Trending

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

ΜΟΔ Χίου 75,81-88/2018: Επεισόδια στο ΚΥΤ Λέσβου τον Ιούλιο 2017 (Υπόθεση «Μόρια 35»)



Ι. Κατά, τη διάταξη του άρθρου 264 Ποιν.Κ., µε την οποία ο νομοθέτης σκοπεί να προστατεύσει το κοινωνικό σύνολο (ΑΠ 597/98), τιμωρείται ὀποιος µε πρόθεση προξενεί πυρκαγιά αν από την πράξη µπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικήςυποστάσεως του εγκλήματος αυτού (εμπρησμού) είναι η πρόκληση κοινού κινδύνου ή κίνδυνος ανθρώπου (βλ. ΑΠ 8982/2002). Πιο συγκεκριµένα απαιτείται: α) πρόκληση πυρκαγιάς µε οποιονδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σηµαντικό και όχι συνηθισµένης εκτάσεως µε τάση εξαπλώσεως και χωρίς να µπορεί εύκολα να κατασβεσθεί (βλ. ΑΠ 1825/2003, ΑΠ 1549/2000, ΑΠ 276/95, ΑΠ 846/98, Μπουρόπουλο Eρμ. ΠΚ τόμ. β σελ. 397), β) δυνατότητα "αν από την πράξη µπορεί" να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο έννοµων αγαθών (= κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα) ἡ κίνδυνος για άνθρωπο (βλ. ΑΠ 1825/2003, ΑΠ 559/2000, ΑΠ 699/89 πρβλ ΑΠ 1205/2000, ΑΠ 1381/2001 κ.ά.). Κίνδυνος ανθρώπου υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας έστω και ενός µη κατά πρόσωπον προσδιορισµένου ανθρώπου (ΑΠ 1825/2003, ΑΠ 1172/93, Μπουρόπουλος ο.π. σελ. 398). Το πότε συμβαίνει τούτο (δηλ. η άνω δυνατότητα, πρόκλησης κινδύνου) διαγιγνώσκεται επί τη βάσει αντικειμενικών µεν κριτηρίων αλλά από τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. ΑΠ 233/79, ΑΠ 1229/95 κ.α.), τα οποία πρέπει να καθορίζονται- αναφέρονται στο προσβαλλόµενο βούλευμα. γ) Δόλος, που συνίσταται στην θέληση να προξενήσει πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ αυτή µπορεί να προκληθεί ο άνω κίνδυνος, αρκούντος όµως και του ενδεχοµένου τοιούτου (ΑΠ 1825/2003, ΑΠ 1549/2000, ΑΠ 276/95 κ.ἀ.). Δεν απαιτείται να γίνεται καθορισμός εεδικά των κινδυνευσάντων πραγμάτων ή ανθρώπων (βλ. ΑΠ 125/66, ΑΠ 1172/93, ΑΠ 46/61 κ.ἀ.), τούτο προκύπτει από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικὠν της συγκεκριµένης περίπτωσης. Εξ άλλου η αιτία-κίνητρο από την οποία ορµηθεί ο δράστης δεν είναι στοιχείο του εγκλήματος.

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 381 § 1 του ΠΚ, όποιος µε πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει  ξένο (ολικά ἡ εν μέρει) πράγμα ἡ µε άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται µε φυλάκιση µέχρι δύο ετών, κατά δε το άρθρο 382 §§ 1 και 2 του ίδιου κὠδικα, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, τιμωρείται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας του άρθρου 381 § 1 του ΠΚ, αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα ή αν το αντικείµενο της πράξης  είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος. Ως πράγµα που χρησιμεύει σε κοινό όφελος θεωρείται κατά την έννοια του νόµου, το κινητό ή ακίνητο που εξυπηρετεί άµεσα µία βιοτική ανάγκη, αορίστου αριθμού προσώπων. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν εκείνα τα πράγµατα που είναι καθιερωμένα και χρήσιμα για το κοινό εν γένει, που έχει άµεση πρόσβαση σ’ αυτά για την εξυπηρέτηση του και την ικανοποίηση ή απόλαυση κάθε είδους βιοτικὠν αναγκών. Κριτήριο, δηλαδή, αποτελεί η δυνατότητα του κοινού να έχει άµεση πρόσβαση στο πράγµα, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου. Είναι αδιάφορο αν το πράγµα ανήκει ή όχι στην ιδιοκτησία του κράτους, αρκεί κατά του ενεστώτα προορισμό του να εξυπηρετεί άµεσα κοινωνικό σκοπὀ, όπως επίσης είναι αδιάφορο αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ελαφρά ή ευτελούς αξίας (ΑΠ 1578/2011, έτσι και ΑΠ 187/1997 ΠοινΧρ 1997.1532).

ΙΙΙ. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 εδ. α᾿ ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόµιµη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπάλληλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι πράξεις αυτές έγιναν από περισσότερους επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα µε άλλη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασµός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται µέσα στον κύκλο της κατά νόµο αρμοδιότητας της αρχής ἡ του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδες τύποι που τάσσονται γ' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να µπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την επισκόπηση των φωτογραφιών και των προβληθέντων εντός του ακροατηρίου ψηφιακών δίσκων, την απολογία των παρόντων κατηγορούµενων, εκτιμώμενων ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, σύμφωνα με την, κατ’ άρθρο 177 § 1 Κ.Π.Δ., αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 18-7-2017, εντός του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης υπηκόων τρίτων χωρών στη Μόρια της Λέσβου, µία ομάδα μεταναστών αφρικανικής καταγωγής περίπου πενήντα ατόμων, συγκεντρώθηκε περί ώρα 10.00 - 10.30 π.μ. έξω από τις εγκαταστάσεις του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου -- Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου (ΕΑ5Ο) και πραγματοποίησαν καθιστική διαμαρτυρία, εξαιτίας της καθυστέρησης στην εξέταση των αιτήσεών τους για τη χορήγηση ασύλου. Σταδιακά ο αριθµός των ατόµων αυξήθηκε σε περίπου τριακόσια, κάποια από τα οποία είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους µε μαντήλια και µερικοί από αυτούς άρχισαν να πετούν πέτρες στις διµοιρίες των αστυνομικών οι οποίοι προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν την ομαλότητα ενώ δημιούργησαν οδοφράγµατα απὀ κάδους απορριμμάτων στους οποίους έβαλαν φωτιά, από την οποία υπέστησαν φθορές η σκηνή διανοµής του φαγητού καθώς και τρεις κλωβοί (containers) εντός του Κ.Υ.Τ. Τόσο οι εστίες φωτιάς εντός του ΚΥΤ όσο και αυτή σε παρακείμενο ελαιώνα, κατασβέσθηκαν άµεσα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, δίχως να εξαπλωθούν και δίχως να κινδυνέψουν ανθρώπινες ζωές. Όλα τα ανωτέρω επεισόδια έλαβαν χώρα περί ώρα 12.30 ενώ οι συλλήψεις των κατηγορουμένων από τους αστυνομικούς περί ώρα 16.30 εντός του Κ.Υ.Τ. καθ’ όλη δε τη χρονική διάρκεια των επεισοδίων, γίνονταν χρήση χημικών (δακρυγόνων) από τους αστυνομικούς. Αναφορικά µε το αποδιδόµενο στους κατηγορούμενους αδίκημα του εμπρησμού, ως εκ της µη πληρώσεως της αντικειµενικής του υποστάσεως, σύμφωνα µε τα διαλαμβανόμενα στην υπὀ στοιχείο Ι. της παρούσας αποφάσεως νοµική σκέψη, ήτοι την έλλειψη του απαιτούµενου εκ του νόµου στοιχείου της πυρκαγιάς, καθόσον οι εστίες φωτιάς οι οποίες εκδηλώθηκαν δεν ήταν µεγάλης έκτασης και κατασβέσθηκαν άµεσα και µε ευκολία από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, άπαντες οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Οµοίως, δεν αποδείχθηκε η πλήρωση της αντικειµενικής υποστάσεως και του αδικήματος της αντίστασης (υπό στοιχείο ΙΙΙ. νοµική σκέψη), δοθέντος ότι οι κατηγορούμενοι δεν επιχείρησαν µε βία ή µε απειλή βίας σωματικής ἡ ψυχολογικής να εμποδίσουν τη σύλληψή τους, δοθέντος ότι τόσο κατά το χρόνο κατά τον οποίο τέθηκαν οι εστίες φωτιάς, όσο και αυτον της ρίψης πετρών ή και άλλων αντικειμένων, δεν επιχειρούνταν συλλήψεις από τους αστυνομικούς (παρά µόνο ρήψη δακρυγόνων) καθώς δεν είχαν τέτοια διαταγή, η οποία τελικά δόθηκε αρκετές ώρες µετά τη λήξη των επεισοδίων και οι συλλήψεις πραγµατοποιήθηκαν ανεµπόδιστα περί τις 16.30, όπως τούτο προκύπτει απὀ τις σχετικές εκθέσεις. Επίσης οι κατηγορούμενοι δεν παρεμπόδισαν την κατάσβεση της φωτιάς και εις ουδἐν παρεμπόδισαν το έργο των υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία έδρασε άµεσα και αποτελεσματικά. Σε σχέση µε το αδίκηµα της διακεκριµένης περίπτωσης φθοράς, πρέπει να σημειωθεί ότι, τα αντικείμενα τα οποία αποτελούν τον εξοπλισμό των αστυνομικών, δεν εμπίπτουν σ΄ αυτά που χρησιμεύουν για κοινό όφελος, όπως στην υπό στοιχείο Il. νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως ειδικότερα αναλύεται και, ως εκ τούτου, πρόκειται για φθορά στη βασική µορφή του αδικήματος, για τη δίωξη του οποίου όμως απαιτείται έγκληση, η οποία ελλείπει εν προκειμένω ενώ, αναφορικά µε τα έχοντα υποστεί υλικές ζημίες από τη φωτιά αντικείµενα (σκηνή, containers, Ι.Χ.Ε οχήματα), δεν προκύπτει εάν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι έστω και απὀ κοινού δρώντες, µε την έννοια του καταμερισμού των ρόλων δράσης, έθεσαν τις εστίες φωτιάς από τις οποίες επήλθαν οι φθορές, εφόσον δεν αναγνωρίζονται από τους αστυνομικούς και ὡς εκ τούτου δεν δύνανται να θεωρηθούν αυτουργοί του συγκεκριµένου εγκλήματος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, οι 32 πρὠτοι των κατηγορουμένων, δρώντες από κοινού, εξαπέλυσαν σε βάρος των αστυνομικών του Τµήµατος Διαχείρισης Μετανάστευσης Λέσβου και της Διμοιρίας Υποστήριξης της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου πέτρες και άλλα αντικείµενα µε τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή τους ή βαριά σωματική τους βλάβη, ως εκ του µέσου τέλεσης (πέτρες, µπουκάλια κ.λ.π.), της µικρής απόστασης ανάµεσα στους δράστες και στα θύματα και του γεγονότος ότι, μπορούσαν να πληγούν ζωτικά σηµεία του σώματος των τελευταίων, προκαλώντας στα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως 12 πρόσωπα τις εκεί περιγραφόµενες σωματικές βλάβες, ενώ αποπειράθηκαν να τραυµατίσουν άλλα 12 όσα δηλαδή και η υποστηρικτική διµοιρία των αστυνομικών, οι δε πράξεις τους δεν ολοκληρώθηκαν συνεπεία της αποφυγής και απόκρουσης εκ µέρους των τελευταίων των εις βάρος τους εκσφενδονισµένων αντικειμένων. Τέλος, αναφορικά µε τους τρεις τελευταίους των κατηγορουμένων, ήτοι τους 33, 34 και 35, οι οποίοι συνελήφθηκαν στον παρακείµενο του Κ.Υ.Τ. ελαιώνα, δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχαν στην απὀ κοινοὐ δράση µε τους λοιπούς των κατηγορουμένων κατά την τέλεση του αδικήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και επιπροσθέτως, παρά το γεγονός ότι, η µη πλήρωση της αντικειµενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού έχει καταφαθεί, εντούτοις πρέπει να λεχθεί ότι τα τρία αυτά άτοµα συνελήφθησαν µετά την κατάσβεση της φωτιάς απὀ τους υπαλλήλους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και όχι κατά την προσπάθειά τους να θέσουν και άλλη εστία φωτιάς, µε την οποία ουδεμία σχέση είχαν. Κατά συνέπεια οι 33, 34 και 35 των κατηγορουμένων πρέπει να κηρυχθούν αθώοι για όλες τις πράξεις, αθώοι οι λοιποἰ κατηγορούμενοι για τις πράξεις του εμπρησμού, της διακεκριµένης φθοράς και της αντίστασης και ένοχοι για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή, σύμφωνα µε το διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

[...]

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων οι ελαφρυντικές περιστάσεις, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Π.Κ καθόσον ωθηθήκαν στην πιο πάνω πράξη από µη ταπεινά αίτια, συγκεκριµένα δε, ενήργησαν ευρισκόµενοι σε καθεστώς μεγάλης ψυχολογικής πίεσης, ως εκ των συνθηκὠν διαβίωσής τους εντός του Κ.Υ.Τ. Μόριας, διαμαρτυρόμενοι µε τον εγκληµατικό τούτο τρόπο τόσο γι’ αυτές όσο και για την εν γένει παρατεταμένη διαμονή τους στις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις από τις οποίες επιθυμούσαν να αποχωρήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω με ειδίκευση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ποινικό και το Δημόσιο Δίκαιο. Είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Έχει συγγράψει πλήθος μελετών στο τομέα του δικαίου καταστάσεως αλλοδαπών και το εν γένει μεταναστευτικό δίκαιο

CONTACT US

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *