεύουν σε αυτή και ότι είναι αλυσιτελές να υποκρίνεται κανείς ότι οι απόψεις για την ύπαρξη μαγείας δεν υπάρχουν ή να αναζητεί κάποιο έδαφος ουδετερότητας σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι πιστεύουν στη μαγεία. Αυτές οι πεποιθήσεις απαντώνται σε μορφωμένους και αμόρφωτους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ηλικιωμένους και νεότερους, σε όλες τις κοινωνίες.»

Ακόμα πιο παραστατικά ο Adam Ashforth, καθηγητής Αφροαμερικανικών και Αφρικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, γράφει[6]:

Για τους ανθρώπους που δεν ζουν σε έναν κόσμο μάγων, ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα είναι η οντολογία της μαγείας ως βίας, ως βλαβών ποικίλων μορφών που οι άνθρωποι μπορούν να προξενήσουν σε αλλήλους. Για αυτούς τους ανθρώπους η μαγεία είναι ζήτημα «πίστης», ένα ζήτημα σχετικό με τον γνωστικό τομέα. Όμως για τους ανθρώπους που ζουν σε έναν κόσμο με μάγους δεν υπάρχει απαραίτητα οντολογική διαφοροποίηση ανάμεσα στη βία που ασκείται από μάγους και στη βία συνήθων μορφών που ασκείται με φυσικά μέσα. Ούτε και μιλούν μεταφορικά αναφερόμενοι στην άσκηση βίας από μάγους. Η μαγεία δεν είναι απλώς ένα ιδίωμα μέσα από το οποίο εκφράζονται άλλες μορφές σύγκρουσης. Η βία της μαγείας, για αυτούς που ζουν σε έναν κόσμο με μάγους, είναι πραγματική όσο και κάθε άλλη μορφή βίας. Μόνο τα μέσα και η μορφή διαφέρουν. Στην Αφρική, οι περισσότεροι Αφρικανοί θα συμφωνήσουν ότι η μαγεία είναι διαδεδομένη ευρέως.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα και βοηθητικές για τον παραπάνω προβληματισμό είναι δύο αποφάσεις του βρετανικού Ανώτερου Διοικητικού Δικαστηρίου [Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber)] που εκφράζουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις:

Στην περίπτωση μιας πολίτη Νιγηρίας, το ένα παιδί της οποίας έπασχε από αυτισμό, το Δικαστήριο[7] δίστασε να δεχθεί πραγματική πιθανότητα βλάβης του παιδιού, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της μητέρας του ότι θα αντιμετωπιζόταν ως έχον μαγικές δυνάμεις και ως εκ τούτου θα στοχοποιούνταν. Παρότι δέχθηκε ως πιθανό να συμβεί αυτό στον τόπο καταγωγής της, πρότεινε ως εναλλακτική εσωτερικής μετεγκατάστασης την πόλη Port Harcourt, στην οποία η αιτούσα (μητέρα) είχε ζήσει στο παρελθόν, κρίνοντας ότι πρόκειται για μια σύγχρονη και προοδευτική (forward thinking) πόλη, όπου δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος απόδοσης στο παιδί κατηγοριών περί μαγείας.[8]

Στην εξέταση μιας άλλης υπόθεσης ενώπιον του Upper Tribunal (UT) συνέδραμε ως εμπειρογνώμονας ο Gary Foxcroft (Εμπειρογνώμονας για τη μαγεία στη Νιγηρία, ιδρυτής του Witchcraft and Human Rights Information Network), στο πλαίσιο συνήθους πρακτικής στη διαδικασία του Ανώτερου Διοικητικού Δικαστηρίου, όπου συμβάλλουν με εκθέσεις τους εμπειρογνώμονες επί ποικίλων θεμάτων, με επιμέλεια όμως των αιτούντων. Εξετάζοντας τον κίνδυνο του ανήλικου μέλους μιας οικογένειας από τη Νιγηρία, το οποίο έπασχε από το γενετικό σύνδρομο Cri-du-Chat, το βρετανικό Δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στην έκθεση του Foxcroft, ο οποίος, αντίθετα με την πρωτοβάθμια απόφαση που πιθανολόγησε κοινωνικές διακρίσεις χωρίς να δεχτεί ότι αυτές θα συνιστούσαν δίωξη για το ως άνω ανήλικο, μετ’ επιτάσεως υποστήριξε ότι τα παιδιά με αναπηρία διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο απόδοσης κατηγοριών μαγείας, η οποία συνεπάγεται αποκλεισμό έως βίαιες επιθέσεις, καθώς η σχετική νιγηριανή νομοθεσία του 2008 περί απαγόρευσης απόδοσης κατηγοριών μαγείας παραμένει στην πράξη ανενεργή. Η προκατάληψη κατά τον ως άνω εμπειρογνώμονα επεκτείνεται και στους γονείς που γέννησαν παιδί με αναπηρία, καθώς εκλαμβάνονται ως καταραμένοι, ενώ υποστήριξε ότι το 95% των ανθρώπων με τους οποίους εργάστηκε στη Νιγηρία πιστεύουν στη μαγεία, ανεξάρτητα του μορφωτικού τους επιπέδου. Με ιδιαίτερη έμφαση ο δικαστής αναφέρθηκε στον κίνδυνο στοχοποίησης λόγω απόδοσης μαγικών ιδιοτήτων τόσο για τον ανήλικο όσο και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, χορηγώντας διεθνή προστασία.[9]

Στην πρώτη απόφαση, είναι αξιοσημείωτη η παραδοχή του UT περί «οπισθοδρομικής» επαρχίας στη Νιγηρία και «σύγχρονου» χαρακτήρα της πόλης Port Harcourt, ενός από τα μεγαλύτερα λιμάνια της, την οποία ως εκ τούτου θεωρεί προοδευτική και ασύμβατη με την δημοφιλία της πίστης στη μαγεία. Είναι προφανές ότι ο Βρετανός δικαστής συνδέει το «σύγχρονο πρόσωπο» της πόλης Port Harcourt με τον «προοδευτισμό», ενώ η μαγεία ταυτίζεται με την «οπισθοδρομικότητα», εκφράζοντας προφανείς στερεοτυπικές αντιλήψεις περί νεωτερικότητας, την οποία νοηματοδοτεί με δυτικό τρόπο. Αξιολογεί λοιπόν την ανάδειξη αυτού του λιμανιού στη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατίας ως εμπορικού κέντρου ως «εκσυγχρονισμό», τον οποίο συνδέει με «εκσυγχρονισμό» των κυρίαρχων αντιλήψεων που στην προσέγγιση του βρετανού δικαστή συνεπάγεται περιθωριοποίηση της πίστης στη μαγεία.

Η αντίληψη αυτή απηχεί την αυθόρμητη αντίδραση του δυτικού ανθρώπου προς τη μαγεία, την οποία θεωρεί φαινόμενο μιας «πρωτόγονης» περιόδου της εξέλιξης του ανθρώπου, αντιλαμβανόμενος αντίστοιχα τη νεωτερικότητα (νοούμενη ως μία και δυτική) ως αναβαθμισμένο επίπεδο στην εξελικτική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών. Το αυθόρμητο ερώτημα «πώς μπορεί η μαγεία να επιβιώνει σήμερα» υπονοεί και προϋποθέτει την πίστη με στενούς τελεολογικούς όρους στην πρόοδο, την ανάπτυξη και τη νεωτερικότητα[10]. Η νεωτερικότητα όμως δεν συνεπάγεται μία μονοσήμαντη κατεύθυνση, ούτε έναν μοναδικό εξορθολογισμό του λόγου ύπαρξης: η νεωτερικότητα, ακόμα κι αν κάποτε θεωρούνταν μονοσήμαντη, έχει εξελιχθεί προς αμέτρητες και συχνά απροσδόκητες κατευθύνσεις. Η παραδοχή της ύπαρξης πολλαπλών νεωτερικοτήτων σημαίνει την παραδοχή ότι ο κόσμος μπορεί να ειδωθεί ως μια ιστορία συνεχούς συγκρότησης και ανασυγκρότησης (constitution and reconstitution) μιας πολλαπλότητας πολιτισμικών προγραμμάτων.[11]

Στη δεύτερη απόφαση, γίνεται εμφανής ο εμπλουτισμός της δικαιοδοτικής κρίσης με τη συνεισφορά της ανθρωπολογικής προσέγγισης. Πέραν του γενικώς ισχύοντος τρόπου συγγραφής των αποφάσεων του UT όπου κυριαρχεί ο προσωπικός τόνος, η αμεσότητα και η απλότητα στην έκφραση, αλλά και η απολυτότητα των παραδοχών, εν προκειμένω η κρίση χτίζεται με τρόπο που δεν έχει τόσο τεχνικά στοιχεία ως προς την οικοδόμηση επιχειρημάτων, αλλά σχηματίζεται η γενική εικόνα με βάση τις απόψεις που εισφέρει ο εμπειρογνώμονας. Υπό αυτή την οπτική δεν εξετάζει καν ο δικαστής την ύπαρξη εναλλακτικής εσωτερικής μετεγκατάστασης, όπως στην περίπτωση που αναφέρθηκε παραπάνω[12], γιατί η ζωντανή εικόνα της πραγματικότητας που ο εμπειρογνώμονας εισφέρει στη διαδικασία δεν αφήνει περιθώρια για σχηματισμό της κρίσης με οικοδόμηση επιχειρημάτων με τεχνικό, στερεοτυπικό και φορμαλιστικό τρόπο. Η εν λόγω απόφαση είναι αναλυτική ως προς την κατάσταση στη χώρα καταγωγής, αξιοποιώντας τα στοιχεία της ανθρωπολογικής μελέτης. Σε σύγκριση με αυτή την απόφαση οι περισσότερες αποφάσεις του UT επί αιτημάτων ασύλου σχετικών με τη μαγεία φαντάζουν αποστειρωμένες, πένητες στοιχείων και τεκμηρίωσης και με αγεφύρωτη την απόσταση μεταξύ του πολιτισμικού υποβάθρου του εξεταστή και αυτού της αιτούσας.

Ο Ιταλός συγκριτικολόγος Rodolfo Sacco υποστηρίζει ότι «μελετώ σημαίνει συγκρίνω». Πάντοτε πράγματι, ενστικτωδώς, όταν μελετούμε κάτι άλλο και μάλιστα διαφορετικό, ξένο, έτερο, το επεξεργαζόμαστε με βάση τις οικείες προς εμάς έννοιες για να το κατανοήσουμε.[13] Το μέτρο σύγκρισης, στη διαδικασία κατανόησης του «ξένου», είναι άρρητα το «δικό μας», το οικείο. Αν παραδεχθούμε λοιπόν ότι η μελέτη υποκρύπτει μια ανομολόγητη σύγκριση, τότε τα κριτήρια του/της μελετητή/τριας είναι αναπόφευκτα υποκειμενικά και υποκρύπτουν μια υφέρπουσα τάση αξιολόγησης. Ως ένα βαθμό λοιπόν η μελέτη του έτερου είναι η σύγκριση με το οικείο.[14] Αυτό δεν μας προκαλεί απαισιοδοξία, ούτε και κάνει το έργο της μελέτης μάταιο και αδύναμο να φτάσει σε έγκυρα συμπεράσματα. Αντίθετα, φανερώνει τη φενάκη της επιστημονικότητας (και της επιστημονικής ουδετερότητας) και μπορεί να κρατά σε εγρήγορση τον/την μελετητή/τρια να αντιλαμβάνεται πότε το υποκειμενικό του/της πρίσμα αλλοιώνει την μελετώμενη πραγματικότητα και σε ποιο βαθμό. Η συλλογιστική αυτή μας οδηγεί αναπόφευκτα στη σχετικοποίηση της γνώσης, της επιστημονικής αλήθειας, της αυθεντίας και της επιστημονικής ουδετερότητας. Η εξωστρέφεια της μελέτης (με τον συνειδητό σκοπό της σύγκρισης ή χωρίς), ακόμα και αν ο σκοπός είναι η διαμόρφωση - οιονεί ή μη – δικαιοδοτικής κρίσης μπορεί να φανερώσει στοιχεία του «αλλότριου» που κλονίζουν τις προκαταλήψεις του/της μελετητή/τριας και τις παραδοχές που θεωρεί αυταπόδεικτες.


Η έννοια των πολλαπλών νεωτερικοτήτων από την άλλη πλευρά είναι χρήσιμη για να μας θυμίζει ότι ο υποτιθέμενος ορθολογικός λόγος μας προφέρεται σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική διάλεκτο –ότι είμαστε “one of the others”.[15]

Ακόμα όμως και εάν δεχθούμε ότι οι αφρικανικές κοινωνίες διανύουν τη/τις δική/ές τους νεωτερικότητα/ες, μέρος της/των οποίας/ων είναι και η μαγεία ως πεποιθήσεις και πρακτικές υπαγόμενες στην έννοια γένους της θρησκείας όπως η τελευταία νοηματοδοτείται από τη δυτική διανόηση, δεν σημαίνει ότι γίνεται πιο εύκολη η προσέγγιση των σχετικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου ως μιας διαδικασίας απονομής προσφυγικού καθεστώτος, διάπλασης εννόμων σχέσεων και παραγωγής αποφάσεων με βάση προσδιορισμένο νομικό πλαίσιο, όταν μάλιστα αυτό το πλαίσιο προϋποθέτει και επιτάσσει ταξινομήσεις τις οποίες αμφισβητεί η ίδια η πραγματικότητα.

Η επισήμανση μελετητών/τριών όπως οι καθηγήτριες νομικής στο Πανεπιστήμιο της Τεχνολογίας στο Σίδνεϋ, Millbank και Vogl[16] για την διστακτικότητα των Αρχών Απόφασης να υπαγάγουν τη δίωξη λόγω μαγείας στην θρησκεία, ως Λόγο της Σύμβασης, κινείται εντός του πλαισίου των δεδομένων ταξινομήσεων του ορισμού της Σύμβασης. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί κατ’ αρχήν η εντύπωση ότι ο ορισμός της Σύμβασης της Γενεύης περιορίζει τη δυνατότητα αξιολόγησης των ισχυρισμών, με την υπαγωγή σε στεγανοποιημένες ταξινομήσεις. Σε αυτή την εντύπωση μπορούν να αντιταχθούν δύο επιχειρήματα:

Πρώτον, η ΥΑ/ΟΗΕ κατά την ερμηνεία του ορισμού αναγνωρίζει την πιθανότητα (και δυνατότητα) αλληλοεπικάλυψης των Λόγων της Σύμβασης. Δηλαδή ότι μπορεί ο/η αιτών/ούσα να διώκεται επί πολλαπλών βάσεων (για λόγους που ανάγονται και στη θρησκεία και σε πολιτικές πεποιθήσεις για παράδειγμα).[17]

Δεύτερον, η θετικιστική τεχνική υπαγωγής των επιμέρους δεδομένων του ιστορικού στα στοιχεία του ορισμού της Σύμβασης της Γενεύης δεν είναι ούτε ο μοναδικός, ούτε και απαραίτητα ο ενδεδειγμένος τρόπος εφαρμογής της. Μπορεί οι περισσότερες Αρχές Απόφασης να προτιμούν την απομόνωση των θεωρούμενων ως κρίσιμων ισχυρισμών και περαιτέρω την υπαγωγή τους στα στοιχεία του ορισμού, όμως η βρετανική απόφαση που προπαρατέθηκε (βλ. παραπάνω υποσημ. 9), η οποία συνεκτίμησε και εν πολλοίς στηρίχθηκε στη γνωμοδότηση του ανθρωπολόγου Foxcroft, είναι ένα παράδειγμα μη θετικιστικής προσέγγισης και υπέρβασης της συνήθους δομής μιας απόφασης παροχής διεθνούς προστασίας.

Η τάση δε επίκλησης εκ μέρους των περισσότερων Αρχών Απόφασης της συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την εξέταση αντίστοιχων αιτημάτων, αντί της σύνδεσης της δίωξης με τη θρησκεία, ίσως υπονοεί αυτή ακριβώς τη δυσκολία ταξινόμησης των στοιχείων που εμπεριέχονται στα αιτήματα που σχετίζονται με τη μαγεία.

Δεδομένου όμως ότι η Σύμβαση της Γενεύης είναι ένα «ζωντανό κείμενο» και ότι επιδέχεται ερμηνείας από τους εκάστοτε εφαρμοστές της[18], υπάρχει ακόμα ευρύ περιθώριο ένταξης στη σχετική προβληματική όλων των παραπάνω παραμέτρων εμπλουτίζοντας την προσέγγιση του «έτερου» εκ μέρους των δυτικών Αρχών.
Αγγελική Σεραφείμ, Δικηγόρος στον Α.Π., ΜΔΕ Συγκριτικών Νομικών Σπουδών, Νομική Σύμβουλος στον Εθνικό Μηχανισμό Αναφοράς για την προστασία των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης)

* Τα κείμενα τρίτων προσώπων που φιλοξενούνται στη στήλη «Απόψεις» του Immigration.gr δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων και όχι του ιστολογίου ή του διαχειριστή του.




[1] Credibility Assessment In Asylum Procedures – A Multidisciplinary Training Manual vol. 1 2013, διαθέσιμο σε https://helsinki.hu/wp-content/uploads/Credibility-Assessment-in-Asylum-Procedures-CREDO-manual.pdf σελ. 112
[2] Για την κατασκευή και ανακατασκευή των ισχυρισμών: Julia Dahlvik (2017) Asylum as construction work: Theorizing administrative practices MIGRATION STUDIES VOLUME 5  NUMBER 3  σελ. 369–388 και Blommaert, J. (2001) Investigating Narrative Inequality: African Asylum Seekers’ Stories in Belgium Discourse Society, 12: 413–49
[3] Hathaway, James C. "Is there a Subjective Element in the Refugee Convention's Requirement of 'Well-Founded Fear'?" W. S. Hicks, coauthor. Mich. J. Int'l L. 26, no. 2 (2005) βλ. υποσημειώσεις σελίδων 548 επ., διαθ. σε https://repository.law.umich.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=2481&context=articles
[4] …in asylum claims, witchcraft has “an uncomfortable ahistoricity and an awkward detachment from institutions.” Στο διαδικτυακό άρθρο του Benjamin Lawrance  The Modernity of Witchcraft Asylum Claims 31 May 2018, διαθ. σε https://contendingmodernities.nd.edu/field-notes/the-modernity-of-witchcraft-asylum-claims/
[5] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Witchcraft allegations, refugee protection and human rights: a review of the evidence, January 2009, ISSN 1020-7473, available at: http://www.refworld.org/docid/4a54bbefd.html σελ. 3
[6] Adam Ashforth (2015). Witchcraft, Justice, and Human Rights in Africa: Cases from Malawi. African Studies Review, 58, pp 5-38 doi:10.1017/asr.2015.2 σελ. 10
[8] Ωστόσο της χορήγησε άδεια να παραμείνει με τα ανήλικα παιδιά της στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τη βάσει του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κρίνοντας ότι, ως μόνη γυναίκα με τρία ανήλικα παιδιά, εκ των οποίων το ένα με αυτισμό και χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον, θα αντιμετωπίσει δυσκολίες ένταξης στην κοινωνία της Νιγηρίας.
[9] Upper Tribunal  (Immigration and Asylum Chamber) Appeal Number: AA /05484, 05482, 05486, 05490, 05489/2015 διαθ. σε https://tribunalsdecisions.service.gov.uk/utiac/aa-05484-2015-ors
[10] Moore and Sanders Magical Interpretations, Material Reality Modernity, Witchcraft and the Occult in Postcolonial Africa Routledge London and New York, Taylor & Francis e-Library 2004 σελ. 19
[11] S.N. Eisenstadt Comparative Civilizations And Multiple Modernities Brill Leiden Boston 2003 σελ. 130
[12] Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) Appeal Number: PA/14311/ 2016
[13] Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η σχετική ανάλυση της Birgit Meyer στο άρθρο της Comparison as critique HAU Journal of Ethnographic Theory 7(1):509-515 Ιούνιος 2017
[14] Ανάλογος προβληματισμός έχει αναπτυχθεί στη συγκριτική πολιτική επιστήμη, βλ., Χρήστος Λυριντζής, Σύγκριση και Ερμηνεία, εκδ. νήσος, σελ. 35: «Η συγκριτική αντιπαράθεση εννοιών θέτει το ζήτημα της πολιτισμικής διαφοροποίησης και συνακόλουθα τη δυνατότητα σύγκρισης και άρα κατάκτησης του νοήματος σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια.»
[15] Moore and Sanders Magical Interpretations, Material Reality Modernity, Witchcraft and the Occult in Postcolonial Africa Routledge London and New York, Taylor & Francis e-Library 2004 σελ. 29 και εκεί παραπομπή στον Sahlins.
[16] Millbank, Jenni and Vogl, Anthea, Adjudicating Fear of Witchcraft Claims in Refugee Law (July 24, 2018). (2018) Journal of Law and Society διαθ. σε SSRN: https://ssrn.com/abstract=3219573
[17] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Handbook and Guidelines on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status under the 1951 Convention and the 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, December 2011, HCR/1P/4/ENG/REV. 3, διαθ. σε: http://www.refworld.org/docid/4f33c8d92.html  παρ. 66
[18] Για παράδειγμα η διάσταση του φύλου και η έννοια των gender-related asylum claims αναδείχθηκε αρκετές δεκαετίες μετά την ισχύ της Σύμβασης: Kelly, Nancy (1993) "Gender-Related Persecution: Assessing the Asylum Claims of Women," Cornell International Law Journal: Vol. 26: Iss. 3, Article 5. Διαθ.σε: http://scholarship.law.cornell.edu/cilj/vol26/iss3/5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *