Trending

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Απόρριψη αιτήσεων ασύλου λόγω έλλειψης διερμηνείας. Σκέψεις με αφορμή την υπ’ αριθμ 36409/15.11.2019 απόφαση του ΠΓΑ Λέσβου

Εδώ και κάποιες μέρες ήρθε στη δημοσιότητα η περίπτωση 28 ατόμων από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, των οποίων το αίτημα ασύλου απορρίφθηκε χωρίς συνέντευξη λόγω «έλλειψης διερμηνείας». Το σκεπτικό της Διοίκησης, το οποίο επαναλήφθηκε με πανομοιότυπο τρόπο σε όλες τις αποφάσεις, ήταν ότι «ο αιτών δεν παρέστη σε προσωπική συνέντευξη καθώς οι επανειλημμένες προσπάθειες εξεύρεσης υπηρεσιών παροχής διερμηνείας στη μητρική γλώσσα και γλώσσα επικοινωνίας του αιτούντος κατέστησαν ανεπιτυχείς». 



Συνακόλουθα και λόγω αντικειμενικής δυσκολίας τέλεσης της συνεντεύξεως ουσίας α' βαθμού, οι αποφάσεις επι των αιτημάτων ελήφθησαν βάσει των ισχυρισμών των αλλοδαπών όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στη φόρμα καταγραφής και τα σχετικά αιτήματα απορρίφθησαν επι της ουσίας ως αβάσιμα.



Σημειώνεται ότι, οι περισσότεροι εκ των 28 προαναφερθέντων ατόμων τελούν υπό διοικητική κράτηση στο Προαναχωρησιακό Κέντρο Κράτησης (ΠΡΟ.ΚΕ.ΚΑ.) Λέσβου ήδη απο την πρώτη ημέρα της αφίξης τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του προγράμματος κράτησης αιτούντων προερχόμενων από χώρες που θεωρούνται ως «χαμηλού προσφυγικού προφίλ». Στόχος αυτού του προγράμματος είναι η ολοκλήρωση του συνόλου της διαδικασίας ασύλου των αιτούντων πριν την άρση της κράτησης λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου χρονικού ορίου, προκειμένου, σε περίπτωση απόρριψής τους, να επιστρέφονται άμεσα στην Τουρκία.

Σε κοινή ανακοίνωσή τους επτά νομικές οργανώσεις υποστήριξης προσφύγων και αιτούντων άσυλο που δραστηριοποιούνται στη Λέσβο κατήγγειλαν το Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου Λέσβου για την απόρριψη των αιτημάτων ασύλου χωρίς να έχει διεξαχθεί προηγουμένως η υποχρεωτική εκ του νόμου συνέντευξή τους με τις αρμόδιες αρχές. Ήδη, οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί προσέφυγαν κατα των εν λόγω απορριπτικών αποφάσεων. Οι υποθέσεις τους προδιορίστηκαν και εκδικάζονται σήμερα ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών.

Στις ακόλουθες γραμμές θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί γιατί οι σχετικές αποφάσεις του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου πρέπει να ακυρωθούν και ποιές είναι οι δυνατότητες των αρμοδίων Επιτροπών Προσφυγών για να θεραπεύσουν τη συγκεκριμένη πλημμέλεια.

Αντικειμενική αδυναμία πραγματοποίησης συνέντευξης; 

Ως γνωστόν, σύμφωνα με το οικείο κανονιστικό πλαίσιο, κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας, εξετάζεται διοικητικά σε πρώτο βαθμό από το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο ή κλιμάκιο Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου, που είναι η «Αποφαινόμενη Αρχή», αφού προηγηθεί εμπεριστατωμένη αντικειμενική και αμερόληπτη εξέτασή του από ειδικώς εκπαιδευμένο προσωπικό και αφού ειδικότερα παρασχεθεί πρώτα στον αιτούντα η ευκαιρία προσωπικής συνεντεύξεως, η οποία του επιτρέπει να εκθέσει διεξοδικώς τους λόγους της αιτήσεώς του. Αντιθέτως, η διαδικασία σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά απορριπτικής πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι καταρχήν έγγραφη και διενεργείται με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου[1], ενώ η κληση σε προφορική ακρόαση λαμβάνει κατά την κρίση της Επιτροπής μόνο κατ΄εξαίρεση σε συγκεκριμένες ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις[2].  

Η προσωπική συνέντευξη αποτελεί σημαντικό διαδικαστικό τύπο της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, καθόσον αφενός επιτρέπει στον εκάστοτε αλλοδαπό να αναπτύξει πλήρως τους λόγους για τους οποίους χρήζει προστασίας αφετέρου παρέχει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να εξετάσει εις βάθος κάθε πτυχή της υπόθεσης. Η εξέταση, επομένως, αιτημάτων ασύλου χωρίς την πραγματοποίηση συνέντευξης αυξάνει τον κίνδυνο σφαλμάτων και κατ’ επέκταση απέλασης ατόμων που μπορεί πράγματι να κινδυνεύουν στις χώρες καταγωγής ή προορισμού τους[3].

Προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρως εντός της Ένωσης το δικαίωμα στο άσυλο (άρ. 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. – εφεξής ΧΘΔΕΕ) και η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης (άρ. 19 ΧΘΔΕΕ) ο ενωσιακός νομοθέτης στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ για τις διαδικασίες ασύλου περιορίζει σημαντικά την ευχέρεια των κρατών μελών να παραλείπουν την πραγματοποίηση συνέντευξης με τους αιτούντες διεθνή προστασία.

Συγκεκριμένα, ο ευρωπαίος νομοθέτης απαιτεί κατά κανόνα την πραγματοποίηση μίας τουλάχιστον συνέντευξης κατά την εξέταση επί της ουσίας κάθε αιτήματος διεθνούς προστασίας. Κατ’ εξαίρεση, μονο σε συγκεκριμένες ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις μπορεί αυτή να παραλειφθεί, όταν η αποφαινόμενη αρχή δύναται να λάβει θετική απόφαση όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων ή όταν δεν είναι αντικειμενικά δυνατή για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του ενδιαφερόμενου προσώπου π.χ. λόγω μικρής ηλικίας ή σοβαρής αναπηρίας ή ασθένειας[4].

Χαρακτηριστικό της σημασίας που αποδίδει ο ενωσιακός νομοθέτης στην πραγματοποίηση προσωπικής συνέντευξης, είναι το ότι κατά την αναδιατύπωση της σχετικής Οδηγίας για τις διαδικασίες, δεν περιλήφθησαν όσα προέβλεπε η προγενέστερη Οδηγία 2005/85/ΕΚ για την μη πραγματοποίηση συνέντευξης στις περιπτώσεις που ο αιτών άσυλο είχε επικαλεστεί λόγους που δεν στοιχειοθετούσαν λόγους υπαγωγής σε διεθνή προστασία ή ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες ή προερχόταν απο ασφαλή χώρα καταγωγής ή ασφαλή τρίτη χώρα[5].

Συνεπώς, πλην των ως άνω ρητών προβλεπομένων εξαιρέσεων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, δεν μπορεί να υπάρξει καταρχήν εξέταση επί της ουσίας αιτήματος διεθνούς προστασίας άνευ συνεντεύξεως του ενδιαφερομένου, ενώ οι όποιες εξαιρέσεις απο τον κανόνα της πραγματοποίησης προσωπικής συνέντευξης θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

Είναι σαφές ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχε κάποια απο τις εξαιρέσεις που αναφέρει η σχετική Οδηγία για τις διαδικασίες και ο νόμος 4375/2016, καθόσον η αντικειμενική αδυναμία εξασφάλισης κατάλληλης διερμηνείας δεν οφείλεται σε μόνιμες καταστάσεις αλλά σε δυσκολία της αρμόδιας αρχής να βρεί κατάλληλο διερμηνέα. Δεδομένου ότι οι όποιες εξαιρέσεις απο τον κανόνα της πραγματοποίησης συνέντευξης πρέπει να ερμηνεύονται στενά, η έννοια της «αντικειμενικής αδυναμίας» δεν μπορεί καλύψει κάθε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αδυνατεί να εξασφαλίσει διερμηνεία εντός του στενού χρονικού πλαισίου μιας ταχύρρυθμης διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος. Αν δεν μπορούν να διασφαλιστούν για συγκεκριμένους αιτούντες, διαδικαστικοί τύποι και εγγυήσεις, όπως η συνέντευξη και η διερμηνεία, στο πλαίσιο ταχύρρυθμων διαδικασιών, τότε η εξέταση του αιτήματός θα πρέπει να γίνει με την κανονική διαδικασία και όχι να μην τηρηθούν οι βασικές αυτές εγγυήσεις. 


Η γραμματική βέβαια διατύπωση του άρθρου 52 παρ. 8 Ν.4375/2016 («Η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλειφθεί ... όταν δεν είναι αντικειμενικά δυνατή, ιδίως όταν ...») φαίνεται να ευνοεί την ερμηνευτική εκδοχή ότι η σχετική περιπτωσιολογία είναι ενδεικτική και επομένως μπορεί να καταλάβει και άλλες περιπτώσεις «αντικειμενικής αδυναμίας». Όπως όμως ήδη έχει εκτεθεί ο ενωσιακός νομοθέτης περιόρισε τη σχετική ευχέρεια των κρατών προβλέποντας ότι η αντικειμενική αδυναμία θα πρέπει να προβλέπεται σε μόνιμες καταστάσεις, ενώ οι εξαιρέσεις που προβλέπει η Οδηγία ερμηνεύονται στενά. Μια λοιπόν εκδοχή ότι η «αντικειμενική αδυναμία» μπορεί να καταλάβει και άλλες περιπτώσεις, που δεν οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις θα αφαιρούσε απο την Οδηγία την πρακτική της αποτελεσματικότητα και, συνεπώς θα ήταν αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο.

Εξάλλου, απο το σώμα της απόφασης δεν προκύπτει ποιές ενέργειες και πότε έλαβαν χώρα, για τη διασφάλιση διερμηνείας ούτε ότι εξαντλήθηκαν οι κατα νόμο δυνατότητες της αρχής προκειμένου εξασφαλιστεί διερμηνεία[6], με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος απο το δευτεροβάθμιο όργανο. 

Για τους λόγους, λοιπόν, αυτούς η πρωτοβάθμια απόφαση είναι ακυρωτέα. Ποιές είναι όμως οι δυνατότητες που έχει στη διάθεσή του η Επιτροπή προσφυγών για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια;

Το ζήτημα ενώπιον των Επιτροπών Προσφυγών 

Το ζήτημα συνεντεύξεων του πρώτου βαθμού που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή/και εν γένει έλλειψης συνέντευξης στον πρώτο βαθμό έχει ήδη απασχολήσει σε διάφορες περιπτώσεις τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών. 

Με την υπ’ αριθμ. 10765/2017 απόφαση της 8ης  Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 5 του Ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51) ακυρώθηκε απόφαση του Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου Κορίνθου λόγω σοβαρών πλημμελειών της πρωτοβάθμιας συνέντευξης του προσφεύγοντος και αναπέμφθηκε η υπόθεση εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί νέα συνέντευξη που να πληροί τους όρους του νόμου. Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε από το οικείο πρακτικό της συνέντευξης ότι υπήρξε δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ της χειρίστριας και του διερμηνέα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Υποστήριξης Ασύλου (EASO) με σκοπό να αποδίδονται με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της ως άνω συνέντευξης, όπως ορίζει ο νόμος. Συγκεκριμένα, στο πρακτικό της συνέντευξης αναφερόταν ότι πραγματοποιήθηκε διάλειμμα γι’ αυτόν το λόγο, ωστόσο, στη συνέχεια, συνεχίστηκε η συνέντευξη του προσφεύγοντος, χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του προσφεύγοντος ότι πραγματοποιήθηκε κάποια αλλαγή είτε στον διερμηνέα του EASO είτε στη χειρίστρια της Υπηρεσίας Ασύλου ώστε να θεραπευθεί η δυσκολία επικοινωνίας. Με βάση τα δεδομένα αυτά η Επιτροπή έκρινε ότι υφίσταται βλάβη του προσφεύγοντος καθώς προκύπτει από τα παραπάνω ότι δεν αποδόθηκαν με πληρότητα και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του στο πρακτικό της ως άνω συνέντευξής του στον α’ βαθμό, όπως απαιτεί ο νόμος, ούτε του δόθηκε η «κατάλληλη ευκαιρία για να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την κατά το δυνατόν πλήρη τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας» του, κατά παράβαση του άρθρου 52 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 4375/2016. Για το λόγο αυτό ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε εκ νέου στον πρώτο βαθμό προκειμένου να πραγματοποιηθεί εκ νέου συνέντευξη του προσφεύγοντος.

Ο γράφων από άλλη θέση έχει ήδη διατυπώσει επιφυλάξεις αναφορικά με συγκεκριμένη κρίση της Επιτροπής Προσφυγών, στις οποίες και παραπέμπει προς αποφυγή επαναλήψεων. Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι ο νόμος προβλέπει πλέον ρητά ότι αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση προσφυγής κατά πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για να συνεχιστεί η εξέταση της υπόθεσης μετά από πράξη διακοπής[7]. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση όπως αυτή που αντιμετώπισε η εν λόγω Επιτροπή Προσφυγών σήμερα δεν θα ήταν δυνατή η αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό.

Ενδιαφέρουσα είναι, επίσης, η κρίση στην οποία κατέληξε 5η Επιτροπή Προσφυγών (αρ. Πρωτ. 191/11.1.2017) αναφορικά με την περίπτωση προσφυγής κατά απόφασης διακοπής εξέτασης αιτημάτος ασύλου πριν την πραγματοποίηση συνέντευξης στο πρώτο βαθμό. Όπως σημείωσε η Επιτροπή, από τις διατάξεις των άρθρων 47, 51, 52, 61 και 62 του ν. 4375/2016, συνάγεται ότι μόνα και αποκλειστικώς  αρμόδια όργανα για  την διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης του αιτούντος  διεθνή προστασία είναι  οι  αρμόδιες αρχές Παραλαβής, δηλαδή τα Περιφερειακά  Γραφεία Ασύλου, στα οποία υποβάλλεται η αίτηση αυτή, δια των χειριστών τους, που διαθέτουν τα κατάλληλα προς τούτο προσόντα και υπό τις εγγυήσεις που διαγράφονται ρητά στον νόμο. Εκ τούτων παρέπεται ότι, η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, αποφαινόμενη   επί ενδικοφανούς προσφυγής του αιτούντος διεθνή προστασία αλλοδαπού ή ανιθαγενούς, αν  ακυρώσει  την προσβαλλόμενη  ενώπιον της  πράξη του  Περιφερειακού Γραφείο Ασύλου, δεν δύναται αυτή πρωτογενώς να διενεργήσει την συνέντευξη  του αιτούντος διεθνή προστασία, εάν προκύπτει ότι αυτή δεν έχει διενεργηθεί ή πάντως δεν έχει ολοκληρωθεί, κατά την διαγραφόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις διαδικασία, αλλά υποχρεούται να αξιώσει την διενέργεια αυτής από την αρμόδια κατά τα ανωτέρω αρχή, αναβάλλοντας την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του εκκρεμούντος ενώπιον της αιτήματος ασύλου, προκειμένου αυτή (η Επιτροπή), ακολούθως, να αποφανθεί επί της αιτήσεως. Μάλιστα, κατά την Επιτροπή, η ορθότητα της άποψης αυτής  επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών μπορεί να κληθεί σε ακρόαση ο προσφεύγων όταν ανακύπτουν ζητήματα ή αμφιβολίες αναφορικά με την πληρότητα της συνέντευξης, η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί στον πρώτο βαθμό εξέτασης  ή όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη ή προκύπτουν νέοι οψιγενείς ισχυρισμοί, όχι όμως όταν ελλείπει αυτή. Αλλωστε, σύμφωνα με την   διάταξη της παρ.7 του άρθρου 62 του ν.4375/2016( σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο  προισχύον  π.δ. 114/2010) η Επιτροπή εξετάζει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξεως  όσο και την ουσία της υπόθεσης.

Ενόψει δε αυτών η Επιτροπή Προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης διαβιβάζοντας τον φάκελο στο ΠΓΑ με την υποχρέωση αυτό να διενεργήσει την προσωπική συνέντευξη του προσφεύγοντος, και εν συνεχεία να  διαβιβασθεί εντός προθεσμίας 45 ημερών το πρακτικό αυτής στην Επιτροπή Προσφυγών προκειμένου τελικά να ληφθεί απόφαση επί της υπόθεσης.   

Η εν λόγω ερμηνευτική εκδοχή διακρίνει, μεταξύ «προσωπικής συνέντευξης», η οποία διενεργείται μονο απο χειριστή της Υπηρεσίας Ασύλου και «προφορικής ακρόασης», η οποία διενεργείται απο την Επιτροπή Προσφυγών και βασίζεται κυρίως στη γραμματική διατύπωση του νόμου. Απο την συστηματική και τελεολογική, ωστόσο, ερμηνεία της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προκύπτει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης απαιτεί καταρχήν την πραγματοποίηση κατ' ελάχιστον μιας προφορικής διαδικασίας (συνέντευξης ή ακρόασης) με κάθε αιτούντα διεθνή προστασία. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να λαμβάνει καταρχήν χώρα στον πρώτο βαθμό. Δεν αποκλείεται όμως, κατ' εξαίρεση σε ορισμένες περιπτώσεις η «συνέντευξη» ή «προφορική ακρόαση» - κατά την αυτόνομη εννοια του ενωσιακού δικαίου που δεν ταυτίζεται με τους αντίστοιχους όρους που χρησιμοποιούνται στις εκάστοτε εθνικές νομοθεσίες - να πραγματοποιηθεί το πρώτον στον δεύτερο βαθμό. Άλλωστε, απο την όλη οικονομία της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προκύπτει ότι τα δύο στάδια της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας ειναι μεν διακριτά αλλά αλληλένδετα στο πλαίσιο ολόκληρης της διαδικασίας εξετάσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας την οποία ρυθμίζει η οδηγία αυτή. Ο στενός σύνδεσμος που υφίσταται μεταξύ της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας που προηγείται αυτής, συνεπάγεται ότι οι οποιες πλημμέλειες του πρώτου βαθμού, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης συνέντευξης, θα πρέπει να θεραπεύονται πλήρως στον δεύτερο βαθμό. Τέλος, σε μία περίπτωση, όπως η προκείμενη, η δυνατότητα πραγματοποίησης συνέντευξης το πρώτον στο δεύτερο βαθμό ανταποκρίνεται και στο υπενθυμιζόμενο στην αιτιολογική σκέψη 18 της εν λόγω οδηγίας συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων για λήψη αποφάσεως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας το συντομότερο δυνατό, υπό την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξετάσεως. Μία «αναπομπή» ή (ορθότερα) αποστολή του φακέλου προς συμπλήρωση και εν συνέχεια αναδιαβίβαση στην Επιτροπή Προσφυγών για ληψη απόφασης στην πράξη ενδέχεται να καθυστερήσει περισσότερο την εξέταση της υπόθεσης, σε σχέση με μια προφορική ακρόαση του αλλοδαπού ενώπιον της Επιτροπής. 

Στο πλαίσιο αυτό, έχει συναφώς κριθεί ότι το ως άνω άρθρο 46 της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύεται στην εθνική αρχή που επιλαμβάνεται –ως «δικαστήριο», κατά την έννοια της διάταξης αυτής- προσφυγής κατά απόφασης απορριπτικής αιτήματος διεθνούς προστασίας, να απορρίψει την εν λόγω προσφυγή, χωρίς να προβεί σε ακρόαση του προσφεύγοντος, όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ως προς το βάσιμο της απόφασης αυτής, υπό την προϋπόθεση, αφενός ότι κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία παρεσχέθη στον αιτούντα η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ως άνω Οδηγίας και τη συνάδουσα προς τη διάταξη αυτή εθνική νομοθεσία, και ότι το πρακτικό της εν λόγω συνέντευξης περιελήφθη στο φάκελο της υπόθεσης, αφετέρου ότι η επιληφθείσα της προσφυγής αρχή μπορεί να διατάξει μια τέτοια ακρόαση εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της[8]. Εξ αντιδιαστολής, επομένως, συνάγεται ότι οσάκις δεν έχει πραγματοποιηθεί συνέντευξη στον πρώτο βαθμό, το άρ. 46 της Οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου, καθιστά υποχρεωτική για το δευτεροβάθμιο όργανο την προφορική ακρόαση του ενδιαφερομένου προκειμένου να εξασφαλιστεί όχι μονο το δικαιωμα σε «πραγματική προσφυγή» αλλά και εν γένει η «δίκαιη» εξέταση του αιτήματος ασύλου κατά το ενωσιακό δίκαιο.

Πρέπει επίσης, να υπενθυμιστεί ότι οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, παρά τον οιονεί δικαιοδοτικό τους χαρακτήρα[9], διατηρούν τη διοικητική τους ταυτότητα, οι δε πράξεις τους που εκδίδονται κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, αποτελούν διοικητικές πράξεις και όχι «δικαστικές αποφάσεις». Συνεπώς, η αντιμετώπισή του συγκεκριμένου ζητήματος προϋποθέτει την εξέτασή του και την ένταξή του στο θεσμοθετημένο σύστημα ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου οι τυπικές διοικητικές προσφυγές και ιδίως η ενδικοφανής προσφυγή κατέχουν κεντρική θέση.  

Ως γνωστόν, η αποδοχή της ενδικοφανούς προσφυγής μπορεί να συνεπάγεται είτε τη μεταρρύθμιση/αντικατάσταση της αμφισβητούμενης αρχικής πράξης είτε την ακύρωσή της και αναπομπή της για επανάληψη της διαδικασίας[10]. Συγκεκριμένα, εάν κατά τον έλεγχο  της αρχικής πράξης, ύστερα από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, το δευτεροβάθμιο όργανο διαπιστώσει σοβαρά σφάλματα που βαρύνουν την έκδοση της αρχικής πράξης και την καθιστούν παράνομη και τα οποία δεν δύνανται να θεραπευθούν με μόνη την έκδοση νέας απόφασης (όπως π.χ. κακή συγκρότηση, αναρμοδιότητα, παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου), τότε, στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο όργανο πρέπει να έχει την εξουσία ακύρωσης της αμφισβητούμενης πράξης και αναπομπής στο πρωτοβάθμιο όργανο προκειμένου να θεραπευθούν τα τυχόν ελαττώματα και να επαναληφθεί η σχετική διαδικασία. Ωστόσο, η υποχρέωση αναπομπής του δευτεροβάθμιου στο πρωτοβάθμιο όργανο, υφίσταται υπό δύο αρνητικές προϋποθέσεις, άλλως τεκμαίρεται η θεραπεία του σφάλματος της πρωτοβάθμιας απόφασης. Αφενός θα πρέπει να μην προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου οργάνου, η τήρηση της οποίας να συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο, αφετέρου για την αναπομπή στο πρωτοβάθμιο όργανο προϋποτίθεται ότι οι πλημμέλειες της  αρχικής πράξης δεν είναι επουσιώδεις αλλά σοβαρές και ουσιώδεις  μη δυνάμενες  να καλυφθούν με  την έκδοση της τελικής απόφασης.

Εν προκειμένω, οι πλημμέλειες της αρχικής πράξης του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου είναι πράγματι σοβαρές και ουσιώδεις, καθόσον δεν πραγματοποιήθηκε συνέντευξη όπως επιβάλλεται κατα νόμο. Πλην, όμως, ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών προβλέπεται άλλη διεξοδική διαδικασία, η τήρηση της οποίας συνεπάγεται ισοδύναμες εγγυήσεις για το διοικούμενο και θα μπορούσε να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άλλη απο την προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος αλλοδαπού απο την Επιτροπή, η οποία όπως άλλωστε  προβλέπεται ρητά στο νόμο διεξάγεται σύμφωνα με τις εγγυήσεις που τηρούνται για την προσωπική συνέντευξη του πρώτου βαθμού[11].

Σε μια τέτοια επομένως περίπτωση, όπως αυτή που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Επιτροπές Προσφυγών, το δευτεροβάθμιο όργανο μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη προσωπικής συνέντευξης στο πρώτο βαθμό με την προφορική ακρόαση του αλλοδαπού ενώπιον του, έτσι ώστε αφενός να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε «πραγματική και αποτελεσματική προσφυγή» αφετέρου και η «δίκαιη και αποτελεσματική» εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας.




[1] Όπως δε έχει κριθεί βλ. ΣτΕ Ολομ.2348/2017 σκ. 34, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, με την οποία επιβάλλεται στην αποφαινόμενη αρχή η υποχρέωση να παράσχει, πριν από τη λήψη της απόφασής της, στον αιτούντα διεθνή προστασία ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με την αίτησή του, προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει αποκλειστικώς την αρμόδια προς εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας σε πρώτο βαθμό αρχή και, ως εκ τούτου, δεν ισχύει για τις διαδικασίες προσφυγής.
[2] Βλ. άρ. 62 παρ. 1, εδ. α΄- δ΄ του Ν. 4375/2016.
[3] Commission Staff Working Document accompanying the Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on minimum standards on procedures in Member States for granting and withdrawing international protection, COM(2009) 554, SEC(2009) 1377, of 21 October 2009, σελ. 13.
[4]   Πρβλ. άρ. 14 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και 52 παρ. 8 ν.4375/2016.
[5] Άρ. 12 παρ. 2 περ. γ΄και άρ. 23 παρ. 4 στοιχεία α), γ), ζ), η) και ι) Οδηγίας 2005/85/ΕΚ, σε συνδυασμό.
[6] Πρβλ. αρ. 17 παρ. 2 της ΑΥ Μεταναστευτικής Πολιτικής: 3385/2018 «Κανονισμός λειτουργίας Υπηρεσίας Ασύλου» (ΦΕΚ Β΄417/14.2.2018) σύμφωνα με το οποίο εφόσον η Υπηρεσία δεν διαθέτει διερμηνέα στην απαιτούμενη κατά τα παραπάνω γλώσσα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της «διπλής διερμηνείας», κατά την οποία γίνεται χρήση των υπηρεσιών δύο διερμηνέων ταυτόχρονα. Κατ΄ εξαίρεση και εφόσον δεν καταστεί δυνατό να διασφαλιστεί διερμηνεία από την Υπηρεσία με τηλεδιάσκεψη ή άλλο περιγραφόμενο στο νόμο τρόπο, δύναται να γίνει δεκτός ως διερμηνέας άλλο πρόσωπο. Προς το σκοπό αυτό η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα, με ειδική μνεία στην πρόσκληση για την συνέντευξη ή με ειδοποίηση με κάθε πρόσφορο τρόπο, να συνοδεύεται ο ίδιος από πρόσωπο που θα μπορεί να παράσχει υπηρεσίες διερμηνέα. Σε κάθε περίπτωση, μνεία των παραπάνω γίνεται στο πρακτικό ή την έκθεση της συνέντευξης.
[7] Βλ. άρ. 28 παρ. 11 του ν. 4540/2018, δια του οποίου προστέθηκε νέα παρ. 9 στο άρ. 62 του ν.4375/2016, σύμφωνα με την οποία αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση προσφυγής κατά πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για να συνεχιστεί η εξέταση της υπόθεσης μετά από πράξη διακοπής. Σημειωτέον ότι το άρ. 105 του πρόσφατου Ν.4636/2019 που θα ισχύει απο 1.1.2020 προβλέπει ότι «Αναπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση».
[8] Βλ. ΔΕΕ, C-348/16 – Sacko και ΣτΕ Ολ 2348/2017, σκ. 34.
[9] Βλ. ΣτΕ Ολ. 1237-8/2017 με τις οποίες κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα η Συμμετοχή Δικαστικών Λειτουργών ΤΔΔ στις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών και ΔΕΕ, απόφ. 31.01.2013, C-175/11, H.I.D., B.A./Refugee Applications Commissioner, Refugee Appeals Tribunal, Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General (Προδικαστικό ερώτημα).
[10] Βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις ως προς τις υποχρεωτικές διοικητικές προσφυγές στο γαλλικό δίκαιο, ΕΔΚΑ 2007 σελ. 185.
[11] Άρ. 52 παρ. 17 Ν. 4375/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *