Trending

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Απόφ. 7006/8.3.2019 της 17ης Επιτροπής Προσφυγών: Προϋποθέσεις συνέχισης διαδικασίας εξέτασης αιτήματος διεθνούς προστασίας μετά απο πράξη διακοπής

Ι. Νομικό μέρος
Α. Ερμηνεία του άρθρου 28 της Οδηγία 2013/32
Η Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)» ορίζει στο άρθρο 5 ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές απαιτήσεις για τις διαδικασίες διά των οποίων χορηγείται και ανακαλείται η διεθνής προστασία, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία» και στο άρθρο 28 ότι: «1. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αποφασίσει είτε να σταματήσει την εξέταση είτε, σε περίπτωση που η αποφαινόμενη αρχή θεωρήσει την αίτηση ως αβάσιμη αφού την εξετάσει επαρκώς επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, να απορρίψει την αίτηση.Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν ότι ο αιτών έχει ανακαλέσει σιωπηρά την αίτησή του για διεθνή προστασία ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν, ιδίως όταν διαπιστώνεται ότι:α) δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του … ή δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη … εκτός εάν ο αιτών αποδείξει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του· β) … δεν εκπλήρωσε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας, εκτός εάν αποδείξει ότι αυτό οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του.Για τον σκοπό της εφαρμογής των προκειμένων διατάξεων, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να ορίσουν χρονικά όρια ή κατευθυντήριες γραμμές.2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο αιτών που αναφέρεται και πάλι στην αρμόδια αρχή μετά τη λήψη απόφασης να σταματήσει η εξέταση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου να δικαιούται να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του ή να υποβάλλει νέα αίτηση η οποία δεν υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 40 και 41.Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα χρονικό όριο τουλάχιστον εννέα μηνών μετά το οποίο η υπόθεση του αιτούντος δεν θα μπορεί να επανεξετασθεί ή η νέα αίτηση θα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεταγενέστερη αίτηση και να υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 40 και 41. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η υπόθεση του αιτούντος μπορεί να επανεξετασθεί μόνο μία φορά. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο αυτό να μην απομακρυνθεί κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στην αποφαινόμενη αρχή να συνεχίσει την εξέταση από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει. 3. …». Εξάλλου, κατά την 14η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας: «Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους ανιθαγενείς που ζητούν διεθνή προστασία από κράτος μέλος, όταν το αίτημα θεωρείται ότι βασίζεται στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος χρήζει διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95/ΕΕ», ενώ στην 25η αιτιολογική σκέψη επισημαίνεται ότι: «Προς τον σκοπό της ορθής αναγνώρισης των ατόμων που χρήζουν προστασίας ως πρόσφυγες … κάθε αιτών θα πρέπει να έχει πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες, τη δυνατότητα να συνεργάζεται και να επικοινωνεί καταλλήλως με τις αρμόδιες αρχές ώστε να υποβάλλει τα στοιχεία της υπόθεσής του, καθώς και επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις για να προωθεί την υπόθεσή του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. …».
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενων υπό το φως αφενός των αιτιολογικών σκέψεών της που παρατέθηκαν, αφετέρου της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του άρθρου 18 (δικαίωμα στο άσυλο) της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να θεσπίζουν ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες να μπορεί να συναχθεί σιωπηρή ανάκληση της αίτησης ασύλου, σε περίπτωση που ο αιτών άσυλο δεν εμφανιστεί κατά την ορισθείσα συνέντευξη ή κατά την ημερομηνία που λήγει το δελτίο αιτήσαντος ασύλου προκειμένου να το ανανεώσει. Στην περίπτωση δε αυτή μπορεί να προβλέπεται από τον εθνικό νομοθέτη είτε η διακοπή της εξέτασης της αίτησης είτε η εξέτασή της στην ουσία και η απόρριψή της, αν θεωρηθεί αβάσιμη. Περαιτέρω, ωστόσο, εφόσον κατά την εθνική νομοθεσία η ως άνω τεκμαιρόμενη σιωπηρή ανάκληση συνεπάγεται τη διακοπή της εξέτασης της αίτησης (και συνεπώς τη μη εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του αιτούντος), ο αιτών πρέπει να διαθέτει τη δυνατότητα, εντός μιας προθεσμίας, κατ’ ελάχιστον, εννέα μηνών, να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του ή να υποβάλλει νέα αίτηση, η οποία όμως δεν θα υπόκειται στη διαδικασία περί μεταγενεστέρων αιτημάτων. Η αίτηση αυτή επανεξέτασης της υπόθεσης δεν συνιστά κατ’ ουσία αίτηση ανάκλησης της πράξης διακοπής εξέτασης, αλλά αίτηση συνέχισης της διακοπείσας διαδικασίας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών του αιτούντος, ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτός χρήζει ή όχι διεθνούς προστασίας. Εξάλλου, πέραν του χρονικού περιορισμού της υποβολής της αίτησης εντός εννέα μηνών από την έκδοση της πράξης διακοπής – διάστημα εντός του οποίου ο αιτών οφείλει να δείξει εύλογο ενδιαφέρον για την τύχη της υπόθεσής του ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο σιωπηρής ανάκλησης – η αίτηση αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί σε επιπλέον διαδικαστικές προϋποθέσεις[1]. Τούτο, δε, συνάγεται α) από την αναμφίλεκτη διατύπωση των κρίσιμων διατάξεων των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας, β) από τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 της Οδηγίας και της 14ης αιτιολογικής σκέψης της ότι επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη μόνο η θέσπιση διατάξεων που είναι περισσότερο ευνοϊκές για τους αιτούντες και συνεπώς απαγορεύεται ο περαιτέρω περιορισμός των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται από την Οδηγία, γ) από την τελολογική ερμηνεία των ως άνω κρίσιμων διατάξεων, δεδομένου ότι σκοπός τους δεν είναι (ούτε θα μπορούσε να είναι) να στερήσουν από τους αιτούντες το θεμελιώδες δικαίωμα ασύλου, αλλά αποκλειστικά και μόνο να θεσπίσουν διαδικαστικούς κανόνες βάσει των οποίων να μπορεί να συναχθεί με τρόπο αντικειμενικό η σιωπηρή βούληση ορισμένου προσώπου να ανακαλέσει την αίτησή του, προκειμένου να μην επιβαρύνεται άσκοπα το σύστημα ασύλου και δ) εξ αντιδιαστολής, από το γεγονός ότι όπου ο ενωσιακός νομοθέτης θέλησε να επιβάλλονται στους αιτούντες συγκεκριμένες υποχρεώσεις απόδειξης της μη υπαιτιότητάς τους, το όρισε ρητώς (βλ. ενδεικτικά άρθρο 28 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ και άρθρο 40 παρ. 4 της Οδηγίας).
Β. Η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 4375/2016
Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4375/2016 (ΦΕΚ A΄ 51), το άρθρο 47 του οποίου όριζε αρχικώς ότι: «1. … 2. Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του, οι Αρχές Απόφασης διακόπτουν την εξέταση της αίτησης με σχετική πράξη τους και θέτουν την υπόθεση στο αρχείο. ...  3. Σιωπηρή ανάκληση θεωρείται ότι υπάρχει όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών, χωρίς να θεμελιώνει ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του: α. δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 141/2013 (Α΄ 226) ή β. δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη ή σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 52 και 62, παρότι κλήθηκε νόμιμα και χωρίς να προβάλει βάσιμους λόγους για τη μη παρουσία του, ή γ. διέφυγε από το χώρο όπου βρισκόταν υπό κράτηση ή δεν συμμορφώθηκε με τα επιβληθέντα εναλλακτικά μέτρα ή δ. αναχώρησε από το χώρο όπου διέμενε, χωρίς να ζητήσει άδεια ή να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές εφόσον είχε προς τούτο υποχρέωση ή εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να λάβει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές Παραλαβής ή ε. δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία β και γ, ή άλλη υποχρέωση επικοινωνίας ή υποχρέωση να προσκομίσει έγγραφο το οποίο αποδεδειγμένα έχει ή οφείλει να έχει στην κατοχή του και δύναται να προσκομίσει ή στ. δεν εμφανίστηκε για να ανανεώσει το δελτίο το αργότερο κατά την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του. 4. Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί πράξη διακοπής ή που η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο μετά από παραίτηση, ο αιτών έχει δικαίωμα με αίτησή του, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής ή της υποβολής της παραίτησης, να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσής του μόνο μία φορά.5. Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής ή της παραίτησης εξετάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί μεταγενέστερων αιτήσεων κατά το άρθρο 59. 6. Στις περιπτώσεις μεταφοράς αιτούντων στη χώρα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 604/2013 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι εκδοθείσες πράξεις διακοπής βάσει της παραγράφου 2 ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται.». Ακολούθως, το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 8 ν. 4540/2018 (ΦΕΚ Α΄ 91/22.5.2018), ώστε πλέον να ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί πράξη διακοπής ο αιτών έχει δικαίωμα με αίτησή του, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διακοπής, να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση, τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της υπόθεσης του, εφόσον θεμελιώνει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι η πράξη διακοπής εκδόθηκε υπό συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του. …».
Εξάλλου, το προϊσχύον π.δ. 113/2013 (ΦΕΚ Α΄ 146/14.6.2013) «Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου “σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα”» όριζε στο άρθρο 13 παρ. 4 ότι: «Αιτών για τον οποίο έχει εκδοθεί απόφαση διακοπής εξέτασης της αίτησης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρχή που έλαβε την απόφαση τη συνέχιση της εξέτασης αυτής, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχει σιωπηρή ανάκληση της αίτησής ή προσφυγής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής».
Γ. Κρίση ως προς τη συμβατότητα της νέας διάταξης του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 4375/2016 προς την Οδηγία 2013/32
Λαμβανομένων υπόψη όσων προεκτέθηκαν, η ρύθμιση που εισήχθη με την παρ. 8 του άρθρου 28 του ν. 4540/2018 και η οποία, σε αντίθεση με τη διατύπωση του προϊσχύσαντος π.δ.113/2013, δεν επιτρέπει την αξιολόγηση των προβαλλόμενων λόγων από το αρμόδιο όργανο του πρώτου βαθμού και εν συνεχεία από την Επιτροπή Προσφυγών, αλλά επιβάλλει τη θεμελίωση των λόγων αυτών με συγκεκριμένα στοιχεία, αντιβαίνει, κατά την κρίση της Επιτροπής, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/32, καθώς περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να ζητήσουν τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός τους. Συνεπώς, ο αιτών,και μετά την ως άνω τροποποίηση της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 47 του ν. 4375/2016 με τον ν. 4540/2018, μπορεί να υποβάλει αίτημα συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης του φακέλου του χωρίς να απαιτείται, προκειμένου αυτό να γίνει δεκτό, να υποβάλει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πράξη διακοπής εκδόθηκε υπό συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του, ερμηνευτική λύση που άλλωστε διασφαλίζει πληρέστερα την τήρηση της, θεμελιώδους για το κράτος, υποχρέωσης της μη επαναπροώθησης[2].
Προς την ίδια, εξάλλου, ερμηνευτική κατεύθυνση οδηγεί και η συστηματική ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων της Οδηγίας 2013/32 και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (αναδιατύπωση)» (κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ). Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει στο άρθρο 18 παρ. 2 ότι «Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο γ) [ΣτΣ: δηλαδή περιπτώσεις υπηκόου τρίτης χώρας ή απάτριδα ο οποίος ανακάλεσε την υπό εξέταση αίτησή του και έκανε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος], όταν το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε διακόψει την εξέταση αίτησης μετά από ανάκλησή της από τον αιτούντα πριν από τη λήψη απόφασης επί της ουσίας πρωτοδίκως, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησής του ή να υποβάλει νέα αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία δεν θα αντιμετωπισθεί ως μεταγενέστερη αίτηση, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/32/ΕΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ολοκληρώνεται η εξέταση της αίτησης». Όπως γίνεται δεκτό, η ανωτέρω διάταξη αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι η εξέταση της αίτησης του αιτούντος άσυλο είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που επιβάλλει η οδηγία 2013/32 όσον αφορά τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται σε πρώτο βαθμό[3].  Εάν, ωστόσο, γινόταν δεκτό ότι το κράτος μέλος υποδοχής στο πλαίσιο του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ μπορούσε να απορρίψει αιτήσεις συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης ασύλου σε κάθε περίπτωση που ο αιτών δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι η μη τήρηση των υποχρεώσεών του δεν οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του – δηλαδή περίπτωση που εύλογα αναμένεται να συντρέχει κάθε φορά που ο αιτών άσυλο εγκαταλείπει το κράτος μέλος του αρχικού αιτήματος για να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος όπου υποβάλλει νέο αίτημα ασύλου και για αυτόν τον λόγο δεν εμφανίζεται κατά τις καθορισθείσες ημερομηνίες ανανέωσης του δελτίου ή συνέντευξης – ο μηχανισμός του Δουβλίνο ΙΙΙ, που στηρίζεται στη δυνατότητα εξέτασης κάθε αιτήματος ασύλου από ένα και μόνο κράτος μέλος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τρόπο που να «κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας» (5η αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού), θα καταστρατηγούνταν, αφού η μεταφορά προς την Ελλάδα αιτούντος άσυλο η εξέτασης της αίτησης του οποίου είχε ήδη διακοπεί θα συνεπαγόταν άνευ ετέρου την απόρριψη του αιτήματος λόγω αδυναμίας θεμελίωσης με συγκεκριμένα στοιχεία της ύπαρξης λόγων «ανεξάρτητων από τη θέλησή του» για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών. Η αντίστοιχη, άλλωστε, πρόβλεψη της παρ. 8 του άρθρου 2 του π.δ. 61/1999 (ΦΕΚ Α΄ 63)[4], στην οποία στηριζόταν εν πολλοίς η απόρριψη των αιτήσεων όσων μεταφέρονταν στην Ελλάδα βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ[5],  είχε κατακριθεί ως παραβιάζουσα τις σχετικές υποχρεώσεις της χώρας[6] και είχε οδηγήσει σε άσκηση προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας επί παραβάσει των υποχρεώσεών της υπό τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ (υπόθεση C-130/08, OJ C 128, 24.5.2008, p. 25–26)[7]. Ενόψει αυτού, ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε στην παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 4375/2016 ότι σε περίπτωση μεταφοράς αιτούντος από άλλο κράτος μέλος βάσει του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ οι εκδοθείσες πράξεις διακοπής λόγω σιωπηρής ανάκλησης «ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται» χωρίς επομένως να τίθενται επιπλέον προϋποθέσεις ως προς τη θεμελίωση με συγκεκριμένα στοιχεία των λόγων που οδήγησαν στη διακοπή εξέτασης της αίτησης. Όπως, όμως, έχει γίνει δεκτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπεται να περιέρχεται σε ευνοϊκότερη θέση αιτών άσυλο που έχει διαφύγει, χωρίς να αναμείνει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησής του, προς κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο υπέβαλε την αίτησή του, σε περίπτωση που το υπεύθυνο κράτος μέλος αναλαμβάνει εκ νέου τον αιτούντα αυτόν, σε σχέση με αιτούντα που αναμένει την ολοκλήρωση της εξέτασής της αίτησής του στο υπεύθυνο κράτος μέλος, διότι μια «τέτοιου είδους ερμηνεία ενδέχεται να ενθαρρύνει τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε κράτος μέλος να μεταβούν σε άλλα κράτη μέλη, προκαλώντας, με τον τρόπο αυτό, δευτερογενείς μετακινήσεις, στην αποτροπή των οποίων αποβλέπει ακριβώς ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ διά της θεσπίσεως ομοιόμορφων μηχανισμών και κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους»[8].  Συνεπώς, πρόβλεψη επιπλέον προϋποθέσεων (και συγκεκριμένα της προϋπόθεσης θεμελίωσης με συγκεκριμένα στοιχεία των λόγων μη τήρησης των υποχρεώσεών τους) για τους αιτούντες που ζητούν τη συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής τους παραμένοντες σε ελληνικό έδαφος, ενώ τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται (ούτε μπορεί να τεθεί) για όσους επιστρέφονται στην Ελλάδα μετά τη διαφυγή τους σε άλλο κράτος μέλος, θα αντιστρατευόταν τη λογική του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου.
Ενόψει των ανωτέρω, τέλος, μόνη λογικά συνεπής ερμηνευτική προσέγγιση του τελ. εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2013/32, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης μπορεί να συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο είχε σταματήσει, είναι ότι ως στάδιο εξέτασης της αίτησης νοείται εκείνο από τα προβλεπόμενα στον νόμο στάδια της διαδικασίας εξέτασης (π.χ. υποβολή αίτησης, προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, έκδοση απόφασης σε πρώτο βαθμό, με όλα τα ενδιάμεσα στάδια που περιλαμβάνονται κατά περίπτωση, όπως εξέταση της ευαλωτότητας του προσώπου, εξέταση τυχόν εφαρμογής του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ κλπ), το οποίο δεν ολοκληρώθηκε πριν συμβεί το γεγονός που οδήγησε στη διακοπή της, χωρίς να μπορεί να συναχθεί ότι επιτρέπεται, από τη συγκεκριμένη διάταξη, στον εθνικό νομοθέτη να επιλέξει τη συνέχιση της διαδικασίας από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο όπου διαπιστώθηκε η μη τήρηση των υποχρεώσεων του αιτούντος, ώστε να ακολουθείται εκ νέου η διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 28 της Οδηγίας και να ζητείται από τον αιτούντα να αποδείξει ότι η διακοπή της εξέτασης οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. [...]
ΙΙΙ. Κρίση
Ενόψει όσων αναπτύχθηκαν στο κεφάλαιο Ι της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση συνέχισης της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου κατατέθηκε εντός της προθεσμίας των εννέα μηνών από την έκδοση της πράξης διακοπής (21.6.2018 η έκδοση της πράξης επιστροφής, 6.9.2018 η κατάθεση της αίτησης συνέχισης της διαδικασίας), κρίνει ότι η εξεταζόμενη προσφυγή, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να γίνει δεκτή και η υπόθεση να αναπεμφθεί στο πρωτοβάθμιο όργανο για νέα, νόμιμη κρίση επί της ουσίας, κατόπιν της τήρησης της προσήκουσας διαδικασίας και τη λήψη προσωπικής συνέντευξης του προσφεύγοντος, διότι για την υποβολή αίτησης συνέχισης της διαδικασίας δεν απαιτείται η προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η έκδοση της πράξης διακοπής έλαβε χώρα για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του αιτούντος.




[1] Ένδειξη προς την ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση, ότι δηλαδή η αίτηση συνέχισης δεν μπορεί να υποβληθεί σε επιπλέον προϋποθέσεις, προσφέρει και η ConseildtatN° 423715 απόφαση της 25 Σεπτεμβρίου 2018, σκ. 5, που ερμηνεύει την κατ’ ουσία ταυτόσημη με την Οδηγία διατύπωση του art. L. 723-14 του γαλλικού Loi n° 2015-925 du 29 juillet 2015 “relative à la réforme du droitd'asile”. Εξάλλου, ενδεικτικά, και η εθνική νομοθεσία άλλων κρατών μελών δεν φαίνεται να έχει θεσπίσει επιπλέον προϋποθέσεις για την άσκηση της αίτησης συνέχισης·βλ. το άρθρο 16 Ε του κυπριακού «περί Προσφύγων Νόμου» του 2000 (6(I)/2000), το άρθρο 23 του λουξεμβουργιανού Loi du 18 décembre 2015 1. “relative à laprotectioninternationaleet à laprotectiontemporaire”, το άρθρο 33 παρ. 5 του γερμανικού Asylgesetz, τα άρθρα 57/6/2 και 57/6/5 του βελγικού Loi sur l'accès au territoire, le séjour, l'établissement et l'éloignement des étrangers.


[2] Άρθρο 28 παρ. 2 εδ. δ΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Βλ. και άρθρο 33 Σύμβασης της Γενεύης του 1951,  άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και τις 3η και 48η αιτιολογικές σκέψεις της ίδιας Οδηγίας.


[3] ΔΕΕ C-695/15 PPU Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016 Mirza, σκ. 66.


[4] «Καθ` όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο αιτών άσυλο υποχρεούται να παραμένει στον τόπο διαμονής που δήλωσε ή του καθορίσθηκε. Σε περίπτωση αυθαίρετης απομάκρυνσής του, διακόπτεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησής του με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ως αγνώστου διαμονής. Αν εντός ευλόγου χρόνου, που δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης, ο αιτών επανεμφανισθεί στις αρμόδιες Αρχές, προσκομίζοντας επίσημα στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η απουσία του οφείλετο σε λόγους ανωτέρας βίας, η παραπάνω απόφαση ανακαλείται και η αίτηση ασύλου εξετάζεται κατ`ουσίαν».


[5]  Βλ. ενδεικτικάP. Papadimitriou – I. Papageorgiou, The New ‘Dubliners’: Implementation of European Council Regulation 343/2003 (Dublin-II) by the Greek Authorities, Journal of Refugee Studies Vol. 18, No. 3, 299.


[6]  Βλ. UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), The Return to Greece of Asylum-Seekers With "Interrupted" Claims, 9 July 2007, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/46b889b32.html [πρόσβαση 24 Φεβρουαρίου 2019].


[7] Η διαγραφή εν τέλει της υπόθεσης από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, με την από 22 Οκτωβρίου 2008 διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου κατόπιν παραίτησης της Επιτροπής, υπήρξε το αποτέλεσμα της εξάλειψης της σχετικής πρόβλεψης από την εθνική νομοθεσία με τη δημοσίευση του π.δ. 90/2008 (ΦΕΚ Α΄ 138/11.7.2008) που μετέφερε την Οδηγία 2005/85/ΕΕ (και συγκεκριμένα του άρθρου 14 παρ. 3 που αφορούσε την αίτηση συνέχισης της διαδικασίας).


[8] Βλ. ΔΕΕ C-695/15 PPU Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016 Mirza, σκ. 51-52.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *